Legislator Case Law & Legislation
179/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments about the judge's statement lack legal standing.

Case Number 179/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the first-instance president admitted their right and that the clerk's refusal to sign the verdict constituted a procedural error. The court ruled these claims were inadmissible because they did not constitute substantive grounds for appeal under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Civil Procedure Code; Arguments alleging a first-instance judge admitted the appellant's right or a clerk's refusal to sign a verdict are inadmissible if they do not constitute substantive grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code grounds for appeal inadmissible appeal substantive grounds procedural error annulment request court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 561 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Articles 106, 176, 183 and 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 179 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Α. Τ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας COSMOTE - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΕΣ Α.Ε. η οποία εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Βούρβαχη, που ανακάλεσε την από 13/01/2025 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο αναιρεσείων αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια της Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Ο Αναιρεσείων αφού ζήτησε και έλαβε εκ νέου το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου δήλωσε ότι παραιτείται από την από 27/12/2024 Ανακοίνωση Δίκης μετά Προσεπικλήσεως σε Πρόσθετη Παρέμβαση την οποία κατέθεσε στην Γραμματεία του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στις 27/12/2024.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-04-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 753/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η υπ' αριθμ. 4510/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-12-2022 αίτησή του και τους από 17/12/2024 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από 29.12.2022 (και με αριθμό καταθέσεως 10547/1215/30.12.2022), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 4510/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν, μετά τη συνεκδίκασή τους, την από 27.07.2020 έφεση και τους από 07.01.2021 πρόσθετους λόγους αυτής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ 753/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 25.04.2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία είχε ως αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 7.425.056,65 ευρώ και δη: α) το ποσό των 241.229,06 ευρώ αναγνωριστικά ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη από την απώλεια των εισοδημάτων του ως δικηγόρου και β) το ποσό των 7.483.752,75 ευρώ -εκ του οποίου 58.696,61 ευρώ καταψηφιστικά και 7.425.056,65 ευρώ αναγνωριστικά- ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, προκληθείσας από αθέμιτη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 1η.12.2022 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 30.12.2022. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

3.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τροποποιήθηκε και διαμορφώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 και ισχύει από 1η.01.2022 (άρθρο 120 του νόμου αυτού), που εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, κατά το άρθρο 116 παρ. 2 β του ιδίου νόμου, όπως το τελευταίο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 του ΚΠολΔ, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Κατά το εδάφιο β' της ίδιας διατάξεως, αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 111 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει ότι τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στη δικάσιμο που αρχικώς είχε ορισθεί κατά το άρθρο 568 παρ.

του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 143/1984). Η παράλειψη τηρήσεως των άνω διατυπώσεων ή της μιας εξ αυτών έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων ελλείψει προδικασίας και, συνακόλουθα, την απόρριψή τους και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 476/2019, ΑΠ 1219/2014). Η παραπάνω προθεσμία είναι ενεργείας για τον αναιρεσείοντα και προπαρασκευαστική για τον αναιρεσίβλητο και υπολογίζεται κατά το άρθρο 144 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Δηλαδή, δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022 ΑΠ 506/2021) ούτε όμως και οι αμέσως προηγούμενες της αρχικής δικασίμου αργίες και εξαιρετέες ημέρες.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας".

Από τη σαφή διατύπωση της ως άνω διατάξεως, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας την οποία καθιερώνουν, τυγχάνουν εφαρμογής τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως ή την ενέργεια ορισμένης πράξεως, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μμ, της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 956/2021).

Τέτοια προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν παρέλθει από την κατάθεση και την επίδοση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως μέχρι την ημέρα συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η) ημέρα, πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 908/2025, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 476/2019, ΑΠ 264/2018).

4.- Από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την από 26.09.2023 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η συζήτηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για τη σημερινή δικάσιμο της 20ης.01.2025.

Στις 20.12.2024, σύμφωνα με την συνημμένη -υπ' αριθμόν ....2024- οικεία πράξη καταθέσεως, η οποία συντάχθηκε αρμοδίως, ο αναιρεσείων κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 17.12.2024 ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, του οποίου επικυρωμένο αντίγραφο επέδωσε αυθημερόν, ήτοι στις 20.12.2024, στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο υπ' αριθμόν ....2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ.

Μ. Από την επομένη ημέρα της επιδόσεως του εν λόγω δικογράφου, οπότε άρχισε να τρέχει η προθεσμία του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και μέχρι την ορισθείσα δικάσιμο της υποθέσεως (20.01.2015) παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριάντα ήμερών, αφού η 30η ημέρα της προθεσμίας αυτής, όπως τούτο προκύπτει από το εν χρήσει ημερολόγιο, συμπίπτει με την 19η.01.2025 που είναι ημέρα Κυριακή, η οποία είναι εξαιρετέα ημέρα, ώστε η άνω προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, έληγε στις 7:00 μ.μ.

της επομένης εργάσιμης ημέρας, ημέρα Δευτέρα 20.01.2025, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, δοθέντος ότι η 20η.01.2025 είναι και η δικάσιμος της υποθέσεως, η συζήτηση της οποίας είχε ορισθεί για τις 9:30 πμ της ημέρας αυτής, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η κατά νόμον 30ήμερη προθεσμία, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ημέρα καταθέσεως και επιδόσεως, αλλά και η ημέρα της δικασίμου δεν υπολογίζονται.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι συνεκδικάζονται με την αίτηση αναιρέσεως λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ), ασκήθηκαν εκπροθέσμως. Εκ τούτου είναι απαράδεκτοι και συνακόλουθα απορριπτέοι και αυτεπαγγέλτως για το λόγο αυτό, κατά το διατακτικό.

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνη με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 917/2020). Τέτοια αίτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, είναι, ιδίως, εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής και της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα, και των ενδίκων μέσων, όχι όμως και οι επιμέρους λόγοι της εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, που αφορούν σε πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες αυτής σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1554/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 455/2021, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 869/2018).

Κατά την τελευταία διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της άνω διατάξεως, των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς, καταλύουν ή παρακωλύουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).

Επομένως, δεν συνιστούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα (νομικά ή πραγματικά) ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), ούτε και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1026/2022), ή οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία λόγου εφέσεως, οι οποίοι αποκρούονται με την παραδοχή ή την απόρριψή του, ή τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017).

