Legislator Case Law & Legislation
17/2009 AI generated

17/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 17/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 67/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 50/4.12.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 67/4.4.2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Legislator headnote

AI generated

17/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πυρκαγιά αποδίδεται σε σπάνιο συνδυασμό ηλεκτρικών ανωμαλιών του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και προκλήθηκε από την έκρηξη ενός Μετασχηματιστή, που ήταν εγκατεστημένος στο Κέντρο Υπερύψηλης Τάσης (Κ.Υ.Τ.) στον περίβολο, έξω από το χώρο του Σταθμού. Η πυρκαγιά ήταν ταχείας εξέλιξης και μεγάλης έντασης, λόγω της καύσης μεγάλης ποσότητας ορυκτελαίων.

Keywords

AI generated
explosives and pyrotechnic articles dangerous substance industrial hazard fire safety public fire insurance water-hazardous liquid
AI generated
1398/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
924/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
1842/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
1807/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/12/2008 και από 27/1/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν.
1194/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 17 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 17/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικγόρο του Χρήστο Μπήϊνα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Χρυσιώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 67/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 13 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 50/4.12.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 67/4.4.2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 50/4.12.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 67/4.4.2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 117/4.6.2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αίτημα αυτής, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αποδιδόμενη στους νομίμους εκπροσώπους και προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ΔΕΗ παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 21/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 13/1.4.2004 εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 67/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με απορριπτική επ' αυτής κατ'ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της: "Στις 25 Δεκεμβρίου 2001, περί ώρα 21.15, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις εγκαταστάσεις του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού [ΑΗΣ] της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ΔΕΗ και συγκεκριμένα, στο χώρο της Γεννήτριας της Δεύτερης Μονάδας αυτής [Μονάδα II].

Η πυρκαγιά αποδίδεται σε σπάνιο συνδυασμό ηλεκτρικών ανωμαλιών του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και προκλήθηκε από την έκρηξη ενός Μετασχηματιστή, που ήταν εγκατεστημένος στο Κέντρο Υπερύψηλης Τάσης (Κ.Υ.Τ.) στον περίβολο, έξω από το χώρο του Σταθμού. Η πυρκαγιά ήταν ταχείας εξέλιξης και μεγάλης έντασης, λόγω της καύσης μεγάλης ποσότητας ορυκτελαίων.

Έτσι, μεταδόθηκε γρήγορα και στον κλειστό χώρο της Γεννήτριας της Μονάδας II του Σταθμού. Στο χώρο αυτό η φωτιά εντοπιζόταν κάτω από το στρόβιλο της Γεννήτριας, η οποία βρισκόταν σε ύψος 12 μέτρων από το έδαφος . Στον ίδιο αυτό χώρο και σε ύψος 4 μέτρων από το έδαφος υπήρχαν τρεις πυκνωτές κλειστού τύπου, διαστάσεων 46X34x14cm, που προστατεύονταν από κλειστό μεταλλικό ερμάριο, του οποίου το κάτω μέρος είναι διαμορφωμένο ως λεκάνη περισυλλογής, ώστε σε περίπτωση τυχόν διαρροής μονωτικού ελαίου να μη ρυπαίνεται ο περιβάλλων χώρος, μικτού όγκου 30 λίτρων ο καθένας και που περιείχαν ως μονωτικό έλαιο το προϊόν με την εμπορική ονομασία Aroclor 1232, γνωστό και ως "κλοφέν ", το οποίο περιέχει πολυχλωροδιφαινύλια [ΡCΒs].

Αυτά αποτελούν χημικές ενώσεις (χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες), των οποίων οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία δεν είναι σαφείς στην επιστημονική κοινότητα. Η μόνη αποδεδειγμένη αρνητική επίπτωση στην υγεία αφορά την πρόκληση δερματικών παθήσεων ή ερεθισμού στο δέρμα, οι οποίες, όμως, είναι αναστρέψιμες και δεν έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία.

Επίσης, η έκθεση του ανθρώπου για σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά σε υψηλά επίπεδα συγκεντρώσεων, μπορεί να προκαλέσει, διόγκωση των άνω βλεφάρων, μούδιασμα στα χέρια ή τα πόδια, αδυναμία-ατονία ή και προβλήματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Αποτελούν σίγουρα έναν παράγοντα περιβαλλοντολογικής επιβάρυνσης [βλ.

Μελέτη της Ερευνητικής Ομάδας του Εργαστηρίου Καυσίμων και Λιπαντικών του ΕΜΠ]. Κατά την ατελή καύση τους οι ενώσεις αυτές παράγουν επιβλαβέστερα προϊόντα, ήτοι διοξίνες και φουράνια. Η πυρκαγιά, αφού προκάλεσε μεγάλης έκτασης καταστροφή της Γεννήτριας και της Μονάδας II της εκκαλούσας γενικότερα, τελικά κατασβέσθηκε με την άμεση έλευση και τη συνδρομή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Κοζάνης, στη δύναμη της οποίας ανήκει και ο ενάγων - ήδη εφεσίβλητος.

