17/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 17 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2012
Legislator headnote
AI generated17/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 17 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 17 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Θ. του Σ., 2) Α. Γ. του Φ., 3) Α. Κ. του Χ. και 4) Θ. Ν. του Α., όλων κατοίκων .... Οι 1η, 2ος και 3η των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ιωαννίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 415/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 852/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Από την διάταξη του αριθ. 1 περ. β' του ίδιου άρθρου ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για ν' ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων, ενώ αντίθετα αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Η παράλειψη όμως του Εφετείου να εξετάσει παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο εφέσεως, συνιστά πλημμέλεια που εμπίπτει στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως μόνο αν η βασιμότητά του μπορεί να ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έτσι, αν ο ισχυρισμός (ή ο λόγος εφέσεως) είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος, είτε λήφθηκε υπόψη, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Δεν στοιχειοθετείται, επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 648 και 651 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεσή του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη), τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών. Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη, επέρχεται δηλ. διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων. Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. Η προαναφερθείσα γνήσια σύμβαση δανεισμού εργασίας διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού, που ρυθμίζεται ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του Ν. 2956/2001, κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης στις οποίες οι εργαζόμενοί τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ' αυτές, αλλά σε τρίτους που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία αρχικός εργοδότης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 15-5-2005 αγωγή τους ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι τελούν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, από την αρχική τους πρόσληψη, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθόσον η παραχώρησή τους στην Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Αχαϊας (ΕΤΑΑ) "θα μπορούσε να εκτιμηθεί" ότι αποτελεί περίπτωση δανεισμού εργασίας και ότι τούτο έπρεπε σύμφωνα με το ΠΔ 164/04 να έχει διαπιστωθεί από το υπηρεσιακό του συμβούλιο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 415/06 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και επί της εφέσεως που άσκησαν κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες εργάσθηκαν με απλή σχέση εργασίας στον εναγόμενο Δήμο Πατρέων η πρώτη το χρονικό διάστημα από 10/4/2002 έως 9/8/02, ο δεύτερος από 5/7/2002 έως 7/11/02, η τρίτη από 1/5/2001 έως 7/11/2002 και ο τέταρτος από 10/4/2002 έως 9/8/02 και παρείχαν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί υπάλληλοι στο γραφείο διαχείρισης τουρισμού και παροχής τουριστικών πληροφοριών που διατηρούσε ο εναγόμενος με την επωνυμία "Info Center". Στις 30/10/2002 η πρώτη και ο τέταρτος και στις 8/11/2002 ο δεύτερος και η τρίτη των εναγόντων συνήψαν νέα σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα για ένα έτος με την εταιρεία ΕΤΑΑ, η οποία είχε αναλάβει με την από 19/7/2002 προγραμματική σύμβαση που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο Πατρέων τη συγκρότηση της τουριστικής πολιτικής του Δήμου, την οργάνωση και λειτουργία γραφείων Infocenters και όλων των υποδομών που