Πράγμα, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους εκφέρονται παράπονα κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είτε απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος είτε, αντιθέτως, έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσιβλήτου (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 473/2024, ΑΠ 994/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 248/2019), εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η λήψη υπόψη και η παραδοχή τους θα οδηγούσε στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 570/2008).

Για την ίδρυση δηλαδή του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή/και άλλο λόγο εφέσεως (ΑΠ 1700/2024, ΑΠ 473/2024, ΑΠ 1108/2021, ΑΠ 451/2019, ΑΠ 1029/2018). Αν ο λόγος αφορά στη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού περί δεδικασμένου πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι έγινε προβολή στο δικαστήριο της ουσίας του εν λόγω ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας: α) την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως, β) την ταυτότητα των διαδίκων ή τα πρόσωπα υπερ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και στην επίδικη διαφορά, γ) την ταυτότητα της διαφοράς, ήτοι της ιστορικής και νομικής αιτίας επί της οποίας στηρίζεται η ένδικη αξίωση και δ) την υποβολή αιτήματος παραδοχής ή, αναλόγως, απορρίψεως της αγωγής λόγω υπάρξεως δεδικασμένου (ΑΠ 514/2002 Δ 2003.629).

Μόνη η αναφορά της αποφάσεως και του περιεχομένου αυτής δεν αρκεί (ΑΠ 1700/2024, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 2/2006). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 305 περ. 5 του ΚΠολΔ το πρωτότυπο της αποφάσεως πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, "το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης". Ωστόσο, οι διατάξεις της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνονται υπό ορισμένο τύπο και να παρατίθενται σε ορισμένο μέρος της (στο διατακτικό της), αλλά μπορούν να υπάρχουν και στο αιτιολογικό της, αρκεί το δικαστήριο να μην περιορίζεται στο να εκφέρει απλώς σκέψεις για το παραδεκτό ή την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, αλλά να εκφέρει με σαφή, ακριβή και αναντίλεκτη διατύπωση του αιτιολογικού, την απόφανσή του για την παραδοχή ή απόρριψη του ισχυρισμού.

6.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25.04.2018 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης αιτούμενος αποζημίωση λόγω αποθετικής ζημίας (απώλεια εισοδημάτων) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβη ένεκα της επικαλούμενης αδικοπραξίας που τελέσθηκε εις βάρος του από την αθέμιτη επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του από τα όργανα της εναγομένης, που συνιστούσε προσβολή της προσωπικότητάς του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμόν 753/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε: α) την από 27.07.2020 έφεσή του, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνει γενικώς, αλλά και με τους εκτιθέμενους επτά (7) λόγους εφέσεως, παράπονα κατά της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποτέλεσμα της οποίας ήταν, όπως επικαλέσθηκε, η απόρριψη της ένδικης αγωγής του κατ' ουσίαν, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να γίνει δεκτή αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτιμούσε ορθώς τις αποδείξεις και β) τους με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες, από 07.01.2021, οκτώ (8) πρόσθετους λόγους εφέσεως, στο δικόγραφο των οποίων, επαναλαμβάνοντας -κατά περίπτωση- τους λόγους του κυρίου δικογράφου, διαλαμβάνει παράπονα για κακή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας των οποίων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι συντρέχει στην περίπτωσή του αδικοπραξία των οργάνων της εναγομένης από την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων και έτσι απέρριψε την ένδικη αγωγή του κατ' ουσίαν, παραθέτοντας στα δικόγραφά του σωρεία εγγράφων, αναλύοντας προσέτι το περιεχόμενό τους και σχολιάζοντας δια μακρών τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις σχετικές αιτιολογίες της εκκαλουμένης και προβάλλοντας επιχειρήματα που ανέτρεπαν, κατά τη δική του εκδοχή, τις εν λόγω καταθέσεις και στήριζαν επαρκώς, κατά τις απόψεις του, τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προβάλλοντας ειδικότερα: 1) με τον όγδοο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τις έγγραφες, από 26/09/2016 και 30/09/2016, καταγγελίες του προς την εναγομένη-εφεσίβλητη, για τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι δεν είχε καμία ενημέρωση εκ μέρους της τελευταίας, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει σε ανησυχία για τη χρήση, εν αγνοία του, των προσωπικών του δεδομένων για την παροχή τηλεφωνικών συνδέσεων στο όνομά του, λόγος για τον οποίο άσκησε την από 10.10.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της αντιδίκου του, επαναλαμβάνοντας τα παράπονα που εν πολλοίς διατύπωνε στους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του κυρίου δικογράφου της εφέσεώς του αναφορικά, κυρίως, με την υποβολή των στοιχείων ταυτότητας συνδρομητή για τις επίδικες κινητές τηλεφωνικές συνδέσεις και τη διαδικασία ταυτοποίησης, 2) με τον ένατο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τον έλεγχο της "ταυταριθμίας", όπως αναγράφεται, και όχι του πλήρους ελέγχου της "ταυτοπροσωπίας" του εμφανισθέντος για τη χορήγηση των ένδικων κινητών τηλεφωνικών συνδέσεων, στον οποίο, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, προβαίνουν μόνον ορισμένοι υπάλληλοι της εναγομένης που αρκούνται στην ταυτοποίηση των στοιχείων της επιδειχθείσας ταυτότητας με τα στοιχεία που αυτή διατηρεί στα ηλεκτρονικά της συστήματα, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη έπρεπε να είχε χορηγήσει τη δυνατότητα αυτή και στους πωλητές της, αφού δεν αρνήθηκε ότι με βάση σχετική απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ο πωλητής οφείλει να προβαίνει σε ψηφιακή σάρωση της συμβάσεως για την καταχώριση των προσωπικών δεδομένων, 3) με το δέκατο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το ότι στο σώμα των ένδικων συμβάσεων τηλεφωνικής σύνδεσης και των επισυναπτόμενων υπεύθυνων δηλώσεων οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν βεβαιώνουν ενυπογράφως, όπως όφειλαν, ότι η υπογραφή του προσώπου που εμφανίσθηκε ενώπιόν τους και τα δικαιολογητικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν είναι γνήσια, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, 4) με τον ενδέκατο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη, αν και το γνώριζε, δεν έλαβε υπόψη την αντιδικία που είχε τότε και με την εταιρεία "VODAFONE ΑΕ", εναντίον της οποίας είχε ασκήσει την από 30.08.2007 αγωγή του, που αφορούσε όμοιες συμβάσεις που καταρτίσθηκαν επ' ονόματί του από άγνωστο τρίτο πρόσωπο με τα προσωπικά του στοιχεία και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2061/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του κατ' ουσίαν καταλογίζοντας υπαίτια συμπεριφορά (βαρεία αμέλεια) του προστηθέντος υπαλλήλου της εταιρείας "VODAFONE ΑΕ" ο οποίος δεν ζήτησε από τον άγνωστο συνδρομητή το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, και, επιπλέον, ότι αν και έλαβε γνώση της ως υπ' αριθμόν 2061/2017 αποφάσεως, παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την απόφαση αυτή, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι, κατ' ανάλογη περίπτωση με την άνω απόφαση, οι υπάλληλοι της εναγομένης, αν και είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν την αναλήθεια του άγνωστου δράστη, εντούτοις δεν κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτούνταν και δεν αντιπαρέβαλαν την υπογραφή του επί της αστυνομικής ταυτότητάς του και της υπογραφής του άγνωστου δράστη, όπως έκρινε η εν λόγω απόφαση, 5) με το δωδέκατο πρόσθετο λόγο παράπονο, όπως και με τον προηγούμενο ενδέκατο λόγο, αναφορικά με την αντιδικία του με την εταιρεία "VODAFONE ΑΕ", επικαλούμενος στο λόγο αυτό την τελεσιδικία της υπ' αριθμόν 2061/2017 αποφάσεως μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 4976/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατ' αυτής, 6) με το δέκατο τρίτο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν στις αλλαγές της κάρτας "SIM" της κινητής συνδέσεώς του, για τις οποίες, όπως επικαλείται, οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν τηρούσαν, αν και όφειλαν, τη διαδικασία διαπιστώσεως ταυτοπροσωπίας, επαναλαμβάνοντας το παράπονο που διατύπωνε και στον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου, 7) με το δέκατο τέταρτο πρόσθετο λόγο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια και την περιουσιακή αποθετική ζημία του εν γένει επαναλαμβάνοντας τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου και 8) με το δέκατο πέμπτο πρόσθετο λόγο παράπονα αναφορικά:

α) με το ότι η Πρόεδρος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε ήδη λάβει γνώση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής του, αν και κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο απευθυνόμενος προς αυτόν "αναγνώρισε ότι έχει δίκιο", έχοντας αποκτήσει κατά το χρόνο αυτό δικανική πεποίθηση για την παραβίαση των προσωπικών του δεδομένων, εντούτοις απέρριψε τελικά κατ' ουσίαν την αγωγή του και β) με το ότι η Γραμματέας, που είχε ορισθεί στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, αλλά και ως γραμματέας του αυτού δικαστηρίου που εξέδωσε και την υπ' αριθμόν 2061/2017 απόφαση στην αντιδικία του με την εταιρεία "VODAFONE ΑΕ" και δήλωσε κώλυμα για την υπογραφή της, έπρεπε εκ τούτου να εξαιρεθεί σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, άλλως η Πρόεδρος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, όφειλε να προτείνει την εξαίρεσή της.

7.- Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έφεση "είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, συνεκδικαζόμενη και με τους από 7/1/2021 πρόσθετους λόγους εφέσεως που ο εκκαλών άσκησε νομότυπα κατά το άρθρο 591 παρ. 1ζ του ΚΠολΔ......" και, ακολούθως, εκτιμώντας το περιεχόμενο των δύο ως άνω δικογράφων, έκρινε και δέχθηκε ότι κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως "παραπονείται ο ενάγων, ήδη εκκαλών, για όσους λόγους εκθέτει στην υπό κρίσιν έφεσή του και στους πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του".

Στη συνέχεια, το Εφετείο, ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, κύριων και πρόσθετων, μετά από συνεκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων δικηγόρος Αθηνών, συνήψε στις .../2006 σύμβαση σύνδεσης μετά της εναγομένης αποκτώντας την με αριθμό ...

κινητή τηλεφωνική σύνδεση στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας αυτής, την οποία εξακολουθεί και χρησιμοποιεί για την προσωπική και επαγγελματική του τηλεφωνική επικοινωνία του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι άγνωστος ή άγνωστοι δράστες, κατέχοντας πλαστογραφημένο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ενάγοντος, εμφανίστηκαν στις πιο κάτω ημερομηνίες σε υποκαταστήματα του δικτύου της εναγομένης και επιδεικνύοντας το πλαστό δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία του ενάγοντος, ενεργοποίησαν νέες συμβάσεις στο δίκτυο συνδέσεως στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εναγομένης, χρεώνοντας τον λογαριασμό του ενάγοντος.

Ειδικότερα, την 25-08-2016 ο άγνωστος δράστης εμφανίσθηκε με τα στοιχεία της ταυτότητας του ενάγοντος στο κατάστημα Cosmote ... στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Σ. κι ενεργοποίησε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση στο οικονομικό πρόγραμμα ... λαμβάνοντας επιδότηση 79,00 ευρώ. Την 30-08-2016 εμφανίσθηκε εκ νέου στο ίδιο ως άνω κατάστημα και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Ε.

Χ. και πέτυχε την ενεργοποίηση της υπ' αριθμ. ... αίτησης σύνδεσης που αφορούσε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση ... , λαμβάνοντας επιδότηση 89,01 ευρώ. Εν συνεχεία, την ...-2016 άγνωστος δράστης εμφανίσθηκε στο κατάστημα ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αμαρουσίου Αττικής και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Μ. Π. , συνήψε την υπ' αριθμ. ... αίτηση σύνδεσης που αφορούσε την υπ' αριθμ. ...

σύνδεση στο οικονομικό πρόγραμμα ... , λαμβάνοντας επιδότηση ύψους 109,01 ευρώ. Την 01-09-2016 εμφανίσθηκε εκ νέου στο κατάστημα Cosmote ... και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Σ. Π. , συνήψε την υπ' αριθμ. ... αίτηση σύνδεσης που αφορούσε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση στο οικονομικό πρόγραμμα ... , λαμβάνοντας επιδότηση ύψους 49,00 ευρώ.

Στις 05-09-2016 άγνωστος δράστης εμφανίσθηκε στο κατάστημα ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αμαρουσίου Αττικής και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Μ. Π. , προέβη στην υπ' αριθμ. ... σύμβαση που αφορούσε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση στο οικονομικό πρόγραμμα ..., άνευ επιδοτήσεως και τέλος την ...-2016 εμφανίσθηκε στο ίδιο ως άνω κατάστημα και συγκεκριμένα στην πωλήτρια Χ.