Επίσης στην κατάσβεση συνέβαλαν και οι εργαζόμενοι [το προσωπικό φυλακής] της εκκαλούσας. Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται με την αγωγή ότι η εκκαλούσα, η οποία κατείχε τις προαναφερόμενες συσκευές [πυκνωτές], είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει στην Πυροσβεστική Υπηρεσία πλήρες διάγραμμα των εγκαταστάσεων της [και δη της συγκεκριμένης Μονάδας II], στο οποίο να απεικονίζονται οι θέσεις των πυκνωτών που περιείχαν τις παραπάνω τοξικές ουσίες και αφετέρου να σημάνει τις συσκευές αυτές με τον τρόπο που ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία, δηλαδή με μεταλλικά πινακίδια κίτρινου χρώματος που φέρουν το χαρακτηριστικό διεθνές σύμβολο προειδοποίησης ότι στις συσκευές περιέχονται [ΡCΒs].

Ότι επιπλέον η εναγομένη δεν διέθετε μελέτη, άδεια και μέτρα πυροπροστασίας, με αποτέλεσμα ο ίδιος όπως και οι λοιποί συνάδελφοι του, πυροσβέστες που συμμετείχαν στην κατάσβεση της πυρκαγιάς, να μην έχουν ενημερωθεί από πριν για την ύπαρξη των εν λόγω τοξικών, αλλά και κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, από τους παριστάμενους υπαλλήλους και εκπροσώπους της εκκαλούσας, παρά τις σχετικές ερωτήσεις τους προς αυτούς και έτσι δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την προσωπική προστασία του [χρήση ειδικών στολών και αναπνευστικών συσκευών, αποφυγή χρήσεως νερού για την κατάσβεση κ.λ.π.] Ότι συνεπεία των παραπάνω παραλείψεων της εκκαλούσας ήρθε σε επαφή με τις βλαπτικές ουσίες που περιείχοντο στους τρείς πυκνωτές, από τους οποίους κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς διέρρευσαν στο άμεσο περιβάλλον, όπου βρισκόταν ο ίδιος [εφεσίβλητος] και οι λοιποί πυροσβέστες ποσότητες ΡCΒs, βάρους τουλάχιστον 11,5 κιλών.

Περαιτέρω επικαλείται ότι, μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς, η εκκαλούσα δεν ενημέρωσε αμέσως την Πυροσβεστική Υπηρεσία, προσπαθώντας να αποκρύψει το γεγονός της διαφυγής τοξικών αερίων, που προκαλούν σοβαρότατες βλάβες στην υγεία του ανθρώπου και επειδή το γεγονός αυτό έγινε ευρύτατα γνωστό, τους ειδοποίησε τελικά, περί τα τέλη Ιανουαρίου 2002, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεξε η ζωή και η υγεία του μέχρι τότε, αφού αυτός εξακολουθούσε να φορά την ίδια στολή, να πλένει τα ρούχα του στο ίδιο πλυντήριο μαζί με τα ρούχα των υπολοίπων μελών της οικογενείας του.

Τέλος, ισχυρίζεται, ότι λόγω της, κατά τα παραπάνω, επαφής του με τοξικές ουσίες υπέστη βλάβη στην υγεία του, ζει με το φόβο και τον κίνδυνο περαιτέρω προσβολής της υγείας του στο μέλλον και πρέπει να υποβάλλεται σε τακτικές ιατρικές εξετάσεις για απροσδιόριστο χρόνο. Οι παραπάνω αγωγικοί ισχυρισμοί του εφεσίβλητου δεν αποδείχθηκαν.

Ειδικότερα, αναφορικά με την επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά της εκκαλούσας, που εκδηλώθηκε με τη μορφή της παράνομης παράλειψης, πριν από την πρόκληση της πυρκαγιάς, απ' όλα τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Ι) Η εκκαλούσα έχει νομίμως στην κατοχή της, συσκευές, [μετασχηματιστές και πυκνωτές), οι οποίες περιέχουν ΡCΒs. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, που προβλέπει τον καθορισμό μέτρων και όρων για την εν γένει διαχείριση των ΡCΒs, η οποία στηρίζεται κυρίως στην ΚΥΑ 7589Π31/11-4-2000 [ΦΕΚ Β' Αρ.φύλλου 214], που εναρμονίσθηκε με τις) διατάξεις της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 16-9-1996 της Ε.Ε., οι συσκευές αυτές, που περιέχουν ΡCΒs, πρέπει να εξαλειφθούν το αργότερο μέχρι το 2010.

Η εκκαλούσα, συμμορφούμενη στο παραπάνω νομικό πλαίσιο, εξέδωσε, πλην των προηγούμενων οδηγιών της, το 1995, έναν Οδηγό [βλ.αυτόν] για την εν γένει διαχείριση των ΡCΒs, προκειμένου να ενημερώσει τους εργαζομένους της και κάθε ενδιαφερόμενο και να αποτρέψει τυχόν κινδύνους γι' αυτούς και το περιβάλλον σε περίπτωση ατυχημάτων.