εξυπηρετούν τις τουριστικές δράσεις και δραστηριότητες του Δήμου της Πάτρας. Η ΕΤΑΑ είναι αστική εταιρεία οικονομικού σκοπού αλλά μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με στόχο την τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της Πάτρας και της Αχαΐας γενικότερα, η οποία (εταιρεία) συστήθηκε με το από 28/3/2001 ιδρυτικό καταστατικό δημοσιευθέν νομοτύπως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πατρών (αριθ. 207/6.4.2001) από το Δήμο Πατρέων και από άλλους κοινωνικούς φορείς όπως η Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων, Επιμελητήριο Αχαΐας, Ομοσπονδία Επαγγελματικών - Βιοτεχνικών Εμπορικών Σωματείων Ν. Αχαΐας, Κέντρο τοπικής Ανάπτυξης Δυτικής Αχαΐας, Ένωση Τουριστικών Επιχειρήσεων και τον Εμπορικό Σύλλογο Αιγίου, οι οποίοι και κατέβαλαν για το εταιρικό της κεφάλαιο χρηματικές εισφορές για την ίδρυση αυτής. Η ανωτέρω εταιρεία αποτελεί ανεξάρτητο έναντι των εναγομένων νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού δικαίου) με δικό του διοικητικό Συμβούλιο και δική του περιουσία. Χρηματοδοτείται από τον εναγόμενο και δραστηριοποιείται για την επίτευξη των στόχων που ο εναγόμενος έχει θέσει για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής των Πατρών και του Ν. Αχαΐας γενικότερα. Έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με το άρθρο 4 της προαναφερόμενης προγραμματικής σύμβασης να προσλαμβάνει ως ανεξάρτητο έναντι του εναγομένου νομικό πρόσωπο προσωπικό το οποίο μισθοδοτείται από την ίδια (ΕΤΑΑ). Στα πλαίσια της δυνατότητας της αυτής η ΕΤΑΑ συνήψε με τους ενάγοντες τις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως διάδοχες σε σχέση με τις ανωτέρω απλές σχέσεις εργασίας που είχαν συνάψει οι ενάγοντες με τον εναγόμενο Δήμο, ούτε αμφότερες ως ενιαία σύμβαση όπως αβασίμως ισχυρίζονται διότι λείπει η βασική προς τούτο προϋπόθεση που συνίσταται στην ύπαρξη του ίδιου εργοδότη ως συμβαλλομένου. Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι υφίσταται μεταξύ του εναγομένου και της ΕΤΑΑ σύμβαση δανεισμού εργαζομένων με αντικείμενο την προσφορά εργασίας των εναγόντων στην τελευταία, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες καθόσον δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Ειδικότερα δεν προσκομίζονται από τους ενάγοντες αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων αμφοτέρων των ανωτέρω νομικών προσώπων οι οποίες να αναφέρονται σε σύναψη σύμβασης δανεισμού. Αντίθετα από το ίδιο το περιεχόμενο των συμβάσεων προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται περί νέων συμβάσεων εργασίας, αφού ρητώς αναφέρεται σ' αυτές ότι οι ενάγοντες προσλαμβάνονται από την ΕΤΑΑ με σύμβαση εργασίας. Μόνη η αναφορά στο προοίμιο των συναφθεισών μεταξύ των εναγόντων και ΕΤΑΑ συμβάσεων της υπ' αριθμ. 522/31.7.2002 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου για υπογραφή προγραμματικής σύμβασης με την τελευταία, δεν καθιστά τον εναγόμενο (εκ τρίτου) συμβαλλόμενο στις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας που συνήψαν οι ενάγοντες με την ΕΤΑΑ, ούτε μπορεί να οδηγήσει στην κρίση για ύπαρξη σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ αρχικού και περαιτέρω εργοδότη. Ούτε βεβαίως αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση στα πλαίσια σύμβασης δανεισμού ως αρχικός εργοδότης να καταβάλει στους ενάγοντες τις αποδοχές τους στα πλαίσια σωρευτικής αναδοχής χρέους με την ΕΤΑΑ, αλλά αντιθέτως προέκυψε ότι η καταβολή του μισθού γίνεται από την τελευταία. Εξάλλου από το γεγονός ότι ο εναγόμενος χρηματοδοτεί την ΕΤΑΑ δεν μπορεί να συναχθεί ότι η καταβολή του μισθού των εναγόντων γίνεται από αυτόν, δεδομένου ότι η ΕΤΑΑ διαχειρίζεται τα χορηγούμενα σ' αυτήν κονδύλια ως ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από το άρθρο 8 παρ. 2 εδ. β' της προαναφερόμενης προγραμματικής σύμβασης μεταξύ εναγομένου και ΕΤΑΑ συνάγεται η δυνατότητα παραχώρησης προσωπικού εκ μέρους των συμβαλλομένων προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί από την κοινή Επιτροπή αυτών η οποία παρακολουθεί την εφαρμογή και την υλοποίηση της προγραμματικής σύμβασης. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε όπως και ανωτέρω εκτίθεται ότι οι ενάγοντες παραχωρήθηκαν από τον εναγόμενο στην ΕΤΑΑ για τον προαναφερόμενο σκοπό αλλά ότι προσελήφθησαν με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την ίδια την ΕΤΑΑ εντασσόμενοι στο προσωπικό της. Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη οι συναφθείσες συμβάσεις μεταξύ εναγόντων και ΕΤΑΑ δεν πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια (υποκρυπτόμενου) δανεισμού του τελευταίου από τον εναγόμενο και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση με εκείνες που είχαν οι ενάγοντες καταρτίσει αρχικώς με τον εναγόμενο και έληξαν με την παρέλευση του ορισμένου χρόνου κατά τα ανωτέρω. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω ο λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ν' αναγνωριστεί η υποχρέωση του εφεσίβλητου όπως με απόφαση του υπηρεσιακού του συμβουλίου διαπιστωθεί η υπάρχουσα μεταξύ τους ενιαία σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εντεύθεν η περίπτωση εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004 μετά τα ανωτέρω ότι δηλ. δεν υφίσταται ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τον εναγόμενο είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Συνακόλουθα η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...". Με τον πρώτο, στοιχ. α, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στο ουσιώδες ζήτημα, της σύναψης με τον αρχικό εργοδότη, δηλαδή τον αναιρεσίβλητο Δήμο, νομότυπων "συμβάσεων εργασίας" και όχι απλών εργασιακών σχέσεων, όπως οι αναιρεσείοντες εξαρχής υποστήριξαν, το Εφετείο έλαβε, παρά το νόμο, υπ' όψη του "πράγμα" μη προταθέν, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες είχαν προσληφθεί με "απλές σχέσεις εργασίας", ενώ ο Δήμος με τις στο Εφετείο προτάσεις του ουδόλως αντέτεινε τη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προσβαλλόμενες παραδοχές του Εφετείου δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου του ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται περί συμπερασμάτων του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, (κατά την έρευνα της βασιμότητας του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι είχαν καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο Δήμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας). Ανεξαρτήτως τούτων ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου Δήμου ενώπιον του Εφετείου, ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίστηκε ρητώς ότι δεν τον συνδέει με τους αντιδίκους "ουδεμία έννομη σχέση", χωρίς να αναφέρει ότι απασχόλησε τους αναιρεσιβλήτους με οποιαδήποτε τρόπο, αλλά αντίθετα αναφέρει ότι "οποιαδήποτε πρόσληψη εργαζομένου σε μένα, (δηλαδή στο Δήμο) διενεργείται υποχρεωτικά σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/94 και έως σήμερα δεν ενεργήθηκε καμία απασχόληση ατόμου χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατάξεις του ΑΣΕΠ και του Ν. 2190/94", χωρίς εξ αυτού να υπονοείται ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος Δήμος δέχεται ότι οι αντίδικοί του είχαν προσληφθεί νομοτύπως. Άλλωστε, ούτε οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους ούτε και ενώπιον του Εφετείου (αλλά ούτε και ενώπιον του Αρείου Πάγου) υποστήριξαν ότι προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Τέλος το Εφετείο δεν στήριξε την απορριπτική της αγωγής κρίση του στο ότι η μεταξύ των διαδίκων αρχική σχέση ήταν απλή σχέση εργασίας, αλλά στο ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχέση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, αλλά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ΕΤΑΑ.
