Supreme Court dismisses appeal for failure to submit supplementary grounds within 30 days prior to hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision. The appellants failed to submit their supplementary grounds of appeal within the mandatory 30-day period preceding the hearing. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to this procedural violation.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Supplementary grounds of appeal must be filed at least thirty full days before the hearing; Failure to comply renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 179 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 179/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Ε. Τ. Λ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Ε. Τ. Ε. Τ. Κ. Τ. Ε. Τ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Κ. Π. Π. Δ. Φ. «Φ.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ο. Σ. Δ. Π. Δ. Θ. Ρ. «Θ.» Σ.. Π..Ε.., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο - Ανδρέα Ζάννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Φ. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Χατζηχαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6286/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3629/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2020 αίτησή τους και τον από 18-4-2022 πρόσθετο αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση οι από 18-4-2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι το σχετικό δικόγραφο επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Tο άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει ότι "με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η αναπαραγωγή ενός έργου, που έχει νομίμως δημοσιευθεί εφόσον η αναπαραγωγή γίνεται για ιδιωτική χρήση εκείνου που την κάνει.
Δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού". Εξάλλου, στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "Εάν για την ελεύθερη αναπαραγωγή του έργου χρησιμοποιούνται τεχνικά μέσα, όπως συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συσκευές ή εξαρτήματα μη ενσωματωμένα ή ενσωματώσιμα στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών που λειτουργούν σε συνάρτηση με αυτούς και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ψηφιακή αντιγραφή ή για την ψηφιακή μετεγγραφή από ή προς αναλογικά μέσα (εξαιρουμένων των εκτυπωτών), μαγνητικές ταινίες ή άλλοι υλικοί φορείς πρόσφοροι για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής -όπως CD-RW, CD-R, φορητοί οπτικοί μαγνητικοί δίσκοι χωρητικότητας άνω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (άνω των 100 Mbytes), αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) - φωτοτυπικά μηχανήματα, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, οφείλεται εύλογη αμοιβή στον δημιουργό του έργου και στους κατά την παρούσα διάταξη δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων, εξαιρουμένων των προς εξαγωγή ειδών.
Η αμοιβή ορίζεται σε 6% της αξίας των συσκευών εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων και των συσκευών ή εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων ή μη ενσωματώσιμων στην κύρια μονάδα του ηλεκτρονικού υπολογιστή (εκτός από σαρωτές), των μαγνητικών ταινιών ή άλλων υλικών φορέων πρόσφορων για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) -και σε 4% της αξίας των φωτοτυπικών συσκευών, των σαρωτών, του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες και των αποθηκευτικών μέσων (δισκέτες) χωρητικότητας κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes).
Σε κάθε περίπτωση ο υπολογισμός της αξίας γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση από το εργοστάσιο. Η αμοιβή καταβάλλεται από τους εισαγωγείς ή από τους παραγωγούς των αντικειμένων αυτών και σημειώνεται στο τιμολόγιο, εισπράττεται δε από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που λειτουργούν με έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει την ενδιαφερόμενη κατηγορία των δικαιούχων.
Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή φωτοτυπικών μηχανημάτων, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, αποθηκευτικών μέσων (δισκετών) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων και σαρωτών (4%) κατανέμεται εξ ημισείας μεταξύ των πνευματικών δημιουργών και των εκδοτών εντύπων. Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή των συσκευών εγγραφής και υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, των συσκευών και εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών (6%), καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα (δισκέτες) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων, κατανέμεται κατά 55% στους πνευματικούς δημιουργούς, 25% στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και 20% στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας".
Το ανωτέρω άρθρο καθιερώνει περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αυτού επιτρέπεται η αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου εφόσον γίνεται για ιδιωτική χρήση. Επειδή όμως με τις σύγχρονες μεθόδους αναπαραγωγής των έργων μπορεί να γίνεται μαζική αναπαραγωγή των έργων, την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν οι δημιουργοί, θεσμοθετείται με την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου η καταβολή σε αυτούς εύλογης αμοιβής ως αποζημιωτικό αντιστάθμισμα για την ελεύθερη ιδιωτική αναπαραγωγή, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των αντικειμένων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή των έργων και καταβάλλεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα (παραγωγούς, εισαγωγείς, εμπόρους) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που το κατανέμουν σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.