Επίσης, από το έτος 1994 και μετέπειτα, ο Διευθυντής του ΑΗΣ Α με επαναλαμβανόμενα κατ' έτος έγγραφα του, ενημέρωνε τις αρμόδιες υπηρεσίες του Νομού Κοζάνης, μεταξύ των οποίων και την Πυροσβεστική Υπηρεσία, για τη διαχείριση των συσκευών με ΡCΒs, δηλαδή την ύπαρξη και παραμονή, στο χώρο του Σταθμού της εκκαλούσας των πυκνωτών, οι οποίοι περιέχουν τις παραπάνω χημικές ενώσεις.

Τούτο συνέβη και κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 640 από 12-2-2001 έγγραφο του τότε Διευθυντή του ΑΗΣ ..... . Κατ' αυτόν τον τρόπο, δηλαδή με την έγγραφη επίσημη ειδοποίηση από την πλευρά της εκκαλούσας, η Πυροσβεστική Υπηρεσία γνώριζε την ύπαρξη επικίνδυνων ουσιών στον τομέα ευθύνης της, ώστε σε περίπτωση πυρκαγιάς ή άλλου έκτακτου συμβάντος, στο οποίο έχει κατά νόμο την υποχρέωση να επέμβει [άρθρα 1, 10, 15 παρ. 9, 24 του π.δ/τος 8/1991 "περί οργανώσεως και λειτουργίας του Πυροσβεστικού Σώματος"), να είναι προετοιμασμένη να επέμβει με τον επιβαλλόμενο τρόπο και να μην προκύψουν κίνδυνοι για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, τόσο των ανδρών της Υπηρεσίας αυτής, όσο και των τρίτων, που τυχόν θα εμπλέκονταν στις επιχειρήσεις κατάσβεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα με τους προστηθέντες υπαλλήλους της είχε καταγράψει και επισημάνει από το 1991 τις συσκευές που περιείχαν ΡCΒs, πραγματοποιούσε ελέγχους συντήρησης, σύμφωνα με τις οδηγίες διαχείρισης αυτών, τηρούσε μητρώο με τυχόν μεταβολές τους, και βάσει της παραπάνω ΚΥΑ, προγραμμάτιζε τη σταδιακή απομάκρυνση τους μέχρι το έτος 2008.

Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος ΑΗΣ του ..... υφίσταται κατ' έτος έλεγχο και επιθεώρηση από την αρμόδια επιτροπή (Διεύθυνση Πολιτικής Άμυνας Κοζάνης) στην οποία συμμετέχουν αξιωματικοί της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, εκπρόσωποι των Τεχνικών Υπηρεσιών και της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας της Νομαρχίας, όπως δε προκύπτει από το 57/1 Π3-β/12-11-2001 έγγραφο, ο τελευταίος έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή, το Νοέμβριο του 2001 και αφορούσε μεταξύ άλλων την Πυρασφάλεια, δεν διαπίστωσε καμία παράλειψη ούτε διατύπωσε κάποια παρατήρηση.

Όσον αφορά ειδικότερα τα μέτρα Πυροπροστασίας, ο Σταθμός διέθετε τον αναγκαίο πυροσβεστικό εξοπλισμό, ήτοι πυροσβέστες δικούς του, δύο από τους οποίους ήταν παρόντες και ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν για την κατάσβεση της εν λόγω πυρκαγιάς τη νύκτα της 25-12-2001, διέθετε επίσης πυροσβεστήρες, πυροσβεστικό όχημα και άγημα πυρκαγιάς το οποίο εκπαιδεύεται σε ασκήσεις κατάσβεσης.

Έτσι αφενός και κυρίως με την άμεση επέμβαση των πυροσβεστών της Π.Υ., μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος και αφετέρου με τη συμβολή των πυροσβεστών της εκκαλούσας, η μεγάλη ένταση της φωτιάς κατασβέστηκε μέσα σε 2 περίπου ώρες (στις 23:30 περίπου) και αποφεύχθηκε ο επαπειλούμενος μέγιστος κίνδυνος, της έκρηξης υδρογόνου υπό πίεση από τη Γεννήτρια, που θα είχε ολέθριες συνέπειες σε ανθρώπους και στο περιβάλλον γενικότερα.

Όσον αφορά στον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι δεν είχε κοινοποιηθεί από την εκκαλούσα στην Π.Υ. σχεδιάγραμμα του συγκεκριμένου χώρου όπου βρίσκονταν οι πυκνωτές και δεν είχε αναρτήσει (η εκκαλούσα) τις κατόψεις του χώρου αυτού στις εγκαταστάσεις της, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η μη αποστολή στην Π.Υ διαγράμματος του χώρου των πυκνωτών, παράλειψη την οποία δεν αρνήθηκε με την κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Α, δεν αποδείχθηκε ότι είχε έννομες συνέπειες στην εν γένει αντιμετώπιση από τον ενάγοντα και την Υπηρεσία του της πυρκαγιάς, αφού όταν λήφθηκε από την τελευταία η ειδοποίηση, για να μεταβούν στο Σταθμό της εκκαλούσας, όπου είχε εκδηλωθεί η πυρκαγιά, ο ίδιος και οι συνάδελφοι του βρίσκονταν ήδη στον περίβολο αυτού, στο Κ.Υ.Τ. (Κέντρο Υπερύψηλης Τάσης) και έσπευδαν στο χώρο της Μονάδας II, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα, λόγω της πίεσης του χρόνου και της ανάγκης άμεσης επέμβασης τους, να επιστρέψουν στην Υπηρεσία τους και να εφοδιαστούν με το διάγραμμα του χώρου του ΑΗΣ, το οποίο εξάλλου κατά τη συγκεκριμένη στιγμή της κατάσβεσης της φωτιάς δε θα ήταν ευχερές να αναγνώσουν και να μελετήσουν, ούτε βέβαια, για τον ίδιο λόγο, η ανάρτηση σε κάποιο σημείο της Μονάδας της κάτοψης του συγκεκριμένου χώρου θα είχε πρακτική αξία, αφού αυτή (κάτοψη) δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή από μη ειδικούς όπως οι πυροσβέστες, μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο, όπου η κατάσταση ήταν έκρυθμη.

