Supreme Court allows appeal in co-ownership dispute, granting partial co-ownership shares and ordering land registry corrections.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal and remanded the case for substantive trial regarding a co-ownership dispute over a building. The plaintiffs argued for specific co-ownership shares based on their rights, while the defendants contested the validity of inheritance renunciations and claimed full ownership via usufruct. The court ruled that the appeal was admissible and ordered the recognition of the plaintiffs' co-ownership shares, mandating corrections to the land registry records.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3 and 581 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible and the judgment is annulled to the extent of the admission of the appeal, meaning only the chapters of the judgment challenged by the appeal are affected, unless they are inextricably linked.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 179 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός: 179/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλουσών - εκκαλουσών: α) Μ. χας Β. Θ., το γένος Σ. Θ., β) Σ. Β. Θ. και γ) Δ. Β. Θ., κατοίκων ...), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πολυχρόνη Θωμόπουλο.
Των καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων: α) Γ. Χ. Δ. και β) Ι. συζ. Χ. Δ., το γένος Δ. Θ., κατοίκων ...), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μίχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2010 αγωγή των καλουσών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1999/2012 του παραπάνω Δικαστηρίου και 157/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καλούσες, εκδόθηκε δε σχετικά η 631/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 157/2015 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 180/2018 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καλούσες με την από 4-6-2018 αίτησή τους.
Εκδόθηκε επ' αυτής η 304/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω 180/2018 απόφαση και κράτησε την υπόθεση για την ουσιαστική εκδίκασή της σε νέα συζήτηση, με την επίσπευση του επιμελέστερου διαδίκου. Η υπόθεση έρχεται για νέα συζήτηση με την από 21-5-2019 κλήση των καλουσών.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν των καλουσών την παραδοχή και των καθ' ων η κλήση την απόρριψη της έφεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-5-2019 κλήση των αναιρεσειουσών νόμιμα φέρονται, ενώπιον του Τμήματος τούτου, για νέα συζήτηση, η από 21-6-2012 έφεσή τους και το από 11-2-2017 δικόγραφό τους προσθέτων λόγων έφεσης, καθόσον με την 304/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που είναι δεύτερη αναιρετική, αναιρέθηκε η 180/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που είχε απορρίψει την παραπάνω έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση από το ίδιο Δικαστήριο (άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τα δυο τελευταία ισχύουν μετά το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή μόνο κατά τα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση και όχι ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν αυτά συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, οπότε συναναιρούνται με αυτά.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της υπόθεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η υπόθεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 ΚΠολΔ και παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο αυτό, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά και του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1499/2014).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι ενάγουσες, ήδη καλούσες, άσκησαν κατά των εναγομένων, ήδη καθ' ων η κλήση, την από 26-8-2010 αγωγή τους, για την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων οικοπέδου κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας διαμερισμάτων μελλοντικών ορόφων πολυώροφης στο οικόπεδο οικοδομής, την οποία συγκυριότητα απέκτησαν παράγωγα (κληρονομική διαδοχή) και διόρθωσης των οικείων κτηματολογικών εγγραφών.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 1999/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, λόγω καταχρηστικής άσκησης του παραπάνω δικαιώματος. Με την 157/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκε η από 21-6-2012 έφεση των εναγουσών κατά της παραπάνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η ανωτέρω 157/2015 απόφαση αναιρέθηκε, μετά την από 13-7-2015 αίτηση αναίρεσης των εναγουσών, με την 631/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή δεν διελάμβανε παραδοχές για το αν από την αναφερόμενη συμπεριφορά των εναγουσών και την ικανοποίηση του δικαιώματός τους προκαλούνται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες και ποιές σε βάρος της δεύτερης εναγομένης.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, στο οποίο αναπέμφθηκε η υπόθεση, απέρριψε με την 180/2018 απόφασή του την παραπάνω έφεση των εναγουσών κατά της πρωτοβάθμιας 1999/2012 απόφασης, όπως και το από 11-2-2017 δικόγραφό τους προσθέτων λόγων έφεσης. Η εφετειακή αυτή απόφαση αναιρέθηκε, κατόπιν της από 4-6-2018 αίτησης αναίρεσης των εναγουσών, με την 304/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγω ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, όπως έγινε δεκτό με την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, δεν συνιστούσαν επαχθείς για τους εναγομένους συνέπειες τα όσα δέχθηκε το Εφετείο ότι θα επέλθουν σε βάρος τούτων από την ικανοποίηση του παραπάνω δικαιώματος των εναγουσών και κρατήθηκε η υπόθεση να δικαστεί κατ' ουσία σε νέα συζήτηση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατόπιν των ανωτέρω, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 180/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, οι δε κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 ΚΠολΔ), θα επανεξετασθούν στα όρια που διαγράφονται από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις.