Κ. , προέβη στην υπ' αριθμ. ... αίτηση σύνδεσης που αφορούσε την υπ' αριθμ. ... σύνδεση στο οικονομικό πρόγραμμα ... , μετατροπή από καρτοκινητό, λαμβάνοντας επιδότηση, ύψους 90,73 ευρώ. Οι ανωτέρω συνδέσεις πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία του ενάγοντος, χρεώνοντας τον λογαριασμό της κινητής τηλεφωνικής σύνδεσής του με αριθμό ... , για το χρονικό διάστημα από 08- 09-2016 έως 07-10-2016 με το ποσό των 335,38 ευρώ.

Ο ενάγων όταν αντελήφθη το πρόβλημα, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2016 απευθύνθηκε σε κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, όπου και ζήτησε τον έλεγχο και την ακύρωση των κινητών τηλεφωνικών συνδέσεων και ίντερνετ, καθόσον δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή του για τις επίδικες συνδέσεις. Επιπλέον, με την από 30-09-2006 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη την 04-10-2016 ζήτησε 1) να του επιδειχθούν τα πρωτότυπα των ως άνω καταρτισθέντων συμβάσεων κινητής τηλεφωνίας και να του χορηγηθούν επικυρωμένα αντίγραφα αυτών, 2) να του επιδειχθούν τα πρωτότυπα κάθε σχετικού εγγράφου που προσκομίσθηκε στα καταστήματα της εναγομένης για την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων κινητής τηλεφωνίας, 3) να προχωρήσει η εναγόμενη άμεσα στην ακύρωση των καταρτισθέντων κινητών τηλεφωνικών συνδέσεων που προαναφέρθηκαν, 4) να ενημερώσει η εναγόμενη τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών και Εφετών, όπως επίσης και το αρμόδιο τμήμα της Γενικής Ασφάλειας Διεύθυνσης Αττικής για την εν αγνοία του ενάγοντος κατάρτιση και χορήγηση των τηλεφωνικών συνδέσεων, 5) να ενημερώσει η εναγόμενη τις προαναφερόμενες αρχές για την ακύρωση των επίμαχων τηλεφωνικών συμβάσεων, άλλως τη διακοπή αυτών, 6) να απόσχει η εναγόμενη να επεξεργάζεται και να χρησιμοποιεί τα προσωπικά του στοιχεία και δεδομένα, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή του, 7) να απόσχει η εναγόμενη στο μέλλον να αποδέχεται νέα αιτήματα για την κατάρτιση νέων τηλεφωνικών συνδέσεων, όπως επίσης και να απόσχει στο μέλλον από την χορήγηση νέων τηλεφωνικών συνδέσεων, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση του ενάγοντος, τηρώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις που αφορούν τη διαφύλαξη των προσωπικών του στοιχείων και δεδομένων.

Ταυτοχρόνως, ο ενάγων προέβη στην κατάθεση της υπ' αριθμ. ...-2016 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε να του επιδείξει η εναγόμενη τις πρωτότυπες συμβάσεις κινητής τηλεφωνίας και κάθε συνοδευτικό έγγραφο αυτών για τις ανωτέρω έξι συνολικά αναφερόμενες τηλεφωνικές συνδέσεις, να ακυρώσει η εναγόμενη, άλλως διακόψει ή καταστρέψει τις επίδικες τηλεφωνικές συνδέσεις ή συνδέσεις Internet, να ενημερώσει η εναγόμενη τις Εισαγγελίες Πρωτοδικών και Εφετών όλης της Ελλάδος ότι εν αγνοία του ενάγοντος καταρτίστηκαν οι ανωτέρω συνδέσεις, να απόσχει η εναγόμενη της επεξεργασίας των δεδομένων του και να απόσχει στο μέλλον να δέχεται νέα αιτήματα χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή του.

Η εναγόμενη, ήδη, από 18-10-2016 ενεργοποίησε τη φραγή εισερχομένων κι εξερχομένων κλήσεων των επιδίκων συνδέσεων και από 24-10-2016 οι τελευταίες είχαν πλήρως καταργηθεί, όπως προκύπτει από το από 18-10-2016 προσκομιζόμενο mail του Τμήματος Λειτουργικής Διαχείρισης Τηλεπικοινωνιακής Απάτης. Δυνάμει, δε, της υπ' αριθμ. 1798/03-03-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) απορρίφθηκε η αίτηση του ενάγοντος ως ουσία αβάσιμη, καθόσον αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρία είχε συμμορφωθεί στο αίτημα του ενάγοντος να απέχει να δέχεται αιτήματα για συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας με τα στοιχεία του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το αιτιολογικό της αποφάσεως, οι επίδικες συνδέσεις είχαν ακυρωθεί, γεγονός που προκύπτει από το ότι εάν καλέσει κάποιος τους αριθμούς αυτούς θα διαπιστώσει ότι είναι ανενεργοί.

Δυνάμει, δε, της ανωτέρω αποφάσεως, κρίθηκε ότι η εναγόμενη εταιρία είχε ήδη δρομολογήσει την αφαίρεση του ανωτέρω μη οφειλόμενου από τον ενάγοντα ποσού που προέκυψε από την χρήση των επιδίκων συνδέσεων με νέο εκκαθαριστικό λογαριασμό. Επίσης, κρίθηκε ότι, εφόσον ο ενάγων είναι συνδρομητής στην καθ' ης εναγόμενη, διατηρώντας την υπ' αριθμ. ...

τηλεφωνική σύνδεση, η εναγόμενη αναγκαστικά επεξεργάζεται τα δεδομένα του για την έκδοση των λογαριασμών του. Τέλος, δεν εξετάσθηκε το αίτημα του ενάγοντος στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων περί ενημέρωσης των εισαγγελικών αρχών, διότι ο ίδιος είχε προβεί στην υποβολή της από 26-01-2017 και με αρ. Γ2017/301 μήνυσης κατά της εναγομένης ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, δεκαπέντε ημέρες αφού της είχε επιδοθεί η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων, απέστειλε στον ενάγοντα το από 03-11-2016 έγγραφό της, με το οποίο τον ενημέρωνε ότι ήδη πριν από τη συζήτηση της 20ης Οκτωβρίου 2016 του αιτήματος περί έκδοσης προσωρινής διαταγής είχε προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ακύρωση των επίμαχων συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας και κατά την ημερομηνία συζήτησης της προσωρινής διαταγής παραδόθηκαν στον ενάγοντα σε ακριβή εκτύπωση από το ηλεκτρονικό αρχείο οι συμβάσεις σύνδεσης.