Έτσι, ενώ ουσιαστικά υπόχρεοι της καταβολής της αποζημίωσης είναι τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να προβούν στην αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση χωρίς την άδεια του δημιουργού και, συνακόλουθα, προκαλούν τη ζημία στους δικαιούχους, τελικά η υποχρέωση καταβολής της εύλογης αμοιβής για την ιδιωτική αναπαραγωγή βαρύνει τα πρόσωπα που προβαίνουν στη διάθεση του εξοπλισμού και παρέχουν έτσι τα τεχνικά μέσα της αναπαραγωγής στους τελικούς χρήστες.
Με την παρ. 1 εδ. α`του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 δεν ορίζεται σε τι συνίσταται η "ιδιωτική χρήση" για την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δημιουργού και ως αντιστάθμισμα αυτής καθιερώνεται η "εύλογη αμοιβή" που προβλέπεται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ενώ παράλληλα με την παρ. 1 εδ. β` του ανωτέρω άρθρου χαρακτηρίζεται ότι δεν συνιστά "ιδιωτική χρήση" η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, βάσει της οποίας εισάγεται εξαίρεση της "εύλογης αμοιβής" που ορίζεται στην άνω διάταξη.
Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται πότε υπάρχει "ιδιωτική χρήση" και λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω εξαιρέσεως, γίνεται δεκτό, ότι κατά την έννοια των άνω διατάξεων, η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής δεν συνδέεται με συντελεσμένη αναπαραγωγή έργων, αλλά απλώς αρκεί το πρόσφορο των αντικειμένων για αναπαραγωγή, ενώ τα αντικείμενα που θεωρούνται πρόσφορα για την πραγματοποίηση ιδιωτικής αναπαραγωγής απαριθμούνται στον νόμο.
Έτσι, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των αντικειμένων αυτών για ιδιωτικές αναπαραγωγές αρκεί, κατ' αρχάς, για την επιβολή της εν λόγω αμοιβής. Η άποψη αυτή στηρίζεται και στο γεγονός ότι η αποσύνδεση της καταβολής της αμοιβής από συγκεκριμένη αναπαραγωγή επιβεβαιώνεται και από το ότι ο νομοθέτης καθόρισε το ύψος σε πάγιο ποσοστό, διαφορετικό για κάθε κατηγορία αντικειμένων, ανάλογα με την πιθανότητα χρησιμοποιήσεώς τους για ιδιωτική αναπαραγωγή και δεν καθόρισε το ύψος αυτής κατά περίπτωση και σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια.
Μάλιστα, ο υπολογισμός της γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση των αντικειμένων από το εργοστάσιο, έτσι ώστε οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής περιορίζονται στους εισαγωγείς και τους παραγωγούς των παραπάνω αντικειμένων. Ρητά, όμως, το άρθρο 18 του ν. 2121/1993 προβλέπει ότι δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση, η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού και, κατά συνέπεια, η χρήση αυτή δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με την προαναφερόμενη ειδική αποζημίωση ιδιωτικής αναπαραγωγής, αφού στην περίπτωση αυτή απαιτείται άδεια του δημιουργού.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β` της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής των πνευματικών δημιουργιών σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες εντάσσονται και οι "αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό".
Επί της τελευταίας αυτής Οδηγίας το ΔΕΕ, ως προς την παραπάνω διάταξη, κρίνοντας επί της υπόθεσης C-467/08 με αντικείμενο αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε ισπανικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ της ισπανικής εταιρείας που εμπορεύεται CD-R, CD-RW, DVD-R και συσκευές ΜΡ3 και της SGAE, ενός από τους οργανισμούς συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που λειτουργούν στη Ισπανία, αποφάνθηκε ως ακολούθως: "1) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, αποτελεί αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη και να εφαρμόζεται από κάθε κράτος μέλος, το οποίο και θα καθορίζει ως προς το έδαφός του τα καταλληλότερα κριτήρια για να εξασφαλισθεί η τήρηση της εν λόγω κοινοτικής εννοίας εντός των ορίων που χαράσσει το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως η ως άνω οδηγία. 2) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" πρέπει να νοείται ως παροχή προς τον δικαιούχο, η οποία συνιστά, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της επιτρεπόμενης ιδιωτικής αντιγραφής, εύλογη αμοιβή για τη χρήση του προστατευόμενου έργου του ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου του.