Ειδικότερα, η έρευνα αυτή θα περιοριστεί στο κεφάλαιο της απόφασης που αναιρέθηκε, καθώς και στα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με αυτό, ενώ δεν θα επανεξεταστούν οι μη αναιρεθείσες διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες έχουν πλέον καταστεί αμετάκλητες, εφόσον δεν ανατράπηκαν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκαν επί των προαναφερόμενων αιτήσεων αναίρεσης.
Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγουσες ζητούν με την παραπάνω από 26-8-2010 αγωγή τους, όπως το δικόγραφό της εκτιμάται, να αναγνωρισθούν συγκύριες κατά 14/64 η πρώτη και 21/64 κάθε μια των λοιπών των δύο διαμερισμάτων του μελλοντικού τρίτου ορόφου της αναφερόμενης οικοδομής, που έχει υπαχθεί νόμιμα στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως και του μελλοντικού ή των μελλοντικών, υπέρ του τρίτου, ορόφου ή ορόφων της ίδιας οικοδομής, τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας των οποίων στο οικόπεδο ανέρχονται σε 80/000 του ενός διαμερίσματος, ...
του άλλου διαμερίσματος και 100/000 του ορόφου ή των ορόφων και τη διόρθωση των οικείων, στο όνομα του πρώτου εναγομένου, βάσει του .../2005 συμβολαίου γονικής παροχής της δεύτερης εναγομένης προς αυτόν, κτηματολογικών εγγραφών, καθόσον απέκτησαν (οι ενάγουσες) τα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητας ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του θανόντος το ...
συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών Β. Δ. Θ., συγκυρίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, που απέκτησε (ο Β. Θ.) κατά ποσοστό 6/8 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσης το 1973, κυρίας του όλου ακινήτου, που το υπήγαγε στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μητέρας του Ε.
Θ., λόγω υπερκάλυψης της κληρονομικής μερίδας της ετέρας συγκληρονόμου αδελφής του - δεύτερης εναγομένης από τις εν ζωή αναφερόμενες συνεισενεκτέες προίκες προς αυτή της ανωτέρω μητέρας τους και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος το 1982 πατέρα του Δ. Θ., συγκυρίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου, που απέκτησε (ο Δ.
Θ.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσης συζύγου του ανωτέρω Ε. Θ., αποδέχτηκαν δε οι ενάγουσες την ανωτέρω κληρονομία του Β. Θ., όπως και, για λογαριασμό αυτού, τις παραπάνω κληρονομίες των γονέων του Ε. Θ. και Δ. Θ., καθώς επίσης και, για λογαριασμό του τελευταίου, την παραπάνω κληρονομία της συζύγου του Ε.
Θ. με το .../2010 συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει μεταγραφεί νόμιμα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε με την εκκαλουμένη 1999/2012 απόφασή του τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, πλην, όμως, απέρριψε την αγωγή αυτή ως καταχρηστική, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εναγομένων.
Από τα παραπάνω δημόσια έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ανωτέρω θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, ειδικότερα από τους εναγομένους, από το γεγονός δε τούτο, σε συνδυασμό και με το σύνολό των ισχυρισμών τους, όπως αυτοί αναφέρονται ειδικότερα στις προτάσεις τους και παρακάτω, συνάγεται, ότι αυτοί τα ομολογούν (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ήτοι ότι το οικόπεδο, στο οποίο έχει αναγερθεί η παραπάνω οικοδομή, έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας από την κυρία αυτού Ε.
Θ. με το ...1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Λ. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στο τόμο … και με αριθ. μεταγραφής …, ότι η οικοδομή αυτή, σύμφωνα με την ανωτέρω συστατική της οροφοκτησίας πράξη, θα αποτελείται από τον ισόγειο, τον πρώτο, το δεύτερο και τον τρίτο, υπέρ τον ισόγειο, ορόφους, καθώς επίσης και από τον μελλοντικό ή τους μελλοντικούς, υπέρ τον τρίτο, όροφο ή ορόφους, ότι οι όροφοι αυτοί θα περιλαμβάνουν, ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ο ισόγειος δυο διαμερίσματα και μια αποθήκη και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, υπέρ τον ισόγειο, δυο διαμερίσματα ο καθένας, ότι με προικώα συμβόλαια, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, η ανωτέρω Ε.