Επίσης, τον ενημέρωσε ότι εντός των ημερών θα ολοκληρώνονταν οι ενέργειες προς πίστωση όλων των σχετικών χρεώσεων και οφειλών που προέκυψαν από τη λειτουργία των ανωτέρω συνδέσεων, δηλώνοντάς του ότι δεν υφίσταται καμία οικονομική ή άλλη υποχρέωσή του έναντι της εταιρίας κι ότι ο αριθμός του φορολογικού του μητρώου είχε συμπεριληφθεί σε κατάλογο μη ενεργοποίησης νέων συνδέσεων.

Πράγματι, όπως αποδείχθηκε κι όπως κατέθεσε κι ο μάρτυρας του ενάγοντος, Μ. Τ. (πατέρας του ενάγοντος) στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, το ανεξόφλητο ποσό που σχετίζονταν με τις ανωτέρω επίδικες συμβάσεις πιστώθηκε στην εταιρία κι ο ενάγων δεν ζημιώθηκε με κανένα τρόπο στην περιουσία του. Αντιθέτως, η εναγόμενη εταιρία ζημιώθηκε, καθόσον κατά την έκδοση νέων συνδέσεων χορηγούσε ως οικονομική επιβράβευση τις ανωτέρω επιδοτήσεις.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά την εμφάνιση ενώπιον των υπαλλήλων της, πελατών που είναι ήδη συνδρομητές, όπως κι ο ενάγων, οι αρμόδιοι υπάλληλοι αρκούνται στην ταυτοποίηση των στοιχείων της επιδειχθείσας ταυτότητας με τα στοιχεία που διατηρεί η εταιρία στα ηλεκτρονικά συστήματά της, με αποτέλεσμα να μην προβαίνουν σε εκ νέου δημιουργία φωτοαντιγράφου ταυτότητας εκ του πρωτοτύπου.

Επομένως, κατά την εμφάνιση του άγνωστου δράστη ενώπιον των υπαλλήλων της εναγομένης, οι τελευταίοι αρκούνταν στην επίδειξη του δελτίου ταυτότητος και δεν θα μπορούσαν να διαπιστώσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την αναλήθεια ή την πλαστότητα του δελτίου ταυτότητος που προσκόμιζε ο εκάστοτε άγνωστος δράστης, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρουσιάζονταν στην οθόνη του υπολογιστή τους η φωτογραφία της ταυτότητος εκ του σκαναρισμένου πρωτοτύπου της, αλλά μόνον τα στοιχεία καθεαυτό της ταυτότητος.

Επίσης, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο με ποιόν τρόπο ο δράστης ή οι δράστες απέκτησαν τα στοιχεία του ενάγοντος, ούτε αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγόμενη εν γνώσει της πλαστότητας και σε συνεργασία με άγνωστους δράστες επεξεργάσθηκε τα στοιχεία του ενάγοντος και τα διέθεσε σε αυτούς, αφού, όλες οι ανωτέρω επίδικες συμβάσεις πραγματοποιήθηκαν από διαφορετικούς υπαλλήλους και σε διαφορετικά καταστήματα, αποκλεισμένου του δόλου των υπαλλήλων της εναγομένης που συναλλάχθηκαν με τον εκάστοτε δράστη.

Εξάλλου, η εναγόμενη προέβη άμεσα σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να ακυρωθούν οι ανωτέρω τηλεφωνικές συνδέσεις, ώστε πλέον να μην χρεώνεται ο λογαριασμός του ενάγοντος, να μην συνδέεται το όνομά του με τις επίμαχες συνδέσεις και να συμπεριληφθεί ο αριθμός του φορολογικού του μητρώου σε κατάλογο μη ενεργοποίησης νέων συνδέσεων. Επομένως, απεδείχθη ότι η εναγόμενη ανυπαιτίως αγνοούσε ότι το προσκομιζόμενο από τους άγνωστους δράστες δελτίο ταυτότητας του ενάγοντος ήταν πλαστογραφημένο και συνεπώς δεν υφίσταται περιουσιακή ή ηθική βλάβη του ενάγοντος που να συνδέεται αιτιωδώς με αμελή συμπεριφορά της εναγομένης, δια πράξεων είτε δια παραλείψεων των νομίμων εκπροσώπων της, ούτε και επεξεργασία προσωπικών του δεδομένων από υπαλλήλους της εναγομένης, κατά παράβαση του σχετικού νόμου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι άγνωστος/οι δράστης/ες, μετά την πάροδο πέντε μηνών από την ακύρωση των ανωτέρω έξι τηλεφωνικών συνδέσεων, την 20-03-2017, εμφανίσθηκε σε υποκατάστημα της εναγομένης στο Μαρούσι, επί της ... , με τα στοιχεία της ταυτότητος του ενάγοντος και ζήτησε από τους υπαλλήλους της εταιρίας την αλλαγή κάρτας SIM της με αριθμό ...

κινητής σύνδεσης του ενάγοντος. Την επομένη, 21-03-2017, ο ενάγων μετέβη στο κατάστημα Γερμανός Νέας Ιωνίας, επί της ... , όπου ενημέρωσε τους υπαλλήλους ότι η τηλεφωνική του σύνδεση εμφανίζεται εκτός του εγγεγραμμένου δικτύου της. Ο υπάλληλος, αφού επεξεργάσθηκε και την τηλεφωνική συσκευή του ενάγοντος, του πρότεινε να αντικατασταθεί η κάρτα SIM κι αφού ο ενάγων του επέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα προχώρησε στην αγορά νέας κάρτας SIM, την οποία ο υπάλληλος τοποθέτησε στη συσκευή του τηλεφώνου του.

Αμέσως ενεργοποιήθηκε η υπ' αριθμ. ... κινητή τηλεφωνική σύνδεση του ενάγοντος, εμφανίζοντας ότι είναι εντός του δικτύου της εναγομένης. Όμως, την 28-03-2017, άγνωστος δράστης που εμφανίσθηκε στο κατάστημα Γερμανός στη Θεσσαλονίκη επί της ... , επιδεικνύοντας πλαστό δελτίο ταυτότητος του ενάγοντος προέβη σε αλλαγή της κάρτας SIM με το ίδιο ως άνω νούμερο (...) της τηλεφωνικής σύνδεσης του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται η κάρτα SIM του ενάγοντος εκτός του εγγεγραμμένου δικτύου της εναγομένης και να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κινητό του τηλέφωνο.

