Legislator Case Law & Legislation
179/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely supplementary grounds and failure to prove force majeure.

Case Number 179/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling that supplementary grounds filed late were inadmissible. The appellant argued that a delay in scheduling the hearing constituted force majeure preventing timely submission, but the court found the claim vague and unsupported by specific dates. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 569, 576 of the Code of Civil Procedure; Supplementary grounds for appeal must be filed within the statutory period, and requests for restoration of proceedings require precise proof of the cessation of force majeure to be admissible.

Keywords

AI generated
supplementary grounds appeal force majeure civil procedure inadmissible appeal restoration proceedings statutory time limits

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 153 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 179/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Π. Ν. του Ν., κατοίκου Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Δ. Φ. του Ι., κατοίκου Πατρών, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... (πρώην ...) και ήδη ... που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 30-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της 3ης αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-7-2007 και 20-9-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με τις από 5-12-2007 και 18-11-2008 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 437/2009 και 235/2010 μη οριστικές και 843/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-9-2013 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1040/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 31-7-2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος, επιπρόσθετα δε με τους από 13-11-2020 πρόσθετους λόγους ζητεί την αναίρεση της 71/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βάρκα διάβασε την από 20-3-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών, καθώς και την από 23-2-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη ως αόριστης της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που ασκείται με το δικόγραφο των από 13-11-2020 προσθέτων λόγων και β) την απόρριψη ως απαράδεκτων, των από 13-11-2020 προσθέτων λόγων της από 1-9-2013 αιτήσεως για αναίρεση της με αριθμό 71/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 623/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 31-7-2019 αίτηση-κλήση για επαναφορά συζήτησης της από 1-9-2013 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 71/2012 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών, είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 18-12-2020, με αριθμό πινακίου 28, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 5-3-2021, προκειμένου να ορισθεί Εισηγητής δικαστής στην υπόθεση και να προβεί στην σύνταξη εισηγητικής έκθεσης για τους υποβληθέντες με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά με αριθμό 18-12-2020 της ως άνω δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο μεν αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και ειδικότερα ο πρώτος και η τρίτη εξ αυτών δια του δικηγόρου τους στο ακροατήριο, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη δια του συνηγόρου της με δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Μετά την ματαίωση (κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 5-3-2021), της εκδίκασης της υποθέσεως λόγω αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων με τις διαδοχικά εκδοθείσες ΚΥΑ, λόγω covid-19 μέχρι την 06/4/2021, βλ. άρθρο 14 της ΚΥΑ υπ' αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/03-4-2021), νομίμως φέρεται, αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προς εκδίκαση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, (1-10-21) η εγγραφή δε της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 Ν.4790/2021), ενώ η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στο διαδίκτυο μη απαιτουμένης κλήσεως του διαδίκου για την εμφάνισή του κατά την ως άνω αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο.

Η δεύτερη αναιρεσίβλητη όμως, δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού η 2η αναιρεσίβλητη, νομίμως παραστάθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στις 18-12-2020 πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Η διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ., που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 101 παρ.1 του Ν. 4139/20-3-2013 (αφού για την ένδικη εκκρεμή υπόθεση, είχε ήδη εκδοθεί στις 12-1-2012, η προσβαλλομένη, τελεσίδικη απόφαση, όταν τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του ανωτέρω άρθρου, ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), ορίζει επί λέξει ότι (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν ΓΧΞ-/191Ο), "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.

Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Διαδικαστική πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι κάθε πράξη διαδίκου ή νομίμου αντιπροσώπου του ή πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Εξάλλου, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, εάν αυτή είναι καταδικαστική αρχίζει κατά το άρθρο 268 ΑΚ νέα εικοσαετής παραγραφή, ενώ όταν είναι απορριπτική δεν υπάρχει αξίωση για παραγραφή. Η άσκηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης αποφάσεως δεν καθιστά τη διαφορά επίδικη, αφού με την άσκηση της αναιρέσεως δεν ανοίγεται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, ώστε να γίνεται λόγος για διαδρομή παραγραφής εν επιδικία, γιατί ο Άρειος Πάγος κρίνει όχι την ουσία της διαφοράς, αλλά την ορθότητα της απόφασης.