Θ. μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στη δεύτερη εναγομένη τους ανωτέρω ισόγειο, πρώτο και δεύτερο, υπέρ τον ισόγειο, ορόφους, από τους οποίους ο ισόγειος ήταν κτισμένος, ενώ στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη έκτισε και τους πρώτο και δεύτερο υπέρ το ισόγειο ορόφους, ότι οι υπόλοιποι όροφοι δεν έχουν ανεγερθεί μέχρι σήμερα, ότι, σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη οροφοκτησίας, τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας στο οικόπεδο είναι των δυο διαμερισμάτων του μέλλοντος να ανεγερθεί τρίτου ορόφου 80/000 του ενός και ...
του άλλου και του μελλοντικού ή των μελλοντικών, υπέρ τον τρίτο, ορόφου ή ορόφων 100/000, ότι με το .../2005 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Επιδαύρου Π. Η., που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νίκαιας στο τόμο … και με αριθ. μεταγραφής …, η δεύτερη εναγόμενη μεταβίβασε στον υιό της πρώτο εναγόμενο την κυριότητα των διαμερισμάτων του ανωτέρω μελλοντικού τρίτου υπέρ τον ισόγειο ορόφου, όπως και τον μελλοντικό ή τους μελλοντικούς, υπέρ τον τρίτο, όροφο ή ορόφους, ότι, βάσει του συμβολαίου αυτού, ακολούθησε αρχική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία Νίκαιας στο όνομα του πρώτου εναγομένου των ανωτέρω διαμερισμάτων του μελλοντικού τρίτου ορόφου με τους κτηματολογικούς αριθμούς (ΚΑΕΚ) ...
του ενός διαμερίσματος και ... του άλλου διαμερίσματος και του μελλοντικού ή των μελλοντικών, υπέρ τον τρίτο, ορόφου ή ορόφων με τον κτηματολογικό αριθμό ..., ότι η Ε. Θ., ο Δ. Θ. και ο Β. Θ. συνδέονταν με τις αναφερόμενες στην αγωγή συγγενικές σχέσεις, ότι έχουν πεθάνει, χωρίς διαθήκη, στους χρόνους που επίσης αναφέρονται στην αγωγή και, συνεπώς, ότι ο Β.
Θ., κατά το χρόνο του θανάτου του, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, ήταν συγκύριος των παραπάνω επιδίκων περιουσιακών στοιχείων κατά ποσοστό 7/8 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς και μόνους κληρονόμους του τη σύζυγό του - πρώτη ενάγουσα και τις δυο θυγατέρες του από το γάμο του με αυτή - δεύτερη και τρίτη ενάγουσες και ότι οι ενάγουσες αποδέχτηκαν την παραπάνω κληρονομία του ανωτέρω Β.
Θ. με το .../2010 έγγραφο του συμβολαιογράφου Πειραιά Γ. Π., που έχει καταχωρηθεί νόμιμα υπό αίρεση στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογίου Νίκαιας, καθώς επίσης και για λογαριασμό αυτού (Β. Θ.) τις επαχθείσες σε αυτόν κληρονομίες των γονέων του Ε. Θ. και Δ. Θ., αλλά και για λογαριασμό του τελευταίου την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία της συζύγου του Ε.
Θ..
Συνεπώς, οι ενάγουσες κατέστησαν με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, ήτοι ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του Β. Θ., εξ αδιαιρέτου συγκυρίες των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά τα ανωτέρω, αναφερόμενα στην αγωγή τους, ποσοστά.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό του σκοπό, οπότε, ως μη ανεκτή, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, θεωρείται καταχρηστική και απαγορεύεται, όταν, πλην άλλων, είναι ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο οι επιπτώσεις από την ανατροπή της κατάστασης, που θα επέλθει με την άσκηση του δικαιώματος αυτού και η οποία κατάσταση δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνδυασμό και με εκείνη του υποχρέου ή από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο (ΟλΑΠ 10/2012).
Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι επαναφέρουν τον ισχυρισμό τους από το άρθρο 281 ΑΚ και ζητούν, να απορριφθεί, ως καταχρηστική, η παραπάνω αγωγή, επικαλούμενοι ως ιδιαίτερα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες από την ικανοποίηση του προβαλλομένου με την αγωγή αυτή παραπάνω δικαιώματος των αντιδίκων τους, με τις αρχικές, από 19-10-2017, προτάσεις τους στο Εφετείο, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεθείσα 180/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το ότι "η δεύτερη από εμάς και ο σύζυγός μου Χ.
Δ. ήδη το έτος 1972 αναλάβαμε με μέριμνα και έξοδά μας, μάλιστα με τη λήψη στεγαστικού δανείου, την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων (στατικών, αρχιτεκτονικών κλπ) από πολιτικό μηχανικό για την επέκταση του αρχικού ακινήτου - ισογείου σπιτιού, στο οποίο μέχρι τότε διαμέναμε μαζί με τους γονείς μου. Αναλάβαμε με δική μας επιμέλεια και έξοδα τη διαδικασία για την έκδοση οικοδομικής άδειας, επιπλέον δε και νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής.