Την επομένη ημέρα, ήτοι την 29-03-2017, ο ενάγων μετέβη σε κατάστημα Γερμανός στην Αθήνα, επί της οδού ... , εκθέτοντας εξαρχής το πρόβλημά του και πάλι με την επίδειξη της ταυτότητάς του προέβη σε αντικατάσταση της κάρτας SIM για την ίδια ως άνω υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική σύνδεσή του. Επειδή, όμως, η τελευταία παρουσίαζε και πάλι προβλήματα, την επομένη ημέρα, την 30-03-2017 το πρωί, ο ενάγων μετέβη στο κατάστημα της εναγομένης στην Αθήνα, επί της οδού ... , από όπου του πρότειναν να απευθυνθεί στο κατάστημα της εναγομένης επί της οδού ...

στην Αθήνα, όπου και μετέβη αμέσως. Εκεί, η Προϊσταμένη του καταστήματος του χορήγησε ειδικό συνθηματικό κωδικό συναλλαγής, που γνώριζε μόνον ο ίδιος κι έδωσε εντολή για την αντικατάσταση της από 29-03-2017 κάρτας SIM με νέα κάρτα, η οποία πλέον λειτουργούσε κανονικά. Την ίδια, όμως, ημέρα το απόγευμα περί ώρα 17.30, άγνωστος δράστης, που εμφανίσθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, επί της ..., κάνοντας χρήση των στοιχείων του ενάγοντος ζήτησε και πάλι την αλλαγή της κάρτας SIM της υπ' αριθμ. ...

τηλεφωνικής σύνδεσης του ενάγοντος, με αποτέλεσμα και πάλι να μην είναι εφικτή η χρήση του αριθμού του από τον ίδιο τον ενάγοντα. Την ίδια ημέρα (30-03-2017), ο ενάγων απευθύνθηκε στο κατάστημα της εναγομένης στην οδό ... εκθέτοντας το πρόβλημα, όπου με την επίδειξη του δελτίου ταυτότητάς του προχώρησαν σε αντικατάσταση της κάρτας SIM με νέα κάρτα της υπ' αριθμ. ...

τηλεφωνικής σύνδεσής του και τον ίδιο ως άνω ειδικό κωδικό συναλλαγής κι έκτοτε η τηλεφωνική σύνδεσή του λειτουργεί κανονικά, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Εν συνεχεία, ο ενάγων επέδωσε την από 30-03-2017 εξώδικη δήλωσή του στην εναγομένη, με την οποία την κατηγορούσε ότι προχώρησε εν αγνοία του στην χορήγηση καρτών SIM, γνωστοποιώντας σε τρίτα πρόσωπα τα προσωπικά κι επαγγελματικά του στοιχεία, ενώ η ίδια γνώριζε ότι το εμφανισθέν τρίτο πρόσωπο δεν είχε σχέση με τον ίδιο τον ενάγοντα και την καλούσε στο μέλλον να μην επεξεργάζεται και να μην χρησιμοποιεί τα προσωπικά του στοιχεία και δεδομένα, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή του, να απέχει στο μέλλον να αποδέχεται νέα αιτήματα για την χορήγηση καρτών SIM για τη με αριθμό ...

τηλεφωνική σύνδεσή του, αν προηγουμένως δεν δηλωθεί ο ειδικός κωδικός συναλλαγής, να του χορηγηθεί ανάλυση των εξερχόμενων και εισερχόμενων κλήσεων της ανωτέρω τηλεφωνικής σύνδεσής του για το χρονικό διάστημα από 01- 08-2016 έως και την ημέρα αποστολής των ανωτέρω προς τον ίδιο, τηρώντας τις συμβατικές της υποχρεώσεις που αφορούν τη διαφύλαξη των προσωπικών του στοιχείων.

Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ένας ή περισσότεροι άγνωστοι δράστες, των οποίων τα στοιχεία δεν έχουν γίνει γνωστά, από την 20-03-2017 προσπαθούσαν να αποκτήσουν την υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική σύνδεση του ενάγοντος, προβαίνοντας σε αλλεπάλληλες αλλαγές κάρτας SIM με την επίδειξη του πλαστού δελτίου ταυτότητας του ενάγοντος στους εκάστοτε υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι, προβαίνοντας σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ταυτοποίηση του εμφανιζομένου ενώπιόν τους προσώπου, ήτοι κατόπιν ελέγχου των στοιχείων του επιδεικνυομένου σε αυτούς δελτίου ταυτότητας με τα στοιχεία του ενάγοντος που διατηρούν στο αρχείο του υπολογιστή τους, προέβαιναν νομίμως στην αλλαγή κάρτας SIM, θεωρώντας ότι ο πελάτης τους είναι ο ίδιος ο ενάγων, χωρίς να μπορούν να προβούν σε περαιτέρω εξειδικευμένη μέθοδο ταυτοπροσωπίας.

Εντός αυτού του πλαισίου, εφόσον ο ενάγων είναι συνδρομητής στην εναγόμενη, διατηρώντας την υπ' αριθμ. ... τηλεφωνική σύνδεση, οι προστηθέντες - υπάλληλοι της εναγομένης επεξεργάσθηκαν τα δεδομένα του νομίμως, και συγκεκριμένα μόνον τα στοιχεία του δελτίου ταυτότητάς του, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα ανωτέρω αιτήματα αλλαγής καρτών SIM προς την εταιρία, θεωρώντας ότι είναι ο ίδιος.

Επιπλέον, η εναγόμενη τήρησε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι του ενάγοντος με το από 03-11-2016 έγγραφό της περί μη ενεργοποίησης νέων συνδέσεων στον αριθμό του φορολογικού του μητρώου, κατόπιν σχετικής επιθυμίας κι αιτήματος του τελευταίου. Επομένως, δεν επεξεργάσθηκε παρανόμως προσωπικά στοιχεία και δεδομένα του ενάγοντος, αφού σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούσε να ελέγξει άλλως την πλαστότητα του φερόμενου ως γνησίου δελτίου ταυτότητος για την αλλαγή κάρτας SIM, στην οποία νομίμως προέβαιναν οι υπάλληλοι, καθόσον η πράξη αυτή δεν αφορούσε ενεργοποίηση νέων συνδέσεων.

