Legislator Case Law & Legislation
179/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding property ownership claim, remanding case for second instance trial.

Case Number 179/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the appeal filed by the appellant against the final judgment of the Aegean Regional Court of Appeal. The appellant sought to overturn a decision that had dismissed her claim to property ownership based on adverse possession. The court ruled that the appeal regarding the first respondent was admissible, while dismissing the appeal concerning the other two respondents who were not involved in the specific legal ground raised.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the contested judgment contains parts not affected by the specific legal ground raised, remanding the case for further trial on the admissible portion while dismissing the appeal against unaffected parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility partial allowance property ownership adverse possession civil procedure code court costs allocation remand for trial

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 493 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 179/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ., χήρας Ι. Δ., το γένος Μ. και Α. Κ., κατοίκου ... περιοχή ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ. του Η. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Συμεών Σιώτο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Λ. του Ε. και Ά., κατοίκου ..., 3) Ε. Κ. του Ι. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κυριακίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2018 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας την από 19-4-2018 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί ενός γεωτεμαχίου εμβαδού 6.876 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., την οποία απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως και να παύσει η τελευταία να διαταράσσει την κυριότητά του επί του εν λόγω ακινήτου.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 16/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποίαν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, καθώς έγινε δεκτή η ένσταση της εναγομένης περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 9-6-2020 έφεση, ενώ στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε στο Εφετείο με την άσκηση της έφεσης, οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων άσκησαν την από 10-12-2020 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση, επικαλούμενοι ως έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασης το γεγονός ότι μετά την άσκηση της αγωγής κατέστησαν ειδικοί διάδικοι του ενάγοντος, καθώς απέκτησαν από αυτόν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του αναφερομένου στην παρέμβαση συμβολαίου.

Το Τριμελές Εφετείου Αιγαίου με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να παραλείπει κάθε διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου, με απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ενώ κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, τόσο από τον αριθμό 1, όσο και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, μόνο όταν ο κανόνας που φέρεται ότι έχει παραβιαστεί, είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1277/2017). Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.

Αντίθετα, δεν ιδρύονται οι παραπάνω πλημμέλειες, όταν οι κανόνες που φέρονται ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 1341/2021, ΑΠ 1331/2019). Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει, λόγω της φύσης της, τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, είναι και εκείνη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "'Εγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "...Ειδικότερα, από το με αριθμό πρωτ. 109/11-6-1999 ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ...

της 28ης-5-1999, που προσκομίζεται από τον ενάγοντα, προκύπτει ότι στις 28-5-1999 και ώρα 15.00, ο Ανθυπαστυνόμος Έλληνας μετέβη μαζί με τον αστυφύλακα, Δ. Ρ., στην περιοχή "..." του Δήμου ... με περιπολικό αυτοκίνητο, για την εξέταση της προαναφερόμενης καταγγελίας του Ι. Π. του Η. (αντιπροσώπου της ενάγουσας) με ΦΑΞ στην Υπηρεσία στις ...

και βρήκαν το ακίνητο (χωράφι), στο οποίο αναφέρεται η καταγγελία και την εναγομένη, ακολούθως ότι γνωστοποίησαν στην τελευταία τις απαιτήσεις του καταγγέλλοντος, δηλ. να απέχει εντελώς η ίδια και τα ζώα της από το συγκεκριμένο ακίνητο και αυτή απάντησε πως δεν γνωρίζει την πώλησή του στον καταγγέλλοντα, και πως είχε προφορική εντολή από τον προηγούμενο κάτοχό του να βάζει τα ζώα της σ' αυτό, και τέλος ότι της επισήμαναν πως αν δεν συμμορφωθεί ο καταγγέλλων θα ενεργήσει τα νόμιμα και αυτή απάντησε πως θα επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το παραπάνω αντίγραφο είναι γνήσιο, διότι έχει εκδοθεί από τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος ..., Αστυνόμο Α. Σ., που είχε καθ' ύλη, κατά τόπο και κατά λειτουργία αρμοδιότητα για έκδοση αντιγράφων και βεβαίωση της συμφωνίας τους με το πρωτότυπο και φέρει χρονολογία, αριθμό πρωτοκόλλου, ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη και σφραγίδα της υπηρεσίας.