Η επιδικία αρχίζει μετά την αναίρεση της απόφασης και δεν μετατίθεται στο χρόνο άσκησης της έφεσης, εξαιτίας του ότι οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε, πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε (ΑΠ 114/2010, ΑΠ 128/2002, ΑΠ 1165/1978, ΑΠ 44/1976). Ειδικότερα, αν η αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, η παρέλευση του χρόνου χωρίς την ενέργεια διαδικαστικής πράξεως δεν ασκεί καμία επίδραση και στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 279 και 261 ΑΚ για την παραγραφή και την επιδικία διότι τούτο αντίκειται στο σκοπό που υπηρετεί, ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητος ως προς την ύπαρξη της τελεσιδικίας και ο σκοπός αυτός εκπληρώνεται με την εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως(ΑΠ 585/1972).

Στην κρινόμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών: α) την από 1/7/2007 (αρ.κατ. 3458/2007) αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία εξέθετε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, στις 14-10-2006, στην Πάτρα, προκάλεσε από υπαιτιότητά του και κάτω από τις ιστορούμενες στην αγωγή συνθήκες, τις αναφερόμενες φθορές και βλάβες στο μοτοποδήλατό του και τον τραυματισμό του, ζήτησε δε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά του σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 101.708,70 ευρώ ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από το ατύχημα και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 299.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και το ποσό των 100.000 ευρώ για περαιτέρω αποζημίωση κατ'άρθρο 931 ΑΚ.

β) Επίσης, με την από 20-9-2008 (αρ. κατ. 4347/2008) αγωγή του ο ίδιος ενάγων-ήδη αναιρεσείων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ίδιοι ως άνω εναγόμενοι-ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλουν το ποσό των 94.668,60 ευρώ για περαιτέρω θετική και αποθετική ζημία, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, καθώς και τις ασκηθείσες από 5-12-2007 και 18-11-2008 ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις παρεμπίπτουσες αγωγές της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την 843/2010 οριστική απόφασή του (αφού είχαν προηγηθεί οι με αριθμούς 437/2009 μη οριστική και 235/2010 εν μέρει οριστική αποφάσεις):

α) έκανε εν μέρει δεκτή την από 1-7-2007 αγωγή και υποχρέωσε τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 9.089,72 ευρώ, ως αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και τη δεύτερη των εναγομένων, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος, μη έχουσας την ιδιότητα της προστήσασας, η οποία ευθύνετο εις ολόκληρον με τους λοιπούς στην καταβολή του ανωτέρω ποσού, μόνο και έως το ποσό των 17.000 ευρώ, στο οποίο προσδιορίσθηκε η αξία του ζημιογόνου οχήματος, ως μεταχειρισμένου στο χρόνο του ατυχήματος, αφού μέχρι αυτού του ύψους περιορίζεται η αντικειμενική ευθύνη της.

β) έκανε εν μέρει δεκτή την από 20-9-2008 αγωγή και υποχρέωσε τους πρώτο και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 6.385,56 ευρώ, ως αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και τη δεύτερη των εναγομένων, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος, μη έχουσας την ιδιότητα της προστήσασας, η οποία ευθύνετο εις ολόκληρον με τους λοιπούς στην καταβολή του ανωτέρω ποσού, μόνο και έως το ποσό των 17.000 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα.

γ) έκανε δεκτή την από 18-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό, το οποίο θα υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Κατά των αποφάσεων αυτών (843/2010 οριστικής, 235/2010 εν μέρει οριστικής και 437/2009 -εκ περισσού- μη οριστικής) άσκησαν ο μεν ενάγων έφεση, οι δε εναγόμενοι αντεφέσεις.

Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 71/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντεφέσεις των εναγομένων, έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος, εξαφανίσθηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις (οριστική και εν μέρει οριστική) και στη συνέχεια, αφού συνεκδικάσθηκαν οι ένδικες αγωγές: 1) Έγινε εν μέρει δεκτή η από 1-7-2007 αγωγή και α)υποχρεώθηκαν οι πρώτος και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα, ως αποζημίωση το ποσό των 15.086,72 ευρώ και η δεύτερη των εναγομένων, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τους λοιπούς δύο, να καταβάλει το ως άνω ποσό, περιοριζομένης της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 17.000 ευρώ, β)αναγνωρίσθηκε ότι οι μεν πρώτος και τρίτος εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσόν των 120.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης και το ποσό των 80.000 ευρώ έκαστος, ως ιδιαίτερη αποζημίωση του 931 ΑΚ και η δεύτερη δε των εναγομένων, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τους λοιπούς, να καταβάλει το ως άνω ποσό, περιοριζόμενης της ευθύνης της έως το ποσό των 17.000 ευρώ. 2) Έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-9-2008 αγωγή και υποχρεώθηκαν οι πρώτος και τρίτη εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 8.365,56 ευρώ ως αποζημίωση, η δεύτερη δε εναγόμενη το ίδιο ως άνω ποσό, της ευθύνης της περιοριζομένης μέχρι του ποσού των 17.000 ευρώ.

Με την ένδικη από 1-9-2013 αναίρεσή του (αρ.κατ. 47/2-10-2013), ο ενάγων, ζητεί την αναίρεση της ως άνω 71/2012 εφετειακής αποφάσεως, μόνο ως προς το σκέλος της, με το οποίο απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι αγωγικές του αξιώσεις για διαφυγόντα κέρδη και δη: α) με την από 1-7-2007 αγωγή του, αιτούμενο κονδύλιο ποσού 54.000 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη χρονικού διαστήματος 14-10-2006 έως 13-10-2009 και β) με την από 20-9-2008 αγωγή του, αιτούμενο κονδύλιο ποσού 72.000 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη χρονικού διαστήματος 14-10-2009 έως 13-10-2012.

Η αναίρεση προσδιορίσθηκε να δικασθεί στις 4-4-2014, στο ίδιο ως άνω (Δ'Πολιτικό) Τμήμα του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε δε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός, ο οποίος κατέθεσε νομότυπα την από 20-3-2014 Εισηγητική Έκθεσή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο ως άνω Εισηγητής Αρεοπαγίτης, ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως το Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 1040/9-5-2014 απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και δεν προέκυπτε αν επέσπευδε αυτός (αναιρεσείων) τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ή αν κλητεύθηκε νόμιμα να παραστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ.

Ακολούθως, ο αναιρεσείων με την από 31-7-2019 αίτηση-κλήση του, επανέφερε την αίτηση αναιρέσεως και ζήτησε να οριστεί νέος χρόνος συζήτησης αυτής. Η κλήση κατατέθηκε στο ίδιο Τμήμα (Δ') του Αρείου Πάγου, στις 13-11-2019 και ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση η 18-12-2020. Οι αναιρεσίβλητοι με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, ισχυρίζονται ότι οι οποιεσδήποτε αξιώσεις του ενάγοντος -αναιρεσείοντος έχουν παραγραφεί εν επιδικία, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, καθώς μεταξύ των δύο διαδικαστικών πράξεων και συγκεκριμένα μεταξύ της δημοσίευσης της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 1040/9-5-2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναιρέσεως και της από 31-7-2019 αιτήσεως-κλήσεως, που κατατέθηκε στις 13-11-2019, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αναίρεση, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Η ένσταση αυτή όμως είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως (στις 2-10-2013), ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (12-1-2012), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), ενώ η παρέλευση του χρόνου χωρίς την ενέργεια διαδικαστικής πράξεως, δεν ασκεί καμία επίδραση στην περίπτωση αυτή, η δε εν επιδικία παραγραφή, αρχίζει μετά την (τυχόν) αναίρεση της απόφασης του Εφετείου και την αναβίωση της καταδικαστικής πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στη νομική σκέψη της παρούσης.

Κατά το άρθρο 929 ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει... και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον. Κατά δε το άρθρο 298 ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει... και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ 525/2011).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι αν βλαβεί το σώμα ή η υγεία προσώπου από αδικοπραξία, η αποζημίωση περιλαμβάνει και οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, όπως όταν από αδικοπραξία, τραυματισθεί ο εργαζόμενος και καταστεί ανίκανος προς εργασία. Στην περίπτωση αυτή για να δικαιωθεί τραυματισθείς την πιο πάνω αποζημίωση, δηλαδή τα διαφυγόντα εισοδήματα, πρέπει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει, ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και ότι με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν τραυματιζόταν, και έτσι ζημιώθηκε ορισμένο ποσό που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία. (ΑΠ 743/2003).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 505/2020, ΑΠ 454/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτή, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά τη διάταξη αυτής, με την οποία απορρίφθηκαν, ως ουσιαστικά αβάσιμες, οι διαδοχικές αγωγές του, ως προς το κεφάλαιο της απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων, συνολικών ποσών 54.000 και 72.000 ευρώ, για τα αναφερόμενα σ'αυτές χρονικά διαστήματα, λόγω μόνιμης αναπηρίας και πλήρους ανικανότητάς του προς εργασία, συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, προσάπτοντας με τους δύο λόγους της αναίρεσής του τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 και 1, αντίστοιχα, του ΚΠολΔ.