Επιπροσθέτως, η Προϊσταμένη του καταστήματος της εναγομένης επί της οδού ... άμεσα προέβη στην επίλυση του ζητήματος που προέκυψε με την επανειλημμένη αλλαγή κάρτας SIM από τρίτο πρόσωπο, χορηγώντας την 30η-03-2017 στον ενάγοντα έναν μοναδικό - προσωπικό συνθηματικό κωδικό συναλλαγής, ώστε με την χρήση σωρευτικά του κωδικού και την επίδειξη της ταυτότητας του ενάγοντος να είναι αποκλειστικά και μόνον εφικτή η αλλαγή κάρτας SIM, αλλά και οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, με σκοπό την παρεμπόδιση χρήσης της υπ' αριθμ. ...

τηλεφωνικής σύνδεσης του ενάγοντος από τρίτο πρόσωπο. Έκτοτε, κατόπιν σχετικού γραπτού αιτήματος του ενάγοντος καταχωρήθηκε ο ειδικός κωδικός συναλλαγής, που ο ίδιος υπέδειξε στην εταιρία κι από την 30-03-2017 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής, η τηλεφωνική σύνδεση του ενάγοντος λειτουργούσε κανονικά και εχρησιμοποιείτο μόνον από τον ίδιο.

Το, δε, χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ενδεκάτης το πρωί της 30- 03-2017 και του απογεύματος της ίδιας ημέρας, κατά το οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί άμεσα η ενεργοποίηση του ειδικού κωδικού συναλλαγής, με αποτέλεσμα στις 17.30 το ίδιο απόγευμα τρίτος δράστης να προβεί σε αντικατάσταση της κάρτας SIM, οφείλεται - σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης, Δ.

Τ. , Προϊσταμένου στο Τμήμα Διαχείρισης Παραπόνων του Ομίλου ΟΤΕ - στην παρέλευση εύλογου χρόνου ενημέρωσης του λειτουργικού συστήματος των καταστημάτων πανελλαδικώς της εναγομένης κι όχι σε βαριά αμέλεια ή δόλο των προστηθέντων της.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κάποιος υπάλληλος της εναγομένης ενήργησε εις βάρος του ενάγοντος, ούτε ότι χορήγησε τα στοιχεία της ταυτότητάς του σε τρίτο πρόσωπο, αφού όλες οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν αφενός μεν σε διαφορετικά καταστήματα της εναγομένης κι αφετέρου από διαφορετικούς υπαλλήλους.

Εξάλλου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, σε κάθε συναλλαγή, ο εκάστοτε υπάλληλος προέβαινε στο συνήθη έλεγχο, ζητώντας την επίδειξη της ταυτότητος κι ελέγχοντας τα στοιχεία αυτής από το αρχείο του υπολογιστή, που βρίσκονται σε όλα τα καταστήματα πανελλαδικά. Τουναντίον, αποδείχθηκε ότι κάποιος άγνωστος δράστης ή περισσότεροι πλαστογράφησαν με άγνωστο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής τρόπο το δελτίο ταυτότητος του ενάγοντος κι έκαναν χρήση αυτού εξαπατώντας τους υπαλλήλους της εναγομένης, προβαίνοντας στις ανωτέρω περιγραφείσες ενέργειες εν αγνοία των υπαλλήλων της εναγομένης και της ίδιας της εταιρίας.

Οι δε υπάλληλοι της εναγομένης δεν έχουν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, προκειμένου να διαγνώσουν αν ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας είναι πλαστογραφημένο ή όχι, ούτε τούτο απαιτείται από τη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ένδικη σύμβαση. Η, δε, εναγόμενη εξαρχής προέβη σε εύλογο χρόνο αφενός στην απενεργοποίηση των έξι κινητών συνδέσεων, αφετέρου στην παρεμπόδιση της έκδοσης νέων καρτών SIM για την υπ' αριθμ. ...

τηλεφωνική σύνδεση του ενάγοντος, χορηγώντας τον ειδικό κωδικό συναλλαγής στον τελευταίο. Επομένως, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί αθέμιτης επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, ούτε αποδείχθηκε περιουσιακή βλάβη ή ηθική ζημία στην προσωπικότητά του και στη φήμη του ως δικηγόρου που να προκλήθηκε από παράνομη κι άδικη πράξη της εναγομένης ή των προστηθέντων αυτής.

Η, δε, απώλεια των εισοδημάτων του που ισχυρίζεται ότι υπέστη, λόγω της μη εκπλήρωσης των δικηγορικών του καθηκόντων, εξαιτίας των προβλημάτων της υπ' αριθμ. ... τηλεφωνικής σύνδεσής του, και αληθώς υποτιθέμενη, δεν σχετίζεται αιτιωδώς με αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της, δεχόμενο ότι όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, συνιστάμενοι σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

8.- Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του αριθμού 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν προκύπτει από την απόφασή του ότι το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη και εξέτασε τους επτά (7) κύριους λόγους της εφέσεώς του, όπως αυτοί αναπτύσσονται στις σελίδες 1 έως και 178 του εφετηρίου, σε συνδυασμό με τις από 10/12/2021 προτάσεις του και τα επικαλούμενα από τον αριθμό 1 έως και 218 σχετικά έγγραφα και β) δεν έλαβε υπόψη τους επιπλέον οκτώ (8) πρόσθετους λόγους εφέσεως που άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο προς επιστήριξη της εφέσεως και αναπτύσσονται στις σελίδες 1 έως και 128 του δικογράφου τους, που ασκούσαν καθοριστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, άλλως, ότι άφησε αδίκαστους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως με τους οποίους παραπονούνταν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διότι, όπως ειδικότερα επικαλείται, από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει η εκδίκαση μόνον της εφέσεως κατά της εκκαλουμένης όχι όμως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους οποίους το Εφετείο δεν έχει αποφανθεί με ρητή διάταξή της στο διατακτικό, όπου αναγράφεται μόνον ότι "ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ' ουσίαν".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το επικουρικό σκέλος του, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστους τους οκτώ (8) πρόσθετους λόγους εφέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι και υπό την εκδοχή ότι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως πράγματι δεν ερευνήθηκαν από το Εφετείο, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος αν αφέθηκαν αδίκαστοι λόγοι εφέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες -υπό το στοιχείο 5- νομικές σκέψεις.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το κύριο σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές του, ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής την ένδικη διαφορά, έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και εξέτασε όλους τους προβαλλόμενους λόγους, κύριους και πρόσθετους, της εφέσεως του αναιρεσείοντος, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενους μεταξύ τους, τους οποίους και απέρριψε κατ' ουσίαν, κάποιους δε εκ του πράγματος (έστω και εσφαλμένως κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος), δεχόμενο κατά τρόπο σαφή, κατά τις παραδοχές του αυτές, ως αποδειχθέντες τους αντίθετους προς αυτούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί της αθέμιτης επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων και περί περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης στην προσωπικότητά του και στη φήμη του ως δικηγόρου και ότι, εν τέλει, η έφεσή του, με όλους τους λόγους της, κύριους και πρόσθετους, πρέπει, κατόπιν τούτων, να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως του Εφετείου να δύναται να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 8 του αριθμού 559 του ΚΠολΔ.

