17/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated17/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει του θάνατο του αντιδίκου του , δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 17 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 17/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Μπραζιώτης δήλωσε ότι η ανωτέρω απεβίωσε την 26-6-2006 και κληρονομήθηκε από τον σύζυγό της: 1. Ψ1 και τα τέκνα της: α. Ψ2, β. Ψ3 και γ. Ψ4, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται δι' εμού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1624/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ.
του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων( κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει του θάνατο του αντιδίκου του , δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η αναιρεσίβλητη Ψ αποβίωσε στις 26-6-2006, δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 23-8-2006, οι δε Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, που είναι σύζυγος και τέκνα, αντίστοιχα, και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως κληρονόμοι της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης.
Ενόψει τούτων, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους κληρονόμους της ανωτέρω αποβιώσασας διαδίκου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα νόμιμα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με την υπάρχουσα κάτω από αυτά εντολή της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος που έχει υπογράψει το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και την επ' αυτών σχετική επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ........., επιδόθηκαν στους ανωτέρω κληρονόμους της αναιρεσίβλητης στις 19-9-2007, 13-9-2007, 14-9-2007 και 12-9-2007, αντίστοιχα, τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων.
Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974,980,981,982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο συγκληρονόμος, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής (Ολ.ΑΠ 485/1982).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Χ1, που αποβίωσε στις 20-7-1959 χωρίς να αφήσει διαθήκη, ήταν κύριος κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου (βοσκότοπου), εκτάσεως 1.995,75 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην περιοχή ........, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν κατά τα άνω ποσοστά και στον αδελφό του Γ κατά το υπόλοιπο ποσοστό, 1/4 εξ αδιαιρέτου, με μεταβίβαση τούτου σε αυτούς, με αιτία την πώληση, από την προηγούμενη κυρία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ........
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Έδεσσας Στέργιου Κόκκαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ανωτέρω συγκύριος του επιδίκου, Χ1, κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Γ1 και τα τέκνα του Γ2 ( πατέρα του ενάγοντος), Γ3, Γ4 ( πρώτη εναγόμενη), Γ5 ( δεύτερη εναγόμενη), Γ6 και Γ7.
Στη συνέχεια, κατά το έτος 1968 αποβίωσε η σύζυγος του ως άνω κληρονομουμένου Γ1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα παραπάνω έξη τέκνα της. Από τους κληρονόμους αυτούς η εναγόμενη Ψ2, ήδη αναιρεσίβλητη, και η αρχικά συνεναγόμενη αδελφή της ........, η οποία αποβίωσε στις 20-1-2004 και δεν είναι διάδικος, αποδέχθηκαν τις κληρονομίες του πατέρα τους και της μητέρας τους, ( την πρώτη και για λογαριασμό της μητέρας τους), με την υπ' αριθμ. ........
πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελευθερίας Γκουτζαμάνη - Υφαντίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι έγιναν συγκύριες εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, η καθεμιά κατά το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο, ήτοι κατά ποσοστό 12/96 εξ αδιαιρέτου. Μετά το θάνατο του αρχικού συνιδιοκτήτη και δικαιοπαρόχου των διαδίκων Χ1, όλοι οι προαναφερόμενοι συγκληρονόμοι -συγκοινωνοί εκμίσθωναν το επίδικο ακίνητο σε κτηνοτρόφους της περιοχής, μέσω της Β1, συζύγου του εξ αυτών Γ7, η οποία μετά το θάνατο του συζύγου της απέκτησε με αγορές και τα επί του επιδίκου μερίδια των αδελφών αυτού, Γ6 και Γ3.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης της μάρτυρα Β1 και επιβεβαιώνονται και από την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη του μάρτυρα Ζ1, πρώτου εξαδέλφου του ενάγοντος, ο οποίος κατέθεσε ότι ο τελευταίος ουδέποτε γνωστοποίησε στους υπόλοιπους συννομείς του επιδίκου την πρόθεσή του να νέμεται και τις δικές τους μερίδες σ' αυτό, για δικό του λογαριασμό.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τα μισθώματα του επιδίκου ακινήτου, που συνίσταντο είτε σε είδος ( τυρί κ.λ.π.), είτε σε χρήματα, διαμοιράζονταν σε όλους τους συγκύριους. Οι θεμελιωτικοί της αγωγής ισχυρισμοί του ενάγοντος, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν κατά ποσοστά 3/8 εξ αδιαιρέτου με άτυπη παραχώρηση προς αυτόν από τον πατέρα του Γ2, ότι στον τελευταίο επίσης είχε περιέλθει με άτυπη δωρεά από το δικό του πατέρα Χ1, καθόσον εφαρμόστηκαν τα έθιμα των Σαρακατσάνων, σύμφωνα με τα οποία τα ακίνητα της οικογένειας περιέρχοναν μόνο στα άρρενα τέκνα, ενώ αποκλείονταν οι θυγατέρες, στις οποίες δίδονταν μόνο χρήματα και ρουχισμός, οι δε αδελφές του πατέρα του, μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη Ψ, είχαν παραχωρήσει σ' εκείνον τα επί του επιδίκου κληρονομικά μερίδιά τους και ότι αυτός (ενάγων) κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, αποκλειστικά για τον εαυτό του, όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας του, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι.
Τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων, ενεργώντας από κοινού με τους εξαδέρφους του Ψ4, γιο της εναγομένης, και Ζ1, γιο της θείας του Γ4, και Γ, ανέθεσαν στο μηχανικό ........ την εκπόνηση μελέτης αποτερματισμού, την οποία και υπέβαλαν ακολούθως στις 3-5-1998 στην αρμόδια Επιτροπή και με βάση αυτήν εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Δασών του Ν.
Πέλλας το από ....... πρωτόκολλο αποτερματισμού και οριοθέτησης του επιδίκου ακινήτου, το οποίο και κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη Ψ, ως συγκληρονόμο της ακίνητης περιουσίας των γονέων της. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά 3/8 εξ αδιαιρέτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 974, 980, 982 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 984 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά την προσβολή της νομής με αποβολή του νομέα (επιλήψιμη νομή) και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης των αναγκαίων, κατά τις άνω διατάξεις του ΑΚ, περιστατικών στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση συγκυριότητας, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, από τον αναιρεσείοντα στο επίδικο ακίνητο, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία αποτελούσε και τη μοναδική βάση της αγωγής του.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που, με την επίφαση της επίκλησης των από τις άνω διατάξεις του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης ,περιέχουν αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης ( Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Π.ολ.Δ.
πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αυτός είχε προτείνει για τη θεμελίωση του επιστηρίζοντος επικουρική βάση της αγωγής ισχυρισμού του, ότι κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και ειδικότερα ότι αυτός από το έτος 1974, που έλαβε ατύπως από το δικαιοπάροχο πατέρα του τη συννομή του επιδίκου ακινήτου, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, και μέχρι το έτος 2003 που η αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε τη συγκυριότητά του, δηλαδή για μία τουλάχιστον εικοσαετία, νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, κατά τα εν λόγω ιδανικά μερίδια, και έτσι απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου, κατά τα μερίδια αυτά, με έκτακτη χρησικτησία, αδιαφόρως του εάν ο δικαιοπάροχος πατέρας του δεν είχε γνωστοποιήσει στους λοιπούς συγκληρονόμους του και συννομείς του επιδίκου την πρόθεσή του να νέμεται για δικό του λογαριασμό και τα μερίδιά τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι, μετά το θάνατο του αρχικού συνιδιοκτήτη Χ1, όλοι οι συγκληρονόμοι - συγκοινωνοί νέμονταν από κοινού το επίδικο ακίνητο, μέσω της Β1, και ότι ούτε ο ενάγων, ούτε πριν από αυτόν ο δικαιοπάροχος πατέρας του, κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, για δικό του λογαριασμό, και κατά τα ανήκοντα στους λοιπούς συγκληρονόμους και συννομείς ποσοστά εξ αδιαιρέτου, έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, αλλά έκρινε ότι αυτά δεν αποδεικνύονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ
την από 8-8-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1624/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ( 1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