Το ζήτημα αυτό, δηλαδή, της γνώσης της ακριβούς θέσης των πυκνωτών ή και των άλλων συσκευών που περιείχαν ΡCΒs όπως π.χ. των μετασχηματιστών, το οποίο όπως προεκτέθηκε, ήταν γνωστό και υπαρκτό πρόβλημα στην Π.Υ., θα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί από την πλευρά της, με ασκήσεις ετοιμότητας σε προηγούμενο χρόνο και γενικά με τη χρήση του κατάλληλου εξοπλισμού [ειδικές στολές προστασίας από χημικές ουσίες, ξηρά σκόνη για την κατάσβεση κ.λ.π.] που, όμως, όπως συνομολογείται, δεν είχε γίνει μέχρι την ημέρα της πυρκαγιάς, παρά το γεγονός ότι οι εγκαταστάσεις της εκκαλούσας αποτελούν το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της περιοχής ευθύνης της,

ΙΙ) Επιπροσθέτως, αν η ενημέρωση αυτή, για την ακριβή θέση των παραπάνω κρίσιμων συσκευών είχε προηγηθεί, με τη μέριμνα και πρωτοβουλία της Π.Υ., δεν θα χρειαζόταν οποιαδήποτε ενημέρωση του εφεσίβλητου και των λοιπών πυροσβεστών από τους παριστάμενους, τη στιγμή της άφιξήριριριριριριριριτης Μονάδας II, κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, εργαζομένους και εκπροσώπους της εκκαλούσας, στην οποία ο εφεσίβλητος αποδίδει και την έλλειψη της πληροφόρησής του αυτής, κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, III).

Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς εμφανίστηκαν αναζωπυρώσεις σε ορισμένα σημεία της Μονάδας II, κατά τις δύο επόμενες ημέρες, κατά τις οποίες και πάλι ο εφεσίβλητος κλήθηκε από την Υπηρεσία του να συνδράμει, όπως και έκανε, ανταποκρινόμενος πλήρως στο υπηρεσιακό του καθήκον. Στις 27-12-2001, άρχισε η λεπτομερής καταγραφή των ζημιών, οπότε διαπιστώθηκε, ότι η πυρκαγιά προσέγγισε και στα ερμάρια των πυκνωτών, αλλά από τον οπτικό έλεγχο που έγινε από τον αρμόδιο Υποτομεάρχη ηλεκτρολογικής συντήρησης, Β, δεν διαπιστώθηκε διαρροή ή παραμόρφωσή τους εκείνη την ημέρα.

Ακολούθησαν καθημερινές επιθεωρήσεις των πυκνωτών και για πρώτη φορά, στις 4-1-2002, διαπιστώθηκε απώλεια βάρους σε δύο από τους τρεις πυκνωτές, γεγονός που υποδήλωνε απώλεια μονωτικού ελαίου. Τότε ενημερώθηκε άμεσα από τον Διευθυντή του Σταθμού, Γ, ο προαναφερόμενος μάρτυρας, Διευθυντής Εκμετάλλευσης Θερμοηλεκτρικών Σταθμών (ΔΕΘ) Επικράτειας Αθ.

Χαντάβας) και από 7-1-2002, άρχισε μεγάλη κινητοποίηση των αρμοδίων της εκκαλούσας για την ταχεία ανίχνευση πιθανότητας ύπαρξης PBCs στους πυκνωτές. Σημειώνεται εδώ ότι η κατασκευάστρια αυτών γαλλική εταιρία ΑLSTHΟΜ, η οποία και εγκατέστησε αυτούς στη Μονάδα

ΙΙ της εκκαλούσας, το 1981, αν και είχε ερωτηθεί εγγράφως δύο φορές το 1985 από τους αρμοδίους της τελευταίας, για την ύπαρξη PBCs στους πυκνωτές, δεν απάντησε σχετικώς. Γι' αυτό η αντιμετώπιση των πυκνωτών από την πλευρά της εκκαλούσας ήταν, ότι επρόκειτο για συσκευές που περιέχουν PBCs, για λόγους ασφαλείας. Στις 8-1-2002, ενώ ακόμη δεν ήταν εξακριβωμένη η παρουσία των παραπάνω ουσιών, η εκκαλούσα, σε συνεργασία με το Κλιμάκιο Υγιεινής και Ασφάλειας Εργασίας έλαβε προληπτικά μέτρα για να καλυφθεί και το δυσμενέστερο αυτό ενδεχόμενο. Τα μέτρα αυτά ήταν, η απαγόρευση εισόδου στο χώρο της Μονάδας