Από την ως άνω σαφή και αναντίλεκτη διατύπωση του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, ερευνώντας τη βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, εξέτασε και απέρριψε όχι μόνον τους κύριους, αλλά και τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, καίτοι ως προς αυτούς δεν περιλήφθηκε ρητή σχετική διάταξη στο διατακτικό της, αφού, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω -υπό το στοιχείο 5- νομικές σκέψεις, οι διατάξεις της αποφάσεως, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο κατά τον νόμο να διατυπώνονται υπό ορισμένο τύπο, μπορούν, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, να υπάρχουν και στο αιτιολογικό της, από το οποίο προκύπτει ότι το Εφετείο αποφάνθηκε εν προκειμένω για την συνολική απόρριψή τους και δεν περιορίσθηκε να εκφέρει απλώς σκέψεις για το παραδεκτό ή τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους.

Άλλωστε, ο τρόπος καταστρώσεως των σκέψεων του δικαστηρίου της ουσίας και πλέον ειδικότερα η αυτοτελής μνεία από το Εφετείο των λόγων της εφέσεως, είτε κύριων είτε επικουρικών, ή η παράλειψη τέτοιας μνείας, δεν παρέχει έρεισμα για αναίρεση, η οποία επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 559 (και 560, κατά περίπτωση) του ΚΠολΔ, από τους οποίους όμως κανένας δεν αναφέρεται σε τέτοια αιτίαση.

Ο ίδιος λόγος, ως προς τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος προσκόμισε με επίκληση και αποδείκνυαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του και δη τα σχετικά έγγραφα από τον αριθμό 1 έως και 218, που παραθέτει αναλυτικώς στο αναιρετήριο, και τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στις προτάσεις του, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν στο σύνολό τους πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα από την προσωπική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων στην οποία προβαίνει ο αναιρεσείων με τα δικά του κριτήρια που θεωρεί ορθά, ενώ ο λόγος αυτός, κατά τα λοιπά, κατά τις μερικότερες αιτιάσεις του, είναι, ωσαύτως, απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της απλής επικλήσεως αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται πλέον, ανεπίτρεπτα, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ως προς την ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την ακόμη μερικότερη αιτίαση ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άφησε αναπάντητους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που περιέχονταν στους ενδέκατο και δωδέκατο πρόσθετους λόγους εφέσεως, σχετικά με την αντιδικία που αυτός είχε με την εταιρεία με την μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία "VODAFONE ΑΕ" και περί υπάρξεως δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμόν 4976/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της υπ' αριθμόν 2061/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει όμοια με την ένδικη αγωγή του κατά της παραπάνω εταιρείας "VODAFONE ΑΕ", είναι απαράδεκτος, αφενός διότι ο αναιρεσείων εκθέτει στο αναιρετήριο μόνο το περιεχόμενο της ανωτέρω αποφάσεως εκ της οποίας ισχυρίζεται ότι απορρέει δεδικασμένο, χωρίς όμως να αναφέρει την ταυτότητα των διαδίκων ή τα πρόσωπα υπερ και κατά των οποίων ισχύει το δεδικασμένο στην τελεσίδικη απόφαση και στην ένδικη διαφορά, την ταυτότητα της διαφοράς (ήτοι της ιστορικής και νομικής αιτίας στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση) και ότι υπέβαλε αίτημα παραδοχής της αγωγής του λόγω υπάρξεως δεδικασμένου και αφετέρου διότι πρόκειται για μη ουσιώδεις ισχυρισμούς, αφού το ζήτημα που διαγνώσθηκε με την τελεσίδικη απόφαση που επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση και εντεύθεν δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης.

Ερευνώμενος ο λόγος αυτός και ως πλημμέλεια εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, αλλά, σιωπηρώς, θεώρησε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αλυσιτελής ενόψει, κυρίως, της ελλείψεως ταυτότητας της διαφοράς.

Σε κάθε περίπτωση, ενόψει και της παραδοχής του αναιρεσείοντος ότι δεν περιέχεται θετική ή αρνητική κρίση περί δεδικασμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα το οποίο προκύπτει και από την επισκόπηση αυτής κατά τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται καν ο λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη.

Τούτα, ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε μεταξύ άλλων διαδίκων, ήτοι της νυν αναιρεσείουσας και της μη διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "VODAFONE ΑΕ". Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για αναγνώριση εκ μέρους της Προέδρου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου "ότι έχει δίκιο" και το κώλυμα της Γραμματέως για την υπογραφή της εκκαλουμένης αποφάσεως, που περιέχονταν στον δέκα τέταρτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, ο ίδιος λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι τα προαναφερθέντα δεν συνιστούν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την έκβαση της δίκης, αλλά υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Το αντίθετο δεν συνάγεται από το γεγονός ότι το Εφετείο δεν απάντησε ειδικώς στα παραπάνω σχόλια του αναιρεσείοντος για την δήθεν "αναγνώριση ότι έχει δίκαιο" εκ μέρους της Προέδρου του πρωτοβάθμιο δικαστηρίου και το επικαλούμενο κώλυμα της Γραμματέως ή στα προβαλλόμενα από αυτόν επιχειρήματα, που κατ' αυτόν ενίσχυαν τους ισχυρισμούς του, αφού τα πραγματικά αυτά επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από τη συζήτηση στο ακροατήριο και την υπογραφή της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν έχουν αυτοτέλεια και έτσι δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ και όταν ακόμη προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και κατά το κύριο σκέλος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων είναι, κατά τις ως άνω διακρίσεις, απαράδεκτος και αβάσιμος.

9.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά της (άρθρα 106, 176,183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους από 17.12.2024 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 29.12.2022 αίτηση του Α. Τ. του Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμόν 4510/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