Τα κράτη μέλη οφείλουν, ανεξαρτήτως του συστήματος που χρησιμοποιούν για τον καθορισμό της δίκαιης αποζημιώσεως, να τηρούν τη δέουσα ισορροπία μεταξύ των ενδιαφερομένων, ήτοι, αφενός, των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που θίγονται από την εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, ως δικαιούχων της εν λόγω αποζημιώσεως, και, αφετέρου, των υποχρεούμενων αμέσως ή εμμέσως σε καταβολή της. 3) Εφόσον το κράτος μέλος επιλέξει σύστημα επιβολής τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής επί εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής, τα τέλη αυτά πρέπει να συνδέονται απαραιτήτως, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29 και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, με την εικαζόμενη χρήση του εξοπλισμού και των υποθεμάτων αυτών για πράξεις αναπαραγωγής που εμπίπτουν στην εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, με αποτέλεσμα η επιβολή της επιβαρύνσεως να δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή. 4) Η επιβολή τελών αδιακρίτως βάσει ρυθμίσεως περί ιδιωτικής αντιγραφής σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που προδήλως αγοράζουν συσκευές και υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής για σκοπούς ξένους προς την ιδιωτική αναπαραγωγή δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της "δίκαιης αποζημιώσεως" κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29. 5) Εθνικό σύστημα το οποίο επιβάλλει τέλη προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον αδιακρίτως τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29 στο μέτρο που δεν υφίσταται πλέον εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί, διότι δεν μπορεί να εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή".
Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ: α) υφίσταται αμάχητο τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι, τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε ιδιώτες χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, β) υφίσταται μαχητό τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις/επαγγελματίες επίσης χρησιμοποιούνται άμεσα ή κατόπιν περαιτέρω διάθεσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο από τους επιχειρηματίες αυτούς σε ιδιώτες προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση και επομένως υπόκεινται στην υποχρέωση εύλογης αμοιβής.
Το τεκμήριο, ωστόσο, αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνον εφόσον ο υπόχρεος (εισαγωγέας ή κατασκευαστής τεχνικών μέσων/συσκευών) αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο IZR 43/11).
Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993 εναρμονίζονται πλήρως μεταξύ τους και προς την Οδηγία 2001/19 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και δεν αντίκεινται στην παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, εφόσον οι διατάξεις αυτές προβλέπουν όχι αδιακρίτως την επιβολή τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον τον εξοπλισμό, στις συσκευές και τα υποθέματα, αφού με την παρ. 1 εδ.
β` του άρθρου 18 του ν. 2121/1993, εξαιρείται της "ιδιωτικής χρήσης" η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, ώστε να υφίσταται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί (ΑΠ 2097/2013).
Επομένως, η εύλογη αμοιβή του άρθρου 18 οφείλεται μόνο σε όσα μηχανήματα ή αποθηκευτικά μέσα διατίθενται σε ιδιώτες, ενώ υπάρχει εξαίρεση από το τέλος ιδιωτικής αναπαραγωγής, στην περίπτωση που τα τεχνικά μέσα δεν διατίθενται σε ιδιώτες χρήστες ή προδήλως προορίζονται για χρήσεις άλλες πλην της ιδιωτικής αναπαραγωγής.
Όμως, ενόψει του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου ο εισαγωγέας ή ο παραγωγός που εισάγει ή κατασκευάζει τεχνικά μέσα/συσκευές που είναι πρόσφορα για ιδιωτική αναπαραγωγή είναι κατ' αρχήν υπόχρεος στην καταβολή της ως άνω "εύλογης αμοιβής" και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωση του άρθρου 18 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν. 2121/1993, μόνο δε αν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματική χρήση, περιστατικό που δεν είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής, μπορεί να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", η οποία εφόσον έχει καταβληθεί του επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
ΑΚ). Άλλωστε, τα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται από τους εισαγωγείς ή παραγωγούς σε επιχειρήσεις, οργανισμούς κλπ δεν είναι πρόδηλο ότι χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς και όχι για ιδιωτική χρήση, αφού οι επιχειρήσεις αυτές, είτε πρόκειται για εταιρίες είτε για ελεύθερους επαγγελματίες, μπορεί να χρησιμοποιούν τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές και για ιδιωτική χρήση (ΑΠ 2097/2013).