ΙΙ και η χρήση μέτρων ατομικής προστασίας σε όσους εργαζόμενους της εκκαλούσας ήταν επιβεβλημένη η είσοδος. Στις 9-1-2002, το πιο πάνω Κλιμάκιο προέβη σε αντιπροσωπευτικές δειγματοληψίες σε λάδι και ασβεστοποιημένη καπνιά, για τον προσδιορισμό της ακριβούς σύστασης του μονωτικού ελαίου και των προϊόντων της καύσης αυτού.

Τα δείγματα στάλθηκαν προς έλεγχο σε διαπιστευμένα εργαστήρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Ιταλία), Στις 17-1-2002, επειδή όλες οι πληροφορίες συνέτειναν στο ότι επρόκειτο για PBCs, ενημερώθηκε, από το Διευθυντή του ΑΗΣ ο Αρχηγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, γεγονός που δεν αμφισβητείται (βλέπε και καταθέσεις όλων των μαρτύρων - πυροσβεστών στη δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης).

Ακολούθως, στις 23-1-2001, το παραπάνω εργαστήριο αποφάνθηκε ότι το χρωματογραφικό προφίλ του δείγματος ελαίου προσομοιάζει με Αroclor 1232, δηλαδή με ΡCΒ χαμηλής περιεκτικότητας σε χλώριο. Η περιεκτικότητα σε Aroclor που διέφυγε, ήταν βάρους 1,8 κιλών περίπου, όπως έχει εκτεθεί. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς δεν υπήρξε καθυστέρηση και μάλιστα δόλια, από την πλευρά της εκκαλούσας ως προς την ενημέρωση για την ύπαρξη των PBCs στους πυκνωτές έναντι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και ειδικότερα έναντι του εφεσίβλητου, αφού και πριν από την επίσημη ενημέρωση της ίδιας (εκκαλούσας) που έγινε στις 23-1-2002, ο Διευθυντής της είχε ήδη ενημερώσει τηλεφωνικά τον προϊστάμενο του εφεσίβλητου, τον Νομάρχη Κοζάνης και την Επιθεώρηση Εργασίας, IV).

Μετά τη διαπίστωση αυτή η εκκαλούσα προέβη στη διενέργεια ελέγχου των επιπέδων PBCs, διοξινών και φουρανίων στο αίμα των ατόμων που τυχόν εκτέθηκαν κατά την πυρκαγιά (πυροσβεστών και εργαζομένων της). Ο αιματολογικός έλεγχος διενεργήθηκε από το πανεπιστημιακό εργαστήριο της Γερμανίας GSF (Istitut fur Okologische Chemie), με το οποίο συνεργάζεται ο "Δημόκριτος".

Σύμφωνα με την από 4-9-2002 προκαταρκτική έκθεση των Καθηγητών Δ της Εθνικής Σχολής Επαγγελματικής Υγιεινής Δημόσιας Υγείας και Ε, Διευθυντή του ως άνω γερμανικού Ινστιτούτου Οικολογικής Χημείας, σε αναλύσεις 82 δειγμάτων αίματος "Οι συγκεντρώσεις διοξινών και φουρανίων στα δείγματα αίματος των πυροσβεστών καθώς και των εργαζομένων στη ΔΕΗ προσδιορίσθηκαν στη μέση τιμή των 7,22 ηg ΤΕΟ.

Αυτή η τιμή είναι μακράν χαμηλότερη, συγκρινόμενη με τη μέση τιμή πληθυσμών άλλων ευρωπαϊκών χωρών (μέση τιμή ευρωπαϊκού πληθυσμού 44 ηg ΤΕΟ). Συμπερασματικά οι συγκεντρώσεις διοξινών και φουρανίων στο αίμα των ανθρώπων που εξετάσθηκαν δεν αντανακλούν κάποια επιβλαβή κατάσταση, ούτε για τους πυροσβέστες ούτε για τους εργαζόμενους της ΔΕΗ και δεν είναι αναγκαία κάποια άλλη έρευνα".

Ομοίως, σύμφωνα με την από 17-122002 εκτίμηση του Δ "οι παραπάνω τιμές των συγκεντρώσεων (τις οποίες αναγράφει), δηλαδή των διοξινών μαζί με τις συγκεντρώσεις των φουρανίων και των PCBs, δεν θεωρούνται ικανές να προκαλέσουν βλάβες στην υγεία των ανθρώπων". Επίσης, σύμφωνα με την από 19-12-2002 τελική έκθεση των προαναφερόμενων καθηγητών, οι μετρήσεις των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων των πυροσβεστών και εργαζομένων της ΔΕΗ, που πήραν μέρος στην κατάσβεση, οι οποίες (μετρήσεις) έγιναν από το παραπάνω εργαστήριο, είχαν το εξής αποτέλεσμα: "Οι συγκεντρώσεις σε PCBs είναι χαμηλότερες από το μέσο όρο των συγκεντρώσεων που παρατηρούνται στο γενικό πληθυσμό των βασικά ανεπτυγμένων χωρών της Ε.Ε.