Η μελέτη αυτή προέβλεψε το σύνολο των επιπλέον ορόφων που θα μπορούσαν να κτισθούν στο μέλλον και βάση αυτής και μόνο έλαβε χώρα, πάλι με δική μας επιμέλεια, η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ως νομική πράξη, προκειμένου να λάβει ο σύζυγός μου Χ. Δ. στεγαστικό δάνειο για την κατασκευή του πρώτου ορόφου, με τη μεταβίβαση αυτού σε εμέ, ενώ η μεταβίβαση συνολικά σε εμέ του όλου κτίσματος εμποδιζόταν από νομικό λόγο, ως έχουμε αναλυτικά εκθέσει.
Εν συνεχεία, με αποκλειστική μέριμνα και έξοδά μας, αναλάβαμε τις εργασίες για την κατασκευή του πρώτου ορόφου, που περιλάμβαναν και την στατική υποστήριξη των πιθανών μελλοντικών ορόφων...σε όλα αυτά τα χρόνια...πληρώναμε τους φόρους, κρατικούς και δημοτικούς και κάθε άλλο έξοδο συντήρησης του ακινήτου, που αφορά στο σύνολο των χιλιοστών του.
Ημείς μεριμνήσαμε για την καταγραφή του ακινήτου στο Κτηματολόγιο, όταν έλαβε χώρα η κτηματογράφηση της περιοχής Κορυδαλλού, καθώς και για κάθε άλλη διατύπωση που αφορούσε το ακίνητο. Ενόψει όλων των παραπάνω αποδεικνύεται, ότι η ανατροπή της παγιωθείσας πραγματικής κατάστασης και εύλογης πεποίθησης ημών...θα έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στα συμφέροντά μας.
Τούτο, διότι θα απολέσουμε ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο ως νομικό πράγμα, δημιουργήθηκε από δικές μας ενέργειες, έξοδα και μέριμνα το έτος 1972, τούτο δε υπό την προσδοκία ανέγερσης εις το μέλλον και του ορόφου αυτού, επί σκοπώ δημιουργίας ενός αμιγώς οικογενειακού οικήματος, γιατί πάντα ως τέτοιο το θεωρούσαμε.
Εξ ετέρου, η απόσχιση του γ' ορόφου, έστω και ως νομικού πράγματος, συνδέεται με σειρά άλλων σημαντικών δυσμενών πρακτικών συνεπειών, καθώς δημιουργείται αναγκαστικώς συνιδιοκτησία σε κοινόχρηστους και κοινοκτήτους χώρους του όλου κτίσματος, ώστε χάνουμε ως οικογένεια συνολικά την κυριαρχία και απόλαυση ως πραγματικού και οικονομικού αγαθού του ενιαίου κτίσματος και ακινήτου...Αν άλλως είχαν τα πράγματα...ο σύζυγός μου δεν θα είχε κανένα λόγο να αφιερώσει το σύνολο των προσωπικών του πόρων στο να μετατρέψει και βελτιώσει αυτό...Εν τέλει, η σημαντικότερη δυσμενής συνέπεια...προκύπτει από την ίδια την κατά νόμο έννοια της οροφοκτησίας κατά το ν. 3741/1929:
καθώς το δικαίωμα σε οριζόντια ιδιοκτησία ή σε δικαίωμα υψούν συνεπάγεται συνιδιοκτησία επί του εδάφους, επί του οικοπέδου, η απόσχιση του ιδανικού δικαιώματος του τρίτου ορόφου, που δημιουργήθηκε για τους τεχνικούς λόγους που έχουμε εξηγήσει, θα έχει το αναγκαίο νομικό αποτέλεσμα, ότι θα μοιραζόμαστε στο εξής με τους αντιδίκους, με τους οποίους, μάλιστα, έχουμε λόγω της μεταξύ μας αντιδικίας και της συμπεριφοράς τους μια αρνητική σχέση, την συνιδιοκτησία επί του όλου ακινήτου και του εδάφους, το οποίο θα απομείωνε την καθ' όλον οικονομική αξία των δικαιωμάτων μας επί του ακινήτου...Τούτο θα συνιστούσε μια μεταβολή που θα είχε για εμάς σημαντική και αποτιμητή επιβλαβή συνέπεια...".