Αυτό αποτελεί αντιγραφή εγγραφής, η οποία είχε γίνει νομίμως στο βιβλία συμβάντων του Α.Τ. ..., κατά την παραπάνω ημερομηνία, από τους αστυνομικούς που ερεύνησαν τη βασιμότητα της καταγγελίας, και ήταν αληθινή ως προς τις δηλώσεις που έκανε η εναγομένη σ' αυτούς, για τη σχέση της με το επίδικο. Τέλος, το ίδιο έχει συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο και δεν προσβλήθηκε από την εναγόμενη ως πλαστό, κατά τη διαδικασία των άρθρων 460-465 ΚΠολΔ, είτε ως προς την υπογραφή, είτε ως προς το περιεχόμενό του.

Το γεγονός ότι η εναγόμενη προσκόμισε το νεώτερο χρονολογικά με αριθμό πρωτοκόλλου 306/2018 έγγραφο του Α.Τ. ..., στο οποίο αναφέρεται ότι δεν έχει βρεθεί καμία καταχώρηση στο όνομά της στο αρχείο της Υπηρεσίας, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα, διότι η αναφορά αυτή μπορεί να οφείλεται σε ελλιπή έλεγχο ή αβλεψία ή άλλους παράγοντες (π.χ.

η σχετική εγγραφή να μην έχει καταχωρηθεί με το όνομά της, με βάση το οποίο, όμως, πιθανότητα ερευνήθηκε ύστερα από αίτημά της), όχι όμως σε ανυπαρξία της σχετικής εγγραφής...". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι, εάν ήθελε κριθεί ότι η βεβαίωση του τότε αστυνομικού οργάνου περί προφορικής οχλήσεως συνέστησε στην έννοια του νόμου δημόσιο έγγραφο, το οποίο κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, τότε το νεότερο αδιαμφισβήτητο δημόσιο έγγραφο περί μη καταχωρήσεως παρόμοιου γεγονότος που προσκόμισε με επίκληση περί ακυρότητας του πρώτου, διατηρεί χαρακτήρα δημοσίου εγγράφου επί του οποίου ανταπόδειξη δεν χωρεί ειμή μόνο εάν πλαστό είχε χαρακτηρισθεί αυτό από τον αντίδικό της.

Ωστόσο, εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικός κανόνας δικαίου, δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος. Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το με αριθμό πρωτ. 109/11-6-1999 ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος ... της 28ης-5-1999 και όσα αναφέρονται στο βιβλίο αυτό ότι έλαβαν χώρα την ημέρα εκείνη, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς το με αριθμό πρωτ. 306/2018 έγγραφο, που εκδόθηκε από το ίδιο Αστυνομικό Τμήμα και το οποίο, ως δημόσιο έγγραφο το οποίο βεβαιώνει τη μη καταγραφή του ανωτέρω συμβάντος της 28ης-5-1999, κατισχύει όχι μόνο ως νεότερο του προηγούμενου εγγράφου του Α.Τ. ..., αλλά και επειδή εκδόθηκε από ιεραρχικά ανώτερο όργανο από τον αστυνομικό 'Ελληνα, που εξέδωσε το προηγούμενο έγγραφο και ο οποίος δεν υπηρετεί πλέον στο Αστυνομικό Σώμα, αλλά και για τον επί πλέον λόγο ότι δεν εκπληρώθηκε για το τελευταίο αυτό έγγραφο ο τηρούμενος υπηρεσιακός τύπος.

Ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του απέρριψε την αποδεικτική δύναμη του δευτέρου αυτού δημοσίου εγγράφου, το οποίο ο πρώτος εφεσίβλητος ούτε χαρακτήρισε ως πλαστό ούτε επιδίωξε την ακύρωσή του, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της απόφασής του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, αξιολογώντας το νεότερο έγγραφο σε σχέση και με όσα αναφέρονται στο αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων, κατέληξε, μεταξύ δύο ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων, ήτοι δύο δημοσίων εγγράφων με αντίθετο περιεχόμενο, να προσδώσει μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στο αντίγραφο από το βιβλίο συμβάντων της Αστυνομίας, το οποίο σημειωτέον, όπως δέχθηκε, δεν προσβλήθηκε ως πλαστό.

Αναφορικά δε την επί μέρους αιτίαση της μη τήρησης του υπηρεσιακού τύπου ως προς το πρώτο από τα πιο πάνω δημόσια έγγραφα, η αιτίαση αυτή είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι τυπικές παραλείψεις του εγγράφου αυτού ώστε αυτό να χαρακτηριστεί ως δημόσιο έγγραφο.

Η δε επί πλέον αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στον ίδιο πιο πάνω λόγο, σύμφωνα με την οποία, το Εφετείο επιδίκασε πλείονα των αιτηθέντων, καθώς το νεότερο έγγραφο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενο σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμο, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασής του, δεν ακύρωσε το έγγραφο αυτό, ούτε έκρινε ότι αυτό είναι πλαστό.

Με το τρίτο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε κυρίως την κρίση της περί της διακοπής της ασκούμενης από την ίδια τακτικής χρησικτησίας από το έτος 1974 στην ισχυριζόμενη προφορική σύσταση του αστυνόμου Έλληνα, που φέρεται να συνέστησε και στις δύο πλευρές να προβούν σε δικαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, εντελώς αντιφατικά διέλαβε στην προηγούμενη νομική της σκέψη ότι "Μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο...

Εξάλλου, χωρίς τη σωματική επενέργεια στο ακίνητο δεν μπορεί να υπάρχει πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και τούτο διότι, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε ποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες παραβάσεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ εμπίπτει ο λόγος αυτός, ούτε εκτίθεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο ότι δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος ότι υπάρχουν αντιφατικές κρίσεις σχετικές με τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή της διάταξης που κατά το δικαστήριο της ουσίας στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1357/2010), ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι η μη προσκόμιση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκομίσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, από τον αρχικό διάδικο-ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος μπορούσε να προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα κατά τη διεξαγωγή της πρωτόδικης δίκης, συνιστά παραβίαση του κανόνα της απόδειξης, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 340 και 341 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, να υποπέσει στην παράβαση του αριθμού 11 α', καθώς και των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 α' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθώς η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν στην κατ' έφεση δίκη από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση το πρώτον στην δευτεροβάθμια εκείνη δίκη, είναι ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα.

Στην περίπτωση δε που η αναιρεσείουσα υπονοεί με τον ως άνω λόγο ότι οι ένορκες βεβαιώσεις συνιστούν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα επειδή προσκομίστηκαν από τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και, τούτο, διότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 82 ΚΠολΔ, ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου άσκησε την παρέμβαση και επομένως δικαιούται να προσαγάγει στη δίκη και αποδεικτικά μέσα προς το συμφέρον του τελευταίου, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις.

Όσον αφορά δε την επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, η μεν διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, είναι κανόνας δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1304/2011) και επομένως η παράβασή της, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, δεν ιδρύει τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους, η δε φερόμενη ως παραβιασθείσα, επίσης, διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ, έχει καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2915/2001.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.

Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη, την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015).

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθεντο σε αυτήν, ενώ επικουρικά, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, θεωρώντας ότι παραδεκτά συμπληρώθηκε με την απόδειξη κατά την εκδίκαση της έφεσης.