Το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την πληττόμενη 71/2012 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρα 666, 667, 670 έως 676, 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ανωτέρω κεφάλαια που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: " Στις 14-10-2006 και περί ώρα 13.50'...ο ενάγων και των δύο αγωγών Παναγιώτης Νικολακόπουλος, ηλικίας τότε 22 ετών, οδηγώντας το..δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας του, χωρίς να φορά κράνος και στερούμενος της άδειας οδηγήσεως μοτοποδηλάτου, εκινείτο επί της οδού Ακρωτηρίου, στην Πάτρα,..την ίδια ώρα ο πρώτος των εναγομένων των κυρίων αγωγών Δ.

Φ., οδηγώντας το...ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης των κυρίων αγωγών...ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη...εκινείτο επί της ιδίας οδού, με αντίθετη κατεύθυνση...Όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου έφθασε στη διασταύρωση της οδού Ακρωτηρίου με την οδό Θουρίας, προτιθέμενος να εισέλθει στην τελευταία οδό, επιχείρησε στροφή αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει ακινδύνως και αζημίως...Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς και ανεπιτήδειας συμπεριφοράς του ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του πιο πάνω μοτοποδηλάτου, να αποφράξει την περαιτέρω κίνησή του και να επιπέσει (το μοτοποδήλατο) με το εμπρόσθιο τμήμα του, στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου...ο δε οδηγός του μοτοποδηλάτου από τη σύγκρουση να τραυματισθεί σοβαρά.

Αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο πρώτος εναγόμενος των κύριων αγωγών..στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα ή έστω συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου αποτελέσματος δεν αποδεικνύονται...εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης, ο ενάγων τραυματίσθηκε και συγκεκριμένα υπέστη:

α) ευμέγεθες θλαστικό τραύμα αριστερής τραχηλικής χώρας μετά διατομής θωρακικού πόρου και όλων των στοιχείων του βραχιονίου πλέγματος, β) θλάση του θώρακος μετά κατάγματος πλευρών, γ) κάταγμα της δεξιάς κερκίδας και εξάρθρωμα σύστοιχης κερκιδοαυχενικής κάκωσης, δ) κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού, ε) κατάγματα πλευρών...μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, όπου νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ από 14-10-2006 έως 27-10-2006 και στην ορθοπεδική κλινική από 27-10-2006 έως την 27-11-2006, όπου υποβλήθηκε σε 1) χειρουργική διερεύνηση και έλεγχο της αιμορραγίας, 2) σε εξωτερική οστεοσύνθεση...3) εσωτερική οστεοσύνθεση...ακολούθως στις 10-12-2006, μετεφέρθη συνοδευόμενος από τους γονείς του, στη Βιέννη, στην κλινική..όπου υποβλήθηκε σε εξετάσεις για τον τρόπο αποκατάστασης της βλάβης του αριστερού χεριού.

Στις 18-10-2006 εισήχθη στο ιδιωτικό νοσοκομείο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ στο Νέο Φάληρο Αττικής, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση..παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 21-12-2006. Στις 4-1-2007 εισήχθη εκ νέου στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, στο Ρίο, εξαιτίας λοίμωξης τραύματος στην περιοχή του βραχιονίου πλέγματος...Στις 5-3-2008 ο ενάγων μετέβη μαζί με τον πατέρα του στο Χιούστον του Τέξας των ΗΠΑ, όπου εξετάσθηκε,..και υποβλήθηκε σε περαιτέρω εξετάσεις,..ακολούθως, μετέβη συνοδευόμενος από τους γονείς του στο Παρίσι στο Ινστιτούτο Χειρουργικής Χεριών, Αγκώνων και Ώμων, υποβλήθηκε σε εγχείριση πρώτης φάσης για μυϊκή μεταφορά και στη συνέχεια σε νέα χειρουργική επέμβαση, όπου μυομεταφορά και μεταμόσχευση νεύρων....Επίσης, ο ενάγων εμφανίζει εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος και των σωματικών κακώσεων που υπέστη και ειδικότερα της βλάβης του βραχιονίου πλέγματος, ισόβια αναπηρία του αριστερού άνω άκρου του.