Στις περιπτώσεις, όμως, που δεν παρουσιάζεται πρακτική δυσχέρεια εξακρίβωσης των τελικών αγοραστών των μηχανημάτων, εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων αναπαραγωγής και της χρήσης στην οποία αυτοί θα προβούν (ήτοι σε μη φυσικά πρόσωπα και για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή), απαλλάσσεται εξαρχής ο εισαγωγέας ή παραγωγός από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής, η ερμηνεία δε αυτή του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνη με την Οδηγία.
Αντίθετη άποψη, ήτοι ότι οι εισαγωγείς ή παραγωγοί είναι πάντοτε, υπόχρεοι στην καταβολή της ως άνω "εύλογης αμοιβής" και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωση του άρθρου 18 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν. 2121/1993, μόνο δε αν επικαλεσθούν και αποδείξουν σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, μπορούν να απαλλαγούν της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", η οποία εφόσον έχει καταβληθεί τους επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), εκτός του ότι θα συνεπάγονταν ουσιαστικά την κατάργηση της ως άνω διάκρισης, θα προκαλούσε και περαιτέρω την επιβάρυνση των εισαγωγέων ή παραγωγών, μετά από κάθε πώληση, να προβαίνουν και στην άσκηση αγωγής, κατά την οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί το είδος της χρήσης από κάθε αγοραστή προκειμένου να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες μη κερδοσκοπικοί Αστικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης είναι Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων επί των έργων και των συμβολών των μελών τους.
Έχουν συσταθεί νόμιμα άπαντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54 έως 57 του Ν. 2121/1993, με βάση τις υπ' αριθ. ... και ... αντίστοιχες πράξεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που καταχωρήθηκαν στο οικείο μητρώο Συνεταιρισμών, η λειτουργία τους εγκρίθηκε με τις υπ' αριθ. ... αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στο ΦΕΚ τεύχος Β` και έχουν ως μέλη τους δημιουργούς έργων του λόγου και τους εκδότες εντύπων ο πρώτος, τους δημιουργούς έργων εικαστικών τεχνών ο δεύτερος, τους φωτογράφους ο τρίτος και τους θεατρικούς συγγραφείς ο τέταρτος.
Τα μέλη τους, τα ονόματα των οποίων μνημονεύονται κατ' ενδεικτική παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο, έχουν αναθέσει στον καθένα, επί τη βάσει συμβάσεων καταπιστευτικής μεταβίβασης, τη διαχείριση των περιουσιακών εξουσιών των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων επί των έργων και των συμβολών τους, την εγκείμενη στη δίωξη, είσπραξη και διανομή στα ίδια των συναφών αξιώσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η εύλογη αμοιβή για την ιδιωτική αναπαραγωγή του άρθ. 18 § 3 του Ν. 2121/1993.
Υπό το καθεστώς αυτό, οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη της § 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, να ζητούν από οποιονδήποτε οφειλέτη να τους υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για τη συνολική αξία των τεχνικών μέσων που εισάγει και χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, επί της οποίας (αξίας) και υπολογίζεται η ως άνω εύλογη αμοιβή.
Η εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης έχει ως αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία μηχανών γραφείου, ανταλλακτικών και αναλώσιμων ειδών τους, συμπεριλαμβανομένων φωτοτυπικών συσκευών και πολυμηχανημάτων που έχουν δυνατότητα φωτοτυπικής αναπαραγωγής. Εκ του συγκεκριμένου πεδίου εμπορίας της δε συνάγεται, κατά μαχητό τεκμήριο, ότι η εναγόμενη είναι κατ' αρχήν υπόχρεη προς καταβολή της εύλογης αμοιβής για τον περιορισμό της περιουσιακής εξουσίας αναπαραγωγής για ιδιωτική χρήση του αυτού εν λόγω άρθρου.