Περαιτέρω, με τις από 4-12-2019 προτάσεις τους της συζήτησης αυτής, οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι προβάλλουν ως επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες από την ικανοποίηση του παραπάνω ενδίκου δικαιώματος των αντιδίκων τους, το ότι "δημιουργεί σε εμάς και δη την πρώτη (εννοεί τη δεύτερη) εξ ημών, έντονη αίσθηση αδικίας και ηθικής ασυμμετρίας, δεδομένου ότι η αρχήθεν ρητή οικογενειακή συμφωνία...περιέλευσης σε εμέ -ως όλου και ενός πράγματος- του ακινήτου της οικίας...συνομολογήθηκε όχι με χαριστική αιτία, αλλά από ιδιαίτερη νομική υποχρέωση...Συγχρόνως, αλλ' όχι δευτερευόντως, η απώλεια μέρους του όλου δικαιώματος...θα είναι για ημάς και όλη την οικογένειά μας ιδιαίτερα επαχθής, αφού θα αντιστοιχεί όχι μόνο σε απώλεια ουδετέρως αποτιμητών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αλλά, κυριότατα, του αποτιμητού οικονομικά δικαιώματος προσδοκίας να υλοποιήσουμε στο μέλλον τους μελλοντικούς ορόφους, επί σκοπώ στεγάσεως της ευρύτερης οικογενείας μας...(και) διατήρησης των δεσμών μας και της μεταξύ μας εγγύτητας...Δηλαδή, με δυο λόγια, θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ενός δικαιώματος ιδιαίτερης υποκειμενικής -και οικονομικής- αξίας, προσδιοριζομένης από την ίδια την άμεση ειδική αναγκαιότητα και χρησιμότητα των μελλοντικών αυτών ιδιοκτησιών για την οικογένειά μας.
Με την έννοια αυτή, οι επίδικες μελλοντικές ιδιοκτησίες έχουν για εμάς μια ασυγκρίτως μεγαλύτερη οικονομική, πρακτική και ενδιάθετη αξία, σε σχέση με αυτήν που έχουν για τις αντίδικες και, αντίστοιχα, η βλάβη μας από την απώλειά τους θα είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη και επαχθής σε σχέση προς το όφελος που οι αντίδικες θα προσδοκούσαν αντικειμενικά να αποκομίσουν από αυτές ως δήθεν δικαιούχοι...γιατί δεν διατηρούν άλλα οικογενειακά ή άλλα ενδιάθετα συμφέροντα προς τις επίδικες μελλοντικές ιδιοκτησίες, πλην της όποιας αμφίβολης αξίας ρευστοποίησής τους".
Από την επισκόπηση της ανωτέρω 304/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος έκρινε με την απόφασή του αυτή, συνεπώς, κατά τη σκέψη που προεκτέθηκε, δεσμευτικά για τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται εκ νέου της υπόθεσης, ότι δεν συνιστούν ιδιαίτερα επαχθείς για τους εναγομένους - εφεσιβλήτους συνέπειες αυτές που προβάλουν, κατά τα παραπάνω, με τις ανωτέρω από 19-10-2017 προτάσεις τους, όπως εσφαλμένα είχε δεχτεί το Εφετείο με την αναιρεθείσα 180/2018 απόφασή του.
Ειδικότερα, αναφέρεται σχετικά στην παραπάνω 304/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι: "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συμμορφούμενο στην παραπάνω (631/2016) αναιρετική απόφαση, διέλαβε στην προσβαλλόμενη (180/2018) απόφασή του, ως προς τις προαναφερθείσες επαχθείς συνέπειες, ότι "...με την άσκηση δε αυτών προκαλούνται ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες.
Ειδικότερα η...δεύτερη εναγόμενη...δίδοντας πίστη στη συμφωνία να περιέλθει το ως άνω ακίνητο στην ίδια, ήδη από το έτος 1972, επιμελήθηκε με δικές της δαπάνες και με τη συμμετοχή του συζύγου της Χ. Δ., ο οποίος έλαβε στεγαστικό δάνειο, της έκδοσης οικοδομικής άδειας (εκπόνηση μελέτης και σχεδίων από πολιτικό μηχανικό) και της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στη μελέτη δε αυτή προβλεπόταν το σύνολο των επιπλέον ορόφων, που θα μπορούσαν να ανεγερθούν στο μέλλον, καθώς και της κατασκευής του πρώτου ορόφου, που περιελάμβανε και τη στατική υποστήριξη των πιθανών να ανεγερθούν στο μέλλον ορόφων.