Η ως άνω αναπηρία του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επηρεάζει δυσμενώς το μέλλον του, ήτοι την επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, αφού η αναπηρία του του απαγορεύει την εκτέλεση χειρωνακτικών εργασιών...Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολείτο ως ειδικευμένος τεχνίτης επιπλοποιός στην επιχείρηση του πατέρα του επί της οδού Μαυροκορδάτου στην Οβρυά Πατρών κερδίζων μηνιαίως το ποσό των 1.500 ευρώ και ότι για τα επόμενα έξι έτη από την ημέρα το ατυχήματος θα ασκούσε το επάγγελμα αυτό.

Όπως προκύπτει από την κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρα πρωτοδίκως πατέρα του Ν. Ν., ο ενάγων είχε ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία μόλις τρεις ημέρες πριν από την ημέρα του ατυχήματος. Εξάλλου δεν ήταν άμεσα ασφαλισμένος σε κάποιον ασφαλιστικό φορέα, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση που εργαζόταν, αλλά οι ιατροφαρμακευτικές δαπάνες του καταβλήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, από τον ΟΑΕΕ, ασφαλιστικό ταμείο του πατέρα του, ως έμμεσα ασφαλισμένο.

Ούτε προσκομίζεται κάποιο έγγραφο σπουδών, από το οποίο να προκύπτει ότι έχει αποκτήσει την ειδίκευση του επιπλοποιού ή κατάσταση μισθοδοσίας των εργαζομένων στην επιχείρηση του πατέρα του, στην οποία να περιλαμβάνεται το όνομά του. Η εμπεριεχόμενη στην υπ' αριθμ. 16307/23-3-2009 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του μάρτυρα Π.

Μ., ενόψει του ότι δεν ενισχύεται από κανένα έγγραφο δεν κρίνεται πειστική και δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση. Επομένως, το αιτούμενο με την υπ' αριθμ. 1-7-2007 (αρ. κατ. 3458/2007) αγωγή κονδύλιο για διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 14-10-2006 έως 13-10-2009, ύψους 54.000 ευρώ και το αιτούμενο με την από 20-9-2008 (αρ.

κατ. 3447/2008) αγωγή κονδύλιο για διαφυγόντα κέρδη, για το χρονικό διάστημα από 14-10-2009 έως την 13-10-2012, ύψους 72.000 ευρώ, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.". Το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της αξίωσης διαφυγόντων εισοδημάτων, εκτός από την ικανότητα προς εργασία του αναιρεσείοντος και απόδειξη απασχόλησης αυτού, προηγούμενης του ατυχήματος, στην επαγγελματική δραστηριότητα, την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι θα ασκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν τραυματιζόταν, με συνέπεια να ζημιωθεί κατά το ποσό εκείνο που κέρδιζε και πριν, σε μηνιαία βάση, από την ίδια εργασία.

Έκρινε δε, ανέλεγκτα, ότι από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν σ' αυτό, δεν αποδείχθηκε η προηγούμενη αυτή εργασία του ενάγοντος, ενώ διέλαβε πλήρη εμπεριστατωμένη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ως προς το ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων απασχολείτο ως τεχνίτης επιπλοποιός στην επιχείρηση του πατέρα του και ότι για τα επόμενα έξι έτη θα ασκούσε αυτό το επάγγελμα.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και συνακόλουθα, οι αντίστοιχοι δύο λόγοι αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο ο ενάγων, προκειμένου να εργάζεται ως ειδικευόμενος τεχνίτης επιπλοποιός, στην επιχείρηση του πατέρα του, είτε πριν την στράτευσή του είτε μετά από αυτήν, έπρεπε να ήταν άμεσα ασφαλισμένος σε κάποιο ασφαλιστικό φορέα και επιπλέον να είναι κάτοχος εγγράφου σπουδών, από το οποίο να προκύπτει ότι έχει αποκτήσει την ειδίκευση του επιπλοποιού ή να περιλαμβάνεται το όνομά του στην κατάσταση εργασίας της επιχείρησης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με το δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 4 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αλλά και με την επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, προθεσμία.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, θεωρείται η αρχικώς οριζομένη δικάσιμος, κατ` άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζεται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, όχι δε τυχόν μεταγενέστερη που ορίζεται μετ` αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (βλ.