Προς το σκοπό αυτό, λοιπόν, η πρώτη ενάγουσα, με την από την από 20-10-2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 31-10-2006, κάλεσε την τελευταία να δηλώσει στον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας, εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση, αφενός την αξία των φωτοτυπικών συσκευών, των πολυμηχανημάτων που έχουν δυνατότητα φωτοτυπικής αναπαραγωγής, των σαρωτών, του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία, και των αποθηκευτικών μέσων με χωρητικότητα μικρότερη των 100 Mbytes που πώλησε χονδρικά στο χρονικό διάστημα από 10-09-2002 μέχρι 31-12-2005 και αφετέρου την αξία των ίδιων εν λόγω μέσων που εισήγαγε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Η εναγόμενη, συμμορφούμενη στην ανωτέρω πρόσκληση, υπέβαλε την από 16-09-2008 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία τους γνωστοποίησε ότι η συνολική αξία των φωτοτυπικών συσκευών, των πολυμηχανημάτων που έχουν δυνατότητα φωτοτυπικής αναπαραγωγής, των σαρωτών, του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία, και των αποθηκευτικών μέσων με χωρητικότητα μικρότερη των 100 Mbytes που είχε εισάγει και πωλήσει στο χρονικό διάστημα από την 1η-01-1999 έως την 31η-12-2007, ανερχόταν στο ποσό των 922.898,46 ευρώ.
Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν το περιεχόμενο της συγκεκριμένης δήλωσης ως αληθές, καθώς δεν προχώρησαν σε έλεγχο της ακρίβειας αυτού κατά τα οριζόμενα στην § 8 του άρθ. 18 του Ν. 2121/1993. Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της ως άνω δήλωσης, η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό έναντι εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 § 3 του Ν. 2121/1993 εγκείμενης σε ποσοστό 4% επί του προαναφερόμενου ποσού, ισχυρισθείσα ότι τα ανωτέρω μηχανήματα που εισήγαγε, διατέθηκαν αποκλειστικά σε μη ιδιώτες, και δη σε δημοσίους οργανισμούς και σε επαγγελματίες, για χρήσεις προδήλως επαγγελματικές.
Από το σύνολο των φωτοτυπικών μηχανημάτων που εισήγαγε η εναγομένη, αποδείχθηκε πράγματι ότι το μεγαλύτερο μέρος τους, αξίας 833.560,99 ευρώ, διατέθηκε από την ίδια στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου Τομέα και σε κοινωφελείς επιχειρήσεις (Εισαγγελία Πρωτοδικών, Ελεγκτικό Συνέδριο, ΓΝΑθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", Νοσοκομείο Παίδων, Πολεμική Αεροπορία, Πολεμικό Ναυτικό, Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, Πολυτεχνείο Κρήτης, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ΕΚΠΑ, ΕΛ.ΤΑ, ΟΣΕ, ΤΕΙ ΑΘΗΝΩΝ, Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ, Υπουργείο Πολιτισμού, Δήμος Ύδρας, Δήμος Νίκαιας, ΔΕΗ κ.α.), για να χρησιμοποιηθεί όχι για την αναπαραγωγή αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, αλλά προς εξυπηρέτηση της εσωτερικής λειτουργίας των οργανισμών και επιχειρήσεων, χρήση για την οποία και προδήλως τα συγκεκριμένα μέσα προορίζονται εκ κατασκευής.
Τούτο προκύπτει από το σύνολο των τιμολογίων που προσκομίζει η εναγομένη και τις σχετικές βεβαιώσεις των Δημοσίων Οργανισμών στις οποίες διατέθηκαν τα μηχανήματα σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος είναι, κατά δήλωσή του, τεχνικός αρμόδιος για τη συντήρηση των μηχανημάτων, κατέθεσε πως αυτά είναι προορισμένα εκ κατασκευής όχι για αναπαραγωγή αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, αλλά για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αναπαραγωγή, και δη αυστηρώς επαγγελματικούς, αφού διαθέτουν ειδικούς κωδικούς και κλειδιά, για τη διευκόλυνση των οποίων και πράγματι χρησιμοποιούνται από τους τελικούς αγοραστές Δημόσιους Οργανισμούς και επιχειρήσεις.