Ο λόγος αυτός, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθώς δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι ελλείψεις της αγωγής και συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έπρεπε κατά την αναιρεσείουσα να παρατίθενται στην αγωγή για τη θεμελίωσή της, η έλλειψη των οποίων κατέστησε αυτήν αόριστη.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως απαράδεκτος για τον ίδιο λόγο είναι και ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 14 του ίδιου Κώδικα, καθώς ότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας της αγωγής πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε ως εφεσίβλητη και ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 32/1996), Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου και τούτο, γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο, εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 658/2019) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι μόλις της επιτράπηκε, από το έτος 1996 προέβη σε βέβαιες κτηματολογικές ενέργειες προς κατοχύρωση του νομίμου δικαιώματός της, ενώ ταυτόχρονα έκρινε ότι μόνο από το έτος 1999 οι ενέργειές της αυτές διατηρούσαν χαρακτήρα νομικό και πραγματικό διάνοιας κυρίου και ότι από το έτος 1999 έως και του έτους 2018 συμπληρώθηκαν μόνο δέκα εννέα χρόνια στη χρησικτησία, και όχι είκοσι.

Ότι, επίσης, δεν απασχόλησε την προσβαλλόμενη απόφαση το γεγονός ότι από το έτος 1974 έως και το έτος 1995 ήδη είχε συμπληρωθεί το νόμιμο χρονικό διάστημα και επομένως παρείλκε η περαιτέρω εξέταση αυτού. Ότι κατά το σημείο αυτό και με την αντίφαση της αιτιολογίας κατά το ποσοτικό διάστημα του δικαιώματος και το αντίστοιχο ποιοτικό κριτήριο, έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού επί ταυτόσημων ενεργειών ενώπιον του Κτηματολογικού Γραφείου, κατά τρόπο μη παραδεκτό διαχώρισε τις ενέργειες, σε ενέργειες παρασκευής και σε ενέργειες καθαυτό άσκησης της νομής για ίδιο λογαριασμό, με αποτέλεσμα να παραβιαστούν οι σχετικές διατάξεις και να υποπέσει έτσι το Εφετείο στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος εξ αιτίας της αοριστίας του. Και, τούτο, διότι, εκτός από την έλλειψη μνείας των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο κατ' επιλογή της όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης και όχι όλες τις κρίσιμες παραδοχές της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αφενός μεν, αν υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δε, σε τι ειδικότερα συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, που επέφερε την εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και που οδήγησε σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, διατακτικό.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων που προέκυψαν από τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 63 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) περί καθορισμού αμοιβής με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ορίζεται ότι: "1. Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω:

α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ... Επίσης, κατά το άρθρο 68 του ίδιου ως άνω νόμου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής, ενώ κατά την παράγραφο 1 εδ.

α' του άρθρου 69 του ίδιου επίσης ως άνω νόμου, για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, όπως συνομολογείται και από την αναιρεσείουσα, ανέρχεται στο ποσό των 500.000 ευρώ.

Επομένως, εφόσον η έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος για τις δίκες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου δικαιούται ως δικαστικά έξοδα κατά τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής έγγραφης συμφωνίας μεταξύ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του δικηγόρου του και δεν υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων, τα ακόλουθα ποσά με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και την αναφερόμενη στις διατάξεις αυτές φθίνουσα κλίμακα συντελεστών αμοιβής (Ολ ΑΠ 8/2021):

α) για τη σύνταξη της αγωγής (2% Χ 200.000 ευρώ) + (1,5% Χ 300.000 ευρώ) = 4.000 + 4.500 = 8.500 ευρώ, β) για τις προτάσεις του ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (8.500: 2 =) 4.250 ευρώ, γ) για τη σύνταξη της έφεσης 161 ευρώ, δ) για την παράσταση του δικηγόρου του εκκαλούντος στο Εφετείο 192 ευρώ, σύμφωνα με το παράρτημα του Ν. 4194/2013, ε) για τις προτάσεις του εκκαλούντος στο Εφετείο (4.250 Χ 2 =) 8.500 ευρώ.

Συνολικά, δηλαδή, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανήλθαν στο ποσό των 21.603 ευρώ. Το Εφετείο καταδίκασε την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Έτσι, όμως, το Εφετείο με το να επιδικάσει σε βάρος της εφεσίβλητης το ποσό των 25.000 ευρώ αντί του ορθού 21.603 ευρώ για δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4194/2013. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8, 9 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα θεωρεί η αναιρεσείουσα), είναι βάσιμος.