Ολομ ΑΠ 143/84, ΑΠ 39/16, ΑΠ 824/2018). Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, επάγεται το απαράδεκτο αυτών με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, και όταν ακόμη την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν έχει καλέσει τον αναιρεσείοντα να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 629/13). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των-άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκησή πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 949/2015, ΑΠ629/2013, ΑΠ 1239/2009).Στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, αν ο διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία λόγω ανώτερης βίας, πρέπει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, να αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους.

Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση τα γεγονότα, εξαιτίας των οποίων παρεμποδίστηκε η εμπρόθεσμη άσκηση της διαδικαστικής πράξεως, καθώς και εκείνα που ανέτρεψαν το εμπόδιο, ιδίως δε ο χρόνος άρσεως της ανώτερης βίας, ώστε να προκύπτει αμέσως αν η αίτηση υποβάλλεται εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 153 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 932/1984).Εάν κατά την άσκηση της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων δεν τηρηθεί κάποια από τις ως άνω προϋποθέσεις, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 824/2018, ΑΠ1239/2009, ΑΠ 1703/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης 71/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με το από 13-11-2020 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-11-2020 με αύξοντα αριθμό 106/2020, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη καταθέσεως και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 17-11-2020, όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς 9022, 10532Β και 10536Β των δικαστικών επιμελητών Εφετείων Πατρών Θ.

Φ. (η πρώτη) και Αθηνών Α. Κ. (οι λοιπές δύο), αντίστοιχα. Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η κατάθεση του δικογράφου αυτών και η επίδοσή του δεν έχει συντελεσθεί τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο της αναιρέσεως στις 4-4-2014 οπότε κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, με την 1040/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω.

Ο αναιρεσείων, με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων του, επικουρικά ισχυρίζεται, ότι η αρχική ημερομηνία συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (4-4-2014) ορίστηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέλειψαν να τη γνωστοποιήσουν σ'αυτόν (αναιρεσείοντα), με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση της αρχικής δικασίμου, και ότι από το γεγονός αυτό, το οποίο συνιστά ανώτερη βία, δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, δηλαδή πριν από την οριζόμενη από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών από την αρχική δικάσιμο, ζήτησε δε ακολούθως την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθούν εμπρόθεσμοι οι ασκούμενοι εν συνεχεία, με το ίδιο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

Η αίτηση επαναφοράς όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο πληροφορήθηκε, εν τέλει, ο αναιρεσείων τον ορισμό της αρχικής δικασίμου, δηλαδή ο χρόνος άρσεως της ανώτερης βίας, προκειμένου να κριθεί αν η αίτηση ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 153 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία.

Ούτε η επικαλούμενη με τις προτάσεις "καθυστέρηση της υποθέσεως", όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται, οφειλόμενη στη μακροχρόνια ασθένεια και στον επελθόντα συνεπεία αυτής θάνατο του αρχικώς διορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, θεραπεύει την ως άνω αοριστία, εφόσον δεν αναγράφονται ειδικότερα περιστατικά ( πχ.

χρόνος θανάτου, χρόνος γνώσεως δικασίμου), ώστε να ερευνηθεί και να αιτιολογηθεί το εκπρόθεσμο ή μη των ασκηθέντων προσθέτων λόγων. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι ασκούμενοι εκπροθέσμως, ήτοι μετά την ορισθείσα κατά τα ανωτέρω πρώτη συζήτηση της αναιρέσεως, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ, όπως ισχύει στην παρούσα υπόθεση με την παράγραφο 4, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 Ν.4055/2012, ΦΕΚ Α 51/12.3.2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2013 αίτηση για αναίρεση της 71/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