Επιπροσθέτως η...δεύτερη εναγόμενη...δίδοντας πίστη στη συμφωνία να περιέλθει το ως άνω ακίνητο στην ίδια, προέβαινε συνεχώς και αδιαλείπτως στην καταβολή των αναλογούντων φόρων (κρατικών και δημοτικών), που επιβαρύνουν το ακίνητο, με την προσδοκία ανέγερσης στο μέλλον και επιπλέον ορόφων, ενώ η ανατροπή της ως άνω περιγραφείσας κατάστασης, που αφορά το εν λόγω ακίνητο και παγιώθηκε με την παρέλευση δεκαετιών, με ενδεχόμενη αναγνώριση συγκυριότητας επί των επιδίκων προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον οριζοντίων ιδιοκτησιών, επιφέρει όχι απλώς δυσμενείς, αλλά ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες στους εναγομένους...αφού εκ των πραγμάτων και λόγω της διαταραχθείσας σχέσης με τις συγγενείς τους και της μακροχρόνιας αντιδικίας, περιορίζεται η απόλαυση του ακινήτου τους λόγω της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους για τα ζητήματα, που αφορούν τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, ενώ επηρεάζεται αρνητικά και η αξία του ακινήτου".
Τις συνέπειες δε αυτές έκρινε (το Εφετείο) ως απότοκες της αναφερόμενης στην (180/2018) απόφασή του συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών (εναγουσών) και του δικαιοπαρόχου τους (Β. Θ.), η οποία συμπεριφορά έχει, κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης (180/2018) απόφασης, ως εξής: "Η Ε. συζ. Δ. Θ....είχε στην κυριότητα της ένα οικόπεδο εμβαδού 258,04 τμ...Στο εν λόγω οικόπεδο...προέβη σε ανέγερση ισόγειας οικοδομής αποτελούμενης από δύο διαμερίσματα και μία αποθήκη.
Η οικοδομή αυτή ακολούθως...υπήχθη στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ. Ειδικότερα επί της εν λόγω οικοδομής συστάθηκαν οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες - διαμερίσματα: α) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου (Ι1) εμβαδού 105 τμ...β) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου (Ι2) εμβαδού 32 τμ...γ) την αποθήκη του ισογείου ορόφου (Ι3) εμβαδού 16 τμ...δ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Α1) εμβαδού 62 τμ...ε) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Α2) εμβαδού 109 τμ...στ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου (Β1) εμβαδού 62 τμ...ζ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του...
δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου (Β2) εμβαδού 109 τμ...η) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Γ1) εμβαδού 62 τμ...θ) το προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον διαμέρισμα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (Γ2) εμβαδού 109 τμ...και ι) τον προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου όροφο (ή ορόφους)...Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο η Ε.
Θ. μεταβίβασε λόγω σύστασης προίκας στη δεύτερη εναγομένη κόρη της: α) την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Ι1, Ι2 και Ι3 διαμερισμάτων και αποθήκης του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία α, β και γ), τη δε επικαρπία του υπό στοιχείο Ι1 διαμερίσματος (και τη διοίκηση) μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγο (Χ.
Δ.), ενώ την επικαρπία των υπό στοιχεία Ι2 και Ι3 διαμερισμάτων παρακράτησε η ίδια εφ' όρου ζωής και β) την ψιλή κυριότητα των προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Α1 και Α2 διαμερισμάτων του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία δ και ε), τη δε επικαρπία (και διοίκηση) αυτών μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγο.
Ακολούθως...η ίδια ως άνω προικοδότις μεταβίβασε λόγω σύστασης (συμπληρωματικής) προίκας στη δεύτερη εναγομένη - προικολήπτρια την ψιλή κυριότητα των υπό στοιχεία Β1 και Β2 διαμερισμάτων του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία στ και ζ), τη δε επικαρπία (και διοίκηση) αυτών μεταβίβασε στον προικολήπτη σύζυγό της.
Δυνάμει της .../1973 άδειας του Γραφείου Πολεοδομίας Δυτικού Διαμερίσματος Αττικής και της .../1983 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, οι ανωτέρω προικολήπτες (δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγός της Χ. Δ.) προέβησαν στην ανέγερση των προαναφερθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών του πρώτου και του δευτέρου υπέρ του ισογείου ορόφων.
Στις 24-11-1973 η Ε. Θ. απεβίωσε αδιάθετη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγό της Δ. Θ. του Β., τον υιό της Β. Θ. του Δ. (σύζυγο και πατέρα των εναγουσών) και τη δεύτερη εναγομένη κόρη της, οι οποίοι και κληρονόμησαν αυτή κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα.
Μοναδικά στοιχεία της κληρονομίας αποτελούσαν τα προαναφερθέντα προβλεπόμενα να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Γ1 και Γ2 διαμερίσματα του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία η και θ) και ο προβλεπόμενος να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου όροφος (ή όροφοι) (ανωτέρω υπό στοιχείο ι) (Πρόκειται για τα επίδικα)....Ακολούθως στις 18-6-1982 απεβίωσε και ο Δ.