Σημειωτέον ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης και τα δικαστικά έξοδα των προσθέτως παρεμβαινόντων και ήδη δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, χωρίς, ωστόσο, ο ως άνω λόγος αναίρεσης να αφορά τους τελευταίους. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός κατά το συγκεκριμένο μέρος του είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν συνδέει τις επικαλούμενες πλημμέλειες με παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες μάλιστα δεν παραθέτει, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του λόγου αυτού. Ισχυρίζεται, επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του ότι πρότεινε με τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα διατείνεται ότι ισχυρίστηκε με τις προτάσεις της ότι εγκατεστημένη στο επίδικο ακίνητο ήταν η ίδια, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δήλωσε ότι γνώριζε την εγκατάστασή της στο επίδικο από το έτος 1996 και ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ίδια ήταν εγκατεστημένη σε αυτό από το έτος 1974, χαρακτηρίζοντας όμως την παρουσία της στο επίδικο ως προπαρασκευαστική της άσκησης της νομής της.

Ότι επίσης, από την προηγηθείσα αυτή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου δημιουργήθηκε σε αυτήν ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, όπως έπραξε με την άσκηση της αγωγής κατά το έτος 2018, ιδίως εφόσον κρίθηκε από το σύνολο της εμμάρτυρης απόδειξης ότι τα χρήματά της εισέπραξαν (εννοώντας προφανώς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τη δικαιοπάροχο αυτού μητέρα του) χωρίς μηδέποτε να καταρτισθεί συμβολαιογραφικός τίτλος μεταβίβασης.

Ότι με τον τρόπο αυτό η άσκηση του δικαιώματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ότι το Εφετείο, κατ' εκτίμηση των όσων ανωτέρω ισχυρίζεται, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Από τις από 3-2-2021 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτές ο αυτοτελής ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και συνακόλουθα δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 51/2023, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 989/2018). Κατά συνέπεια, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με έτερο μέρος του αυτού ως άνω πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι, παρά το γεγονός ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου τα νομικά στοιχεία και ειδικότερα δικόγραφα, κλήσεις και αποφάσεις, που αποδεικνύουν πλήρως τον περί παραγραφής ισχυρισμό της, ο ισχυρισμός της αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους (ΑΠ 960/2017, ΑΠ 1264/2017). Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των από 3-2-2021 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, δεν προτάθηκε ισχυρισμός περί παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε το Εφετείο απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, σε ισχυρισμό περί παραγραφής.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..." Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 1842/2022, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα, απομένει μόνο ο καθορισμός των δικαστικών εξόδων που πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι γίνεται δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη ...

απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου κατά το μέρος της με το οποίο, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος, εξαφάνισε την 16/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και κάνοντας δεκτή την αγωγή, επέβαλε σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος-ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ποσού 25.000 ευρώ.

Στη συνέχεια δε, και εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο κατά το ως άνω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης και να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος-ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ποσού 21.603 ευρώ.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο μόνο γίνεται δεκτή η αναίρεση, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους δεν αφορά ο τέταρτος λόγος αναίρεσης που γίνεται δεκτός, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένου δε ότι αυτοί κατέθεσαν χωριστές προτάσεις σε σχέση με τον πρώτο αναιρεσίβλητο και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά τους έξοδα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-09-2021 αίτηση της Φ. χήρας Ι. Δ. για αναίρεση της ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κατά το μέρος της, με το οποίο, μετά την εξαφάνιση της 16/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το Εφετείο κάνοντας δεκτή την αγωγή, επέβαλε τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 25.000 ευρώ σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση κατά το ως άνω μέρος της.

Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος-ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των είκοσι μία χιλιάδων εξακοσίων τριών (21.603) ευρώ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της αναιρετικής δίκης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