Συνεπώς η πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως του ότι, όπως οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο, για την παραδοχή του αιτήματος της αγωγής τους, αρκούσε το γεγονός ότι συνδεόταν με το αναιρεσίβλητο με απλή σχέση εργασίας. Περαιτέρω το Εφετείο, με το να απορρίψει, με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 και 681 του ΑΚ, δεχόμενο ανελέγκτως, ότι με τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά: α) οι αναιρεσείοντες εργάστηκαν στον αναιρεσίβλητο Δήμο, με απλές σχέσεις εργασίας, και μετά τη λήξη της απασχολήσεώς τους αυτής προσλήφθηκαν από την ΕΤΑΑ με συμβάσεις εξαρτημένης ορισμένου χρόνου, χωρίς πλέον να συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση με τον αναιρεσίβλητο Δήμο. Και β) ο Δήμος με την αναφερόμενη στην απόφαση προγραμματική σύμβαση που είχε καταρτίσει με την ΕΤΑΑ, είχε μεν τη δυνατότητα να παραχωρήσει σ' αυτήν προσωπικό του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της προγραμματικής αυτής σύμβασης, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παραχωρήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο Δήμο στην ΕΤΑΑ. Οι αιτιάσεις, επομένως, των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "θεμελιώνουν επαρκώς, άλλως δε εμμέσως πλην σαφώς, την ύπαρξη της τριμερούς σχέσης παραχώρησης", είναι αβάσιμες. Επίσης δεν υπολαμβάνει εσφαλμένα η απόφαση ότι "η σύναψη της σύμβασης εργασίας μεταξύ εργαζομένου και κατά παραχώρηση εργοδότη ανατρέπει τη σχέση του δανεισμού". Η διατύπωση, εξάλλου, της απόφασης, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες παραχωρήθηκαν στην ΕΤΑΑ "για τον προαναφερόμενο σκοπό", δεν έχει την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται μεν την παραχώρηση των αναιρεσειόντων από το Δήμο προς την ΕΤΑΑ, ως γενομένη βάσει του αρθ. 8 της προγραμματικής σύμβασης, αλλά όχι για τον αναφερόμενο σ' αυτήν σκοπό. Τούτο δε διότι, κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, ότι ουδεμία "παραχώρηση" των αναιρεσειόντων από τον Δήμο έγινε, ενώ, αντίθετα καταρτίστηκαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ΕΤΑΑ, χωρίς να αποδεικνύεται συμφωνία περί δανεισμού εργασίας, στηρίζουν πλήρως την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα οι διάδικοι δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας. Επομένως, ο πρώτος, στοιχείο β, από το άρθρο 559 άρ. και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται ότι το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του παραβίασε τις διατάξεις των αρθ. 651, 361, 648 επ. ΑΚ, ενώ θα έπρεπε, κατά τους αναιρεσείοντες, να κρίνει, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αυτά συγκροτούν πλήρως την έννοια του εκ του νόμου, άλλως συμβατικού, δανεισμού των υπηρεσιών τους, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η προβαλλόμενη, στον αυτό λόγο αναιρέσεως, παραβίαση, αφενός των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και αφετέρου των διατάξεων των άρθρων 35 του ΔΔΚ και του άρθρου 225 του ισχύοντος ΚΔΚ (Ν. 3463/2006), που ορίζουν ότι για την εκτέλεση των προγραμματικών συμβάσεων είναι δυνατή και επιτρέπεται η απασχόληση προσωπικού του ενός συμβαλλομένου φορέα στον άλλον και αυτής της διάταξης γίνεται επίκληση και στη μετά ταύτα σύμβαση των αναιρεσειόντων με την ΕΤΑΑ, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο ούτε ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε τις συμβάσεις αυτές ούτε, άλλωστε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο, διαπίστωσε, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, ώστε να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα όσα αναφέρονται στις συμβάσεις των αναιρεσειόντων με την ΕΤΑΑ, δεν αφορούν ούτε δεσμεύουν τον αναιρεσίβλητο Δήμο, ως τρίτο μη συμβαλλόμενο. Επίσης ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση των διατάξεων των αρθ. 35 του ΔΚΚ, και 225 του ισχύοντος ΚΔΚ - Ν. 3463/2006, το Εφετείο δέχθηκε όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, αφού έκρινε ότι, ναι μεν υπήρχε η "δυνατότητα παραχώρησης προσωπικού εκ μέρους των συμβαλλομένων προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί από την κοινή Επιτροπή αυτών, η οποία παρακολουθεί την εφαρμογή και την υλοποίηση της προγραμματικής σύμβασης", πλην