Η συνολική συγκέντρωση των διοξινών και φουρανίων είναι παρόμοια ή χαμηλότερη από αυτή που ισχύει στις άλλες βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες όπου έχουν ή είχαν χρησιμοποιηθεί PCBs". Με τις παραπάνω επιστημονικές εκτιμήσεις ταυτίζεται και η από 17.3.2003 έγγραφη γνωμοδότηση του ΣΤ, Επί,. Καθηγητή Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία συμπερασματικά καταλήγει ότι η έκθεση των παραπάνω εξετασθέντων στις ουσίες αυτές κατά το ατύχημα της 25.12.2001 ήταν αμελητέα.

Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ουδείς από τα θεωρούμενα "εκτεθειμένα" άτομα παρουσίασε την οποιαδήποτε επιδείνωση της κλινικής του κατάστασης ή διαταραχή των αιματολογικών και βιοχημικών του εξετάσεων. Έτσι κρίθηκε ότι δεν απαιτείτο να γίνει κάτι άλλο πέραν των θεσμοθετημένων περιοδικών ελέγχων της υγείας των εργαζομένων.

Παράλληλα διενεργήθηκαν κατόπιν συνεργασίας της εκκαλούσας με το Νομάρχη Κοζάνης έλεγχοι, για τις τυχόν γενικότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον από την έκλυση των παραπάνω χαρακτηριζόμενων ως τοξικών αερίων. Οι έλεγχοι αυτοί ανατέθηκαν στο Εργαστήριο Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος του ΑΠΘ για τη διερεύνηση τυχόν επιβαρύνσεων στο χώρο του ΑΗΣ και της γύρω περιοχής από τοξικές ουσίες και στο Εργαστήριο Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών του ΕΜΠ για τη διερεύνηση σχηματισμού οργανικών ενώσεων από την επίδικη πυρκαγιά.

Τα πορίσματα των παραπάνω ελέγχων καταλήγουν στο γενικό συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε επιβάρυνση του περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής του ΑΗΣ από την καύση του μονωτικού ελαίου και των προϊόντων της καύσης αυτού. Ειδικότερα, όσον αφορά το πρώτο από τα παραπάνω Εργαστήρια η αξιολόγηση του καθηγητή Ζ έχει ως εξής: "όλα τα στοιχεία που προέκυψαν από τις διάφορες αναλύσεις σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία και την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία δείχνουν ότι η πυρκαγιά στη γεννήτρια του ΑΗΣ .....

δεν είχε επιπτώσεις στο περιβάλλον από διοξίνες, φουράνια και PCBs".Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η έρευνα του Εργαστηρίου του Ε.Μ.Π., του οποίου ο επιστημονικός υπεύθυνος Ι εκτιμά ότι, όσον αφορά το σχηματισμό διοξινών και φουρανίων από τη συγκεκριμένη πυρκαγιά, η επιβάρυνση στον εργοστασιακό και γύρω χώρο ήταν κατά πολύ μικρότερη από μία συνηθισμένη πυρκαγιά σε αποθήκη πλαστικών.

Η επισήμανση αυτή, ότι δηλαδή η επιβάρυνση που προέκυψε από την καύση πλαστικών [καλωδίων] βάρους 250 κιλών περίπου ήταν πολλαπλάσια της επιβάρυνσης που προήλθε από την καύση PCBs, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αξιολογείται από τον εφεσίβλητο, ο οποίος ουδεμία νύξη κάνει περί της καύσης, πλην άλλων και των εν λόγω πλαστικών, που ήταν γνωστό ότι υπήρχαν στις εγκαταστάσεις της εκκαλούσας και ότι κατά την καύση τους επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην υγεία και στο περιβάλλον.

Από τις παραπάνω εργαστηριακές εξετάσεις προέκυψε επίσης ότι τα επιφανειακά ύδατα είχαν μικρότερη τιμή PCBs από το επιτρεπτό όριο που ισχύει στις ΗΠΑ για το πόσιμο νερό. Επίσης στα δείγματα λάσπης συγκεντρώσεις των εν λόγω ουσιών ήταν μικρές. Από το σύνολο των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος υπέστη βλάβη στην υγεία του συνεπεία της επαφής του με τις άνω τοξικές ουσίες.

Ο τελευταίος επικαλούμενος πλην των άλλων καταθέσεων, που λήφθηκαν κατά την προανάκριση από τον Πταισματοδίκη Κοζάνης, ιδίως αυτές των Η, Διευθυντή Ερευνών στο Ινστιτούτο Φυσικοχημείας "Δημόκριτος" και Θ, Αρχιάτρου, Διευθυντή του Υγειονομικού του Π. Σ. ισχυρίζεται (κατά τα παραπάνω, ότι έχει προσβληθεί από τοξικά αέρια, τα οποία προήλθαν κατά τη διάρκεια της κατάσβεσης από τη διαρροή του Aroclor και ότι υπέστη βλάβη στην υγεία του.