Η κατάφαση των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, εξάλλου, δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ίδιο ακροατήριο, ο οποίος επέμεινε στην αφηρημένη δυνατότητα χρήσης αυτών από μεμονωμένους υπαλλήλους προς παραγωγή ιδιωτικών αντιγράφων, καθώς, ανεξαρτήτως των δημοσκοπικών ευρημάτων, που επικαλούνται οι εκκαλούσες, δεν αποδείχθηκε τέτοια χρήση στην προκειμένη περίπτωση, ούτε, πολύ περισσότερο, αποδείχθηκε η μεταπώληση αυτών σε ιδιώτες.
Πρέπει δε ως εκ περισσού να επισημανθεί ότι αυτό που εξετάζεται και αποτελεί αντικείμενο αποδείξεως σύμφωνα με το γράμμα και πνεύμα των σχετικών διατάξεων του νόμου, είναι η κατά σκοπό κυρία χρήση των αναφερομένων ανωτέρω μηχανημάτων των ως άνω Οργανισμών και υπηρεσιών και όχι η κατά παρέκκλιση αυτής και σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, χρήση αυτών από μεμονωμένους υπαλλήλους για ίδιους σκοπούς.
Επομένως, ως προς τα ανωτέρω μηχανήματα, δεν υφίσταται οφειλή της εναγόμενης προς τους ενάγοντες έναντι εύλογης αμοιβής της § 3 του άρθ. 18 του Ν. 2121/1993, όπως, ορθά ερμηνεύοντας τις σχετικές προπαρατεθείσες διατάξεις και εφαρμόζοντας αυτές κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, έκρινε η εκκαλουμένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των 1ου, 2ου και 3ου λόγων της έφεσης, με την επισήμανση ότι με τους λοιπούς πλην του 1ου λόγου, οι εκκαλούντες προσβάλλουν την εκκαλουμένη για εσφαλμένη λήψη υπόψη των προεκτεθεισών βεβαιώσεων και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Αντιθέτως, ως προς τα υπόλοιπα μηχανήματα αξίας 89.337,47 ευρώ, ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως, της κρίσεως αυτής της εκκαλουμένης μη προσβληθείσης με αντίθετη έφεση ή αντέφεση της εναγομένης, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτά διατέθηκαν σε επαγγελματίες για μη ιδιωτική χρήση και ότι η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες την εύλογη αμοιβή της § 3 του άρθ. 18 του Ν. 2121/1993 στο διπλάσιο κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθ. 65 §§ 2 και 5 Ν. 2121/1993....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή τους ως προς το αίτημα καταβολή εύλογης αποζημίωσης για μέρος των συσκευών και τα τεχνικών μέσων, αξίας 833.560,99 ευρώ, που εισήγαγε η αναιρεσίβλητη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993, οι οποίες εναρμονίζονται πλήρως μεταξύ τους και δεν αντίκεινται προς το άρθρο 5 παρ. 2 περ. β` της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ούτε στην προρρηθείσα απόφαση του ΔΕΕ, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα επίμαχα μηχανήματα και τεχνικά μέσα, ήτοι φωτοτυπικές συσκευές, πολυμηχανήματα που έχουν δυνατότητα φωτοτυπικής αναπαραγωγής κλπ, συνολικής αξίας 833.560,99 ευρώ, που η αναιρεσίβλητη εισήγαγε και πώλησε στο χρονικό διάστημα από την 1η-01-1999 έως την 31η-12-2007, διατέθηκαν για να χρησιμοποιηθούν όχι για την αναπαραγωγή αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, αλλά στο Δημόσιο και στους αναφερόμενους φορείς του Δημοσίου Τομέα και σε κοινωφελείς επιχειρήσεις και οργανισμούς, για επαγγελματική χρήση και προς εξυπηρέτηση της εσωτερικής λειτουργίας αυτών, για την οποία χρήση μάλιστα τα συγκεκριμένα μέσα προορίζονται εκ κατασκευής, με συνέπεια, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η αναιρεσίβλητη να μην είναι υπόχρεη προς καταβολή της αιτούμενης εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν υπάρχει a priori υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της εύλογης αποζημίωσης, αλλά την καταβάλει και αν μεταγενέστερα επικαλεσθεί και αποδείξει ότι τα μηχανήματα που διατέθηκαν σε επιχειρήσεις και οργανισμούς δεν χρησιμοποιήθηκαν για ιδιωτική χρήση ή δεν διετέθηκαν περαιτέρω σε ιδιώτες, στην περίπτωση πού έχει καταβάλει την εύλογη αποζημίωση, μπορεί να την αναζητήσει με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, σε σχέση με την υποχρέωση ή μη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της αναλογούσας εύλογης αποζημίωσης, εφόσον τα αξίας 833.560,99 ευρώ μηχανήματα δεν προορίζονταν για ιδιωτική χρήση, αλλά διατέθηκαν σε Οργανισμούς και δημόσιες υπηρεσίες.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατέληξε στην κρίση ότι αντικείμενο αποδείξεως είναι η κατά σκοπό κυρία χρήση των αναφερομένων ανωτέρω μηχανημάτων των ως άνω Οργανισμών και υπηρεσιών και όχι η (υποθετική) κατά παρέκκλιση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρήση αυτών από μεμονωμένους υπαλλήλους για ίδιους σκοπούς.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως και περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 646/2017).