όμως, ανελέγκτως έκρινε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, δεν αποδείχθηκε ότι "οι ενάγοντες παραχωρήθηκαν από τον εναγόμενο στην ΕΤΑΑ για τον προαναφερόμενο σκοπό αλλά ότι προσελήφθησαν με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την ίδια την ΕΤΑΑ εντασσόμενοι στο προσωπικό της". Ομοίως οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο "κατά την υπαγωγή των γενομένων δεκτών περιστατικών στους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες έχει παραβεί τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία η χωρίς διακοπή [απ' τη μια ημέρα στην άλλη] και χωρίς να έχει μεσολαβήσει απόλυση, παροχή των αυτών κατ' αντικείμενο υπηρεσιών σε άλλον εργοδότη μετά από - και με βάση - προγραμματική σύμβαση με τον αρχικό τοιούτο με την οποία εξυπηρετούνται οι ανάγκες του πρώτου, αποδεικνύει και συμφωνία μεταξύ των δύο εργοδοτών για τη παραχώρηση των υπηρεσιών μας και την εις αυτή συναίνεσή μας", ως λόγος από το άρθρο 559. αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί στην περίπτωση αυτή οι αναιρεσείοντες, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, κατά τις οποίες "η απόφαση περιέχει όλως ανεπαρκείς και πάντως αντιφατικές, αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης των αναγκαίων κατά νόμο στοιχείων που συνιστούν και ολοκληρώνουν τη κατάρτιση, ύπαρξη και λειτουργία της ανωτέρω σχέσης του δανεισμού, ... μη εξηγώντας επαρκώς κατά ποία λογική δεν προκύπτει άμεσα η έμμεσα συμφωνία του δήμου με την εταιρία για την εις αυτή παραχώρησή μας, όταν την ίδια στιγμή δέχεται ότι έχουν κάνει προγραμματική συμφωνία για τη παραχώρησή μας και έχουν υλοποιήσει τη παραχώρηση αυτή, ... δεχόμενη επί πλέον ότι στο προοίμιο των με την εταιρία συμβάσεών μας αναφέρεται η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου για την υπογραφή της ως άνω προγραμματικής σύμβασης με το παραπάνω αντικείμενο και σκοπό κ.λπ.", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα λοιπά τα διαλαμβανόμενα στον αυτό λόγο αναίρεσης αποσκοπούν στην αντίκρουση της επιχειρηματολογίας του Δικαστηρίου της ουσίας περί μη καταρτίσεως συμβάσεως δανεισμού εργασίας και πλήττουν αληθώς την περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Επομένως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. Έτσι, δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, στοιχείο γ, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8, 20 και 1 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους για συμφωνία μεταξύ δήμου και εταιρίας περί παραχώρησης των υπηρεσιών τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στο Εφετείο, τις όμοιες κατά περιεχόμενο έγγραφες συμβάσεις τους με την ΕΤΑΑ, η κάθε μία των οποίων, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, "... δεν μπορεί να οδηγήσει στη κρίση για ύπαρξη σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ αρχικού και περαιτέρω εργοδότη ...". Κατά τους αναιρεσείοντες, από το διαλαμβανόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο μέρους των συμβάσεων αυτών, προκύπτει ότι η σύμβασή τους με την ΕΤΑΑ "είχε ως προϋπόθεση, βάση και αιτία την απόφαση 522/02 του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πατρέων, με την οποία εγκρίθηκε η προγραμματική σύμβαση του δήμου με την ΕΤΑΑ, όπου αναλαμβάνεται η οργάνωση του κέντρου διαχείρισης του τουρισμού του Δήμου (info center) και ότι από το κείμενο της σύμβασης "καθίσταται κατάδηλο ότι η απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας έγγραφης σύμβασής μας με την ανωτέρω εταιρία, δεχθείσα ως εις αυτή περιεχόμενα γεγονότα προφανώς διαφορετικά [πως τάχατες δεν συνάγεται ούτε σιωπηρά η σχέση του δανεισμού] από τα εις το σχετικό έγγραφο αναφερόμενα". Άλλως, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών [άρθ. 173 και 200 ΑΚ], καθ' όσον οδηγήθηκε ερμηνευτικά στη παραπάνω αρνητική κρίση του, ενώ, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με βάση τους κανόνες αυτούς, θα έπρεπε να καταλήξει στη κρίση ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί συνέχεια, υλοποίηση και επισφράγιση της συμφωνίας Δήμου και εταιρίας προς παραχώρηση των υπηρεσιών τους [δανεισμού], για τον παραπάνω συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος ταυτίζεται με το αντικείμενο της σύμβασής τους με την εταιρία. Με αυτά, όμως, τα δεδομένα και καθόσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτησή τους ή και -κυρίως- από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτή στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της. Αντίθετα, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταρτίσεως συμφωνίας δανεισμού της εργασίας των, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, κατέληξε στην κρίση ότι δεν καταρτίστηκε τέτοια σύμβαση, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία των συμβάσεων αυτών, κατά τα ήδη εκτιθέμενα πιο πάνω. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, που προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και κατά το από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέρος του ίδιου λόγου, για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ενώ δεν στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559. αρ. 8 ΚΠολΔ, με όσα εκτίθενται στον ίδιο λόγο, όπου γίνεται απλώς η αναφορά της διατάξεως αυτής. Κατά τα λοιπά, τα διαλαμβανόμενα στον ίδιο λόγο αναιρέσεως είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτα, καθόσον, πλήττουν την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Η συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) δεσμεύει και το νομοθέτη, ο οποίος στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν δύναται να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική τους ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, διότι επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Συνεπώς εάν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη, που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Προς αποκατάσταση δε της άνω συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους εις βάρος των οποίων η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Εξάλλου, με το Ν. 1518/1985 (άρθ.16) ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (EETAA), η οποία λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας, και διέπεται από τις διατάξεις του N. 2190/20 και του ιδρυτικού της νόμου. Ανήκει στον κοινωνικό τομέα της οικονομίας, διοικείται από ενδεκαμελές αιρετό Διοικητικό Συμβούλιο και έχει μετόχους φορείς της Αυτοδιοίκησης, το Ελληνικό Δημόσιο και φορείς του Κοινωνικού τομέα. Η EETAA έχει σκοπό κατά τα οριζόμενα στο άρθ. 16 παρ. 1 του ιδρυτικού της νόμου, όπως αντικ. με το άρθρο 13 του Ν. 2503/1997: "α. την τεχνική υποστήριξη των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, της Κεντρικής Ένωσης και των Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων, της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας, των επιχειρήσεών τους και των άλλων νομικών προσώπων που συνιστούν ή συμμετέχουν και ιδιαίτερα τη διενέργεια ερευνών, την εκπόνηση μελετών και εκδόσεων, την παροχή πληροφοριών και συμβουλών, την οργάνωση των φορέων αυτών και την επιμόρφωση των στελεχών τους, β. την ενθάρρυνση τοπικών παραγωγικών πρωτοβουλιών, την εκπαίδευση συμβούλων της τοπικής ανάπτυξης και την τεχνική υποστήριξη τοπικών αναπτυξιακών προγραμμάτων που ενδιαφέρουν την τοπική αυτοδιοίκηση, γ. την ανάληψη από φορείς του δημόσιου τομέα ερευνών, μελετών, επιμορφωτικών και άλλων προγραμμάτων, που έχουν σχέση με την τοπική αυτοδιοίκηση και δ. τη συνεργασία με αρχές και οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ζητήματα τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης". Δηλαδή σκοπός της ΕΕΤΑΑ είναι η παροχή επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης σε φορείς της Αυτοδιοίκησης καθώς και σε φορείς του Δημοσίου και του Κοινωνικού τομέα. Αποτελεί δε τον θεσμοθετημένο επιστημονικό και τεχνικό σύμβουλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, καθώς και των φορέων της Κεντρικής Διοίκησης και της Περιφερειακής Διοίκησης για τη διαμόρφωση και υλοποίηση ολοκληρωμένων στρατηγικών και πολιτικών σε θέματα που αφορούν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στην Τοπική Ανάπτυξη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: "α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης" και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α. στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι με την αγωγή τους επικαλέστηκαν τη διάταξη