Όμως, οι προαναφερόμενες καταθέσεις δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο πρόβλημα της υγείας του ή βλάβη κάποιου οργάνου του σώματος του, που επήλθε ως συνέπεια της έκθεσης του στα παραπάνω τοξικά, αλλά απλώς αναφέρονται στους κινδύνους που μπορούν θεωρητικά να προκύψουν, σε περίπτωση παρόμοιου ατυχήματος.

Τούτο συνάγεται από ενδεικτικό απόσπασμα της από 12-2-2003 κατάθεσης του πιο πάνω Αρχιάτρου, ο οποίος αναφορικά με τις αποσταλείσες στον ίδιο ιατρικές εξετάσεις των πυροσβεστών, κατέθεσε ότι :"σε κάποιες εξετάσεις διεπίστωσα κάποια προβλήματα, πλην όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορώ να τα αποδώσω τεκμηριωμένα στην επίδοση των τοξικών ουσιών.

Στα άτομα που παρουσιάζουν κάποια προβλήματα συνέστησα περαιτέρω εξετάσεις και σε κάποιους εισαγωγή σε νοσοκομείο. Οι νεότερες εξετάσεις δείχνουν τα προϋπάρχοντα προβλήματα, τα οποία όμως εγώ δεν μπορώ να αποδώσω τεκμηριωμένα σε επίδραση τοξικών ουσιών και τα αποδίδω μάλλον σε παθολογικά αίτια". Βεβαίως για λόγους ασφαλείας, ο εν λόγω μάρτυρας πρότεινε συγκεκριμένες και επαναλαμβανόμενες ιατρικές εξετάσεις καθώς και την καταστροφή σε κλίβανο 1200ο C όλου του ατομικού και πυροσβεστικού εξοπλισμού των πυροσβεστών που ασχολήθηκαν με την κατάσβεση της πυρκαγιάς.

Ο ίδιος συνέστησε διενέργεια εξετάσεων αίματος στους πυροσβέστες ανά εξάμηνο και επ' αόριστο με δικές του οδηγίες. Όμως, ο εφεσίβλητος, καμία ιατρική εξέταση του, τόσο από το εγγύτερο της πυρκαγιάς χρόνο όσο και μετέπειτα δεν προσκομίζει, από την οποία να προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας του, συνδεόμενο άμεσα ή έμμεσα με την επίδικη πυρκαγιά.

Σημειώνεται ότι ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι υπέστη σημαντική μείωση των αιμοπεταλίων του, η οποία μετριάστηκε κατόπιν θεραπείας του με κορτιζόνη και ότι αυτός νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης και κατ' οίκον επικαλούμενος το από 13-3-2002 έγγραφο του ΑΧΕΠΑ, την από 20-4-2002 παθολογοανατομική έκθεση του Αν.

Διευθυντή του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου και τις από 1-5-2002 ιατρικές εξετάσεις, που όμως, δεν προσκομίζει στο Δικαστήριο τούτο, ώστε να καταστεί δυνατή η αξιολόγησή τους. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι από παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του, πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν".

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος - ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι'αυτής λόγων. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου αν αυτός, δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Αντίστοιχα για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και επιπρόσθετα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνδέεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως".

Εξάλλου, από τις διατάξεις για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν, η μεν πρώτη ότι "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", η δε δεύτερη ότι "στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος τη προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις", σαφώς προκύπτει ότι η ικανοποίηση για την ηθική βλάβη παρέχεται μόνον όταν συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο ρητώς μνημονεύεται στην προαναφερθείσα διάταξη (Α' Ολ.ΑΠ 8/2008).

Οι εν λόγω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις παρανόμων ενεργειών, πράξεων ή παραλείψεων, με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα υπό οποιαδήποτε εκδήλωσή της, σωματική, ψυχική, πνευματική, κοινωνική, στην έννοια της οποίας εντάσσεται όχι μόνον η ζωή και η υγεία, αλλά και η διακινδύνευσή τους, η οποία είναι δυνατό να επέλθει και στην περίπτωση κατά την οποία κάποιος, κατά παράβαση επιβαλλόμενης από το νόμο υποχρεώσεώς του, παραλείπει να ενημερώσει άλλον για κίνδυνο που τον απειλεί και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, στερώντας του τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτό εκτός αν η απαγορευμένη κατ' αρχή διακινδύνευση των εννόμων αυτών αγαθών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εκτεθέντος, δικαιολογείται από ειδική εξειδίκευση του νόμου.