Θ. αδιάθετος, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα δύο τέκνα του δηλ. το Β. Θ. (σύζυγο και πατέρα των εναγουσών) και τη δεύτερη εναγομένη, οι οποίοι και κληρονόμησαν αυτόν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα. Την ανωτέρω κληρονομία του Δ. Θ., που αποτελείται για καθένα από τους προαναφερθέντες (συγ)κληρονόμους εκ ποσοστού 1/8 εξ αδιαιρέτου επί των προαναφερθέντων προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον υπό στοιχεία Γ1 και Γ2 διαμερισμάτων του τρίτου υπέρ του ισογείου ορόφου (ανωτέρω υπό στοιχεία η και θ) και τον προβλεπόμενο να χτιστεί στο μέλλον υπέρ του τρίτου ορόφου, όροφο (ή ορόφους) (ανωτέρω υπό στοιχείο ι), εν όψει του ότι ο κληρονομούμενος ήταν (συγ)κληρονόμος αυτών κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, οι εν λόγω (συγ)κληρονόμοι ουδέποτε αποδέχθηκαν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο Β. Θ., αλλά και ο προαναφερθείς κληρονομούμενος πατέρας του ουδέποτε είχαν προβεί σε αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας και συζύγου τους Ε. Θ....Περαιτέρω στις 11-10-... απεβίωσε αδιάθετος ο σύζυγος και πατέρας των εναγουσών Β. Θ., καταλείποντας αυτές μόνες πλησιέστερες συγγενείς του και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίες και τον κληρονόμησαν κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα...Ωστόσο από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αναγνώριση του ανωτέρω δικαιώματος συγκυριότητας των εναγουσών...προσκρούει στα αξιολογικά κριτήρια, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι γονείς του δικαιοπαρόχου των εναγουσών και της δεύτερης εναγομένης Ε. Θ. και Δ. Θ. διέμεναν από το έτος 1964 με τη δεύτερη εναγομένη και από το έτος 1966, όταν αυτή τέλεσε γάμο με το Χ. Δ., με την οικογένειά της, αποτελούμενη από το σύζυγο και τρία τέκνα, στην προαναφερθείσα επίδικη οικοδομή, η οποία αποτελείτο τότε μόνο από τον ισόγειο όροφο.
Λίγο χρονικό διάστημα μετά το γάμο της δεύτερης εναγομένης, η Ε. Θ. προσβλήθηκε από εκφυλιστική βιοτροφία του εγκεφάλου, η οποία της απέκλειε τη χρήση του λογικού και για το λόγο αυτό κατόπιν αίτησης του συζύγου της κηρύχθηκε δυνάμει της 1562/1969 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης σύμφωνα με το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς, στα δε προαναφερθέντα ...1972 και .../1973 συμβόλαια συνεβλήθη ως νόμιμος επίτροπος αυτής ο σύζυγός της Δ.
Θ.. Εξάλλου στη δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και μεταβιβάσεις λόγω σύστασης προίκας, συναίνεσε και ο δικαιοπάροχος των εναγουσών Β. Θ. με την ιδιότητα του μέλους του συγγενικού συμβουλίου, εκδόθηκαν δε σχετικά οι 683/1972 και 344/1973 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (εκουσία δικαιοδοσία).
Ο τελευταίος αναγνώριζε τη μεγάλη προσφορά της δεύτερης εναγομένης αδελφής του στην άρρωστη μητέρα τους, η οποία πρέπει να σημειωθεί ότι έχασε σταδιακά τη χρήση του λογικού και την πλήρη επικοινωνία της με το περιβάλλον (εκφυλιστική ασθένεια) και πάντως σίγουρα μετά το έτος 1968...και επίσης γνώριζε την επιθυμία της να περιέλθουν τελικά στην κυριότητα της δεύτερης εναγομένης όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής (ανεγερθείσες και προβλεπόμενες να ανεγερθούν στο μέλλον).
Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο Β. Θ. ουδέποτε ασχολήθηκε με τα σχέδια (εμβαδόν, διαρρύθμιση κλπ) των προβλεπομένων να ανεγερθούν στο μέλλον διαμερισμάτων και ορόφου (ή ορόφων), για τη σύνταξη των οποίων μερίμνησαν αποκλειστικά η δεύτερη εναγόμενη και ο σύζυγός της Χ. Δ., όπως επίσης ουδέποτε ασχολήθηκε με οτιδήποτε αφορούσε το ακίνητο εν γένει.
Κατά τα ανωτέρω έτη (1972, 1973), όταν και έλαβαν χώρα οι μεταβιβάσεις στη δεύτερη εναγομένη, το προαναφερθέν οικόπεδο και η υπάρχουσα εντός αυτού οικοδομή με τις συσταθείσες επ' αυτής οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποτελούσαν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Ε. Θ.. Η επιλογή της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένου του Β.