του άρθ. 11, παρ. β' του ΠΔ 164/2004, κατά την οποία "προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης" και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α. στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του". Ενόψει δε της διατάξεως αυτής υποστήριξαν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, ότι για τη ταυτότητα του νομικού λόγου που υπαγόρευσε την για τους εργαζόμενους στην ΕΕΤΑΑ ρύθμιση και την μέσω αυτής εκδηλωθείσα σαφή νομοθετική βούληση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αυτό επιβάλλεται να ισχύσει και γι' αυτούς που έχουν και αυτοί συνάψει εργασιακή σύμβαση με εταιρία ανάπτυξης - την ΕΤΑΑ -, αλλά κατ' ουσία εργάζονται ανέκαθεν, αποκλειστικά και μόνο προς εξυπηρέτηση των παγίων συμφερόντων, σκοπών και λειτουργικών αναγκών του Δήμου Πατρέων και δη στα πλαίσια της τουριστικής προβολής του και ότι αν εξαιρεθούν από τη ρύθμιση αυτή, θα υπάρχει σαφής παραβίαση της θεμελιώδους περί ισότητας συνταγματικής αρχής (άρθ. 4 του Συντ.). Τους ισχυρισμούς τους αυτούς "και τα συναφώς υποβληθέντα αιτήματα", που είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, αγνόησε η προσβαλλόμενη απόφαση και έτσι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη της πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός των αναιρεσειόντων υπό τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αίτηση περιστατικά είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ναι μεν "από το άρθρο 8 παρ. 2 εδ. β' της προαναφερόμενης προγραμματικής σύμβασης μεταξύ εναγομένου και ΕΤΑΑ συνάγεται η δυνατότητα παραχώρησης προσωπικού εκ μέρους των συμβαλλομένων προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί από την κοινή Επιτροπή αυτών η οποία παρακολουθεί την εφαρμογή και την υλοποίηση της προγραμματικής σύμβασης. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, ότι οι ενάγοντες παραχωρήθηκαν από τον εναγόμενο στην ΕΤΑΑ για τον προαναφερόμενο σκοπό, αλλά ότι προσελήφθησαν με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από την ίδια την ΕΤΑΑ εντασσόμενοι στο προσωπικό της ...".
Συνεπώς, με τις παραδοχές αυτές, ακόμη και αν γίνει δεκτή η νομική βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, περί ανάλογης εφαρμογής και στη δική τους υπόθεση της διατάξεως του άρθρου 11 άρ. 1β του ν.δ. 164/04, κατά το αρ. 4 του Συντάγματος, δεν πληρούται η αναφερόμενη στη διάταξη αυτή προϋπόθεση, κατά την οποία η επίμαχες συμβάσεις με την ΕΤΑΑ πρέπει "να έχουν συναφθεί ... στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος", αφού η προϋπόθεση αυτή, κατά τις ανέλεγκτες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε. Ανεξαρτήτως τούτων, ο αυτός πιο πάνω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο, αλλά και με όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ΕΤΑΑ, σκοπό είχε να αναλάβει εξ ολοκλήρου το έργο που εκτελούσε προηγουμένως ο αναιρεσίβλητος Δήμος με το γραφείο που διατηρούσε με την επωνυμία "Ιnfo Center", σε αντίθεση με την ΕΕΤΑΑ, της οποίας σκοπός της είναι η παροχή επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης σε φορείς της αυτοδιοίκησης κ.λπ.
Συνεπώς ουδεμία ταυτότητα του νομικού λόγου υφίσταται που να υπαγορεύει και για τους εργαζόμενους στην ΕΤΑΑ με εκείνη των εργαζόμενων στην ΕΕΤΑΑ, κατά τη επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες συνταγματική αρχή της ισότητας (αρ. 4 του Συντ.), αφού πρόκειται για ρύθμιση ουσιωδώς ανόμοιων πραγμάτων.
Συνεπώς η βασιμότητα του προβαλλόμενου πιο πάνω λόγου δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συνακόλουθα ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος. Τούτο δε διότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή μείζονα σκέψη, πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι μεν και οι λόγοι εφέσεως, πλην όμως η παράλειψη του Εφετείου να εξετάσει παραδεκτώς προβαλλόμενο λόγο εφέσεως, συνιστά πλημμέλεια που εμπίπτει στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως μόνο αν η βασιμότητά του μπορεί να ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-12-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 19/1-3-2011) των: 1) Α. Σ. Θ., 2) Α. Φ. Γ., 3) Α. Χ. Κ. και 4) Θ. Α. Ν., για αναίρεση της 852/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