Προϋποθέτει, δηλαδή, ο αναιρετικός αυτός λόγος, ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος ((ΑΠ 155/2021, ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1596/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη, μεταξύ άλλων, ότι "δεν αποδείχθηκε εκ μέρους μας πως τα από την αναιρεσίβλητη εισαχθέντα μηχανήματα χρησιμοποιήθηκαν κατά τον κύριο σκοπό τους για ιδιωτική χρήση ούτε πως αυτά μεταπωλήθηκαν σε ιδιώτες, με εξαίρεση...", κατένειμε εσφαλμένως το αντικειμενικό βάρος απόδειξης του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων (εναγόντων), με αποτέλεσμα να δεχθεί τη συνδρομή των επικληθέντων από την αναιρεσίβλητη πραγματικών περιστατικών και τη βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλόμενη αιτίαση) ως άνω αιτιολογία περί μη ανταπόκρισης των αναιρεσειόντων (εναγόντων) στο σχετικό αποδεικτικό βάρος, το οποίο όμως δεν εβάρυνε αυτούς αλλά την αναιρεσίβλητη - εναγομένη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη, εδημιουργείτο αμφιβολία ως προς την αλήθεια των επικληθέντων από την αναιρεσίβλητη σχετικών πραγματικών περιστατικών, και παρά ταύτα δέχθηκε την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του ως άνω αναιρετικού λόγου η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος ισχυρισμός (αν τα σχετικά μηχανήματα προορίζονταν για ιδιωτική χρήση ή διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματικούς σκοπούς) εσφαλμένα κρίθηκε ως βάσιμος κατ` ουσίαν.
Αντιθέτως, προκύπτει, ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτός, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από αυτήν, που έφερε το βάρος απόδειξης, σχετικές αποδείξεις και όχι γιατί οι αναιρεσείοντες ενάγοντες δεν απέδειξαν τα αντίθετα, όπως οι τελευταίοι εσφαλμένως υπολαμβάνουν.
Οι επικαλούμενες από αυτούς παραδοχές του Εφετείου ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων, είναι πλεοναστικές και συνιστούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου της ουσίας προς επιστήριξη της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής. Δεν έχουν, δηλαδή, την έννοια της επιβολής του (αντικειμενικού) βάρους απόδειξης της αγωγής στους αναιρεσείοντες -ενάγοντες, αλλά ότι το ανωτέρω πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού (άρνησης της υποχρέωσης καταβολής της εύλογης αποζημίωσης) δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-7-2020 αίτηση και τους από 18-4-2022 πρόσθετους λόγους 1) του μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Ε. Τ. Λ. 2) του μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Ε. Τ. Ε. Τ. Κ. Τ. Ε. Τ. 3) του μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Κ. Π. Π. Δ. Φ. «Φ.» και 4) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Ο. Σ. Δ. Π. Δ. Θ. Ρ. «Θ.» Σ..Π..Ε.. για αναίρεση της υπ` αριθ. 3629/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