Το παράνομο της συμπεριφοράς του προσβολέα καθορίζεται από τις λοιπές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Τέτοιες διατάξεις αποτελούν και εκείνες του ΠΔ. 445/1983, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία με την κοινοτική ως προς τους περιορισμούς στη χρήση των πολυχλωροδιφαινυλίων [ΡCΒ's], αυτές της Υ.Α 72751/3054/22.10/1.11.1935 περί "Τοξικών και επικίνδυνων αποβλήτων και την διαχείριση και εξάλειψη των πολυχλωροτριφαινυλίων σε συμμόρφωση προς τις οδηγίες 78/319, 76/403 και 75/349 ΕΟΚ", καθώς και από την πρόσφατη υπ' αριθμ. 7589/731/11-4-2000 ΚΥΑ για τον καθορισμό "μέτρων και όρων για την διαχείριση των πολυχλωροδιφαινυλίων και πολυχλωροτριφαινυλίων" και ιδίως τις διατάξεις των αρθ. 1 § 2, 4 § 1, 2, 5, 6 § Α' αρ. 2 και Β' αυτής, των διατάξεων της υπ' αριθ.19396/1546/1997 Κοινής Υπουργικής Απόφασης "Μέτρα και όροι για τη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων" και της Απόφασης του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου [ΑΧΣ] 378/94 "ταξινόμηση, επισήμανση, συσκευασία των επικίνδυνων ουσιών", όπως ισχύει, και τέλος αυτών της ΚΥΑ 5697/590/29-3-2000 "Καθορισμός μέτρων και όρων για την αντιμετώπιση των κινδύνων από ατυχήματα μεγάλης έκτασης σε εγκαταστάσεις ή μονάδες λόγω της ύπαρξης επικίνδυνων ουσιών", που αφορούν την αποθήκευση, μεταφορά και καταστροφή των ουσιών αυτών καθώς και την διαχείριση των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων που τις περιέχουν τόσο κατά την κανονική λειτουργία τους, όσο και σε περιπτώσεις ατυχήματος και δη πυρκαγιάς, προκύπτει ότι χημικές ουσίες που καλύπτονται από την χημική oνομασία "πολυχλωροδιφαινύλια" θεωρούνται επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον και ότι, αν και ως προς την αντικατάσταση τους, όπου ήδη χρησιμοποιούνται, έχουν δοθεί διάφορες παρατάσεις μέχρι το έτος 2010, είναι απαγορευμένη, από το 1986, η παραγωγή τους, ενώ η αποθήκευση και η απόρριψη τους, που κυρίως ρυθμίζεται από τα ανωτέρω νομοθετήματα, πρέπει να γίνεται κατά τους οριζόμενους από αυτά κανόνες και περιορισμούς.

Βάσει των ανωτέρω διατάξεων ο κάτοχος ποσοτήτων PCBs ή συσκευών που περιέχουν ή περιείχαν [προ της απολυμάνσεώς τους] τέτοιες ουσίες υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να σημαίνει τις συσκευές αυτές καθώς και τους χώρους μέσα στους οποίους βρίσκονται με τα προβλεπόμενα προς τούτο σύμβολα της διεθνούς πρακτικής [δηλ.

τα γράμματα Χn και Ν] που υποδηλώνουν και το είδος του κινδύνου που προέρχεται από αυτές [δηλ. επιβλαβείς - πολύ τοξικές για το περιβάλλον]. Περαιτέρω, κάθε βιομηχανική μονάδα που διατηρεί σε χρήση ποσότητες αυτών των ουσιών υποχρεούται να τηρεί σχέδια πυρασφαλείας για την περίπτωση βιομηχανικού ατυχήματος.

Για την ΔΕΗ, όμως, μετά τη νομοθετική πρόβλεψη για απελευθέρωση της αγοράς ενεργείας, έχει χορηγηθεί, με την διάταξη του άρθ. 42 Ν.2773/1999, προσωρινή άδεια λειτουργίας όσων εγκαταστάσεών της προϋπήρχαν κατά την ψήφιση του νόμου, και συνεπώς για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτών η ΔΕΗ δεν υποχρεούται στην κατάρτιση τέτοιων σχεδίων μέχρι το 2005, οπότε και λήγει η προσωρινή της άδεια.

Τέλος, κατά το άρθρο 32 του ν.1568/1985, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία τους ή τη σωματική του ακεραιότητα.

Με τους διατυπούμενους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57,59 ΑΚ, Κ.Υ.Α. 7589/731/11.4.2000 και 32 ν.1568/1985. Ενώ, όμως, εκτίθεται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία απαραδέκτως πλήττει με την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα συγκεκριμένα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη μη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε. Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε από την άποψη της ευθείας ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως διαλαμβάνονται πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα (α) ότι δεν συντρέχει περίπτωση υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων αναφορικά με την αντιμετώπιση του ατυχήματος της πυρκαγιάς σε σχέση με την διαχείριση των ποσοτήτων PCBs και (β) ότι από την αιτία αυτή δεν επήλθε βλάβη της υγείας του ή διακινδύνευση αυτής, αγωγικοί ισχυρισμοί στους οποίους στηριζόταν η φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή του από την επικαλούμενη με τον τρόπο αυτό προσβολή της προσωπικότητάς του, επάλληλες κύριες αιτιολογίες εκάστη των οποίων αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό αυτής, με ορθή εφαρμογή των φερομένων ότι παραβιάσθηκαν διατάξεων. Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 50/4-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 67/4-4-2006 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