Θ., να μεταβιβαστούν στη δεύτερη εναγομένη μόνο ο ισόγειος και οι πρώτος και δεύτερος υπέρ του ισογείου όροφοι, με αποτέλεσμα τα λοιπά προβλεπόμενα να χτιστούν στο μέλλον διαμερίσματα και όροφος (ή όροφοι) να παραμείνουν στην κυριότητα της Ε. Θ. υπαγορεύθηκε, προκειμένου να μην υπάρχει κίνδυνος μη έγκρισης των μεταβιβάσεων από το αρμόδιο Δικαστήριο, καθώς η μεταβίβαση και των προβλεπομένων να χτιστούν στο μέλλον διαμερισμάτων και ορόφου (ή ορόφων) θα είχε ως συνέπεια την απώλεια κάθε δικαιώματος κυριότητας της υπό δικαστική απαγόρευση τελούσας Ε.
Θ.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη φρόντιζε την άρρωστη μητέρα της, η οποία με το πέρασμα του χρόνου, καθηλώθηκε σε ακινησία, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και το θάνατό της το έτος 1973, όπως επίσης και τον πατέρα της Δ. Θ. μέχρι το θάνατό του το έτος 1982 από καρκίνο. Η εν λόγω προσφορά της δεύτερης εναγομένης, σε συνδυασμό με την επιθυμία της κληρονομουμένης Ε.
Θ., εκτιμήθηκαν ιδιαιτέρως από το Β. Θ., αλλά και από τον πατέρα του Δ. Θ. και για το λόγο αυτό κανείς από (τους) δύο δεν προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας κληρονομίας, ασκώντας το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία αυτής. Ομοίως ο Β. Θ., μετά το θάνατο του πατέρα του Δ. Θ. το έτος 1982, δεν προέβη σε αποδοχή της επαχθείσας κληρονομίας ασκώντας το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία αυτού.
Εξάλλου η πρώτη ενάγουσα τελούσε εν γνώσει της προαναφερθείσας επιθυμίας της Ε. Θ., ήτοι η δεύτερη εναγόμενη να καταστεί τελικά αποκλειστική κυρία όλων...των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής από το έτος 1971, οπότε τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Β. Θ. και έγινε μέλος της οικογένειας και ακολούθως, όταν ενηλικιώθηκαν, οι λοιπές ενάγουσες.
Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες...τελούσαν εν γνώσει του γεγονότος ότι, τόσο ο σύζυγος και πατέρας τους Β. Θ., όσο και ο πεθερός και παππούς τους Δ. Θ. ουδέποτε μέχρι το θάνατό τους τα έτη ... και 1982 αντίστοιχα, προέβησαν σε άσκηση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομία της Ε. Θ., ο δε πρώτος από αυτούς ουδέποτε επίσης άσκησε το κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομία του δευτέρου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των δύο αδελφών, αλλά και οι σχέσεις της δεύτερης εναγομένης με τον πατέρα τους ήταν πάντα άριστες και ουδέποτε είχε εγερθεί οποιαδήποτε αμφιβολία ή αμφισβήτηση ως προς τη μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη των κληρονομικών τους μεριδίων...Επιπροσθέτως δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι τελευταίες, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, ουδέποτε επισκέφθηκαν το ακίνητο, ούτε επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον γι' αυτό, ενώ ακολούθως προέβησαν σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του μόλις το έτος 2008, δηλ.
μετά την πάροδο έξι ετών από το θάνατό του, αν και τελούσαν εν γνώσει της κήρυξης της περιοχής υπό κτηματογράφηση και, ως εκ τούτου, ήταν αναγκαία η δήλωση αποδοχής κληρονομίας, προκειμένου να προβούν σε δήλωση εγγραπτέου δικαιώματος. Η ανωτέρω περιγραφείσα συμπεριφορά των εναγουσών, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου τους, δημιούργησε εύλογα στους εναγομένους την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα επίδικα δικαιώματα τους...".
Οι παραπάνω, όμως, συνέπειες που δέχτηκε το Εφετείο, δεν εμπίπτουν στην έννοια των ιδιαίτερα επαχθών, για τους αναιρεσίβλητους (εναγομένους), συνεπειών από την άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος των αναιρεσειουσών (εναγουσών), καθόσον δεν ενέχουν κάτι, εντόνως μάλιστα, δυσμενές γι' αυτούς, διότι: α) με την αναφερόμενη οικοδομική άδεια επιδιώχθηκε, κατά την προσβαλλομένη (180/2018) απόφαση, η κατασκευή του πρώτου ορόφου και η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων του ακαλύπτου χώρου της οικοδομής, που, όμως, ανήκαν στη δεύτερη αναιρεσίβλητη (εναγομένη) και έτσι φυσικό ήταν η σχετική δαπάνη, όπως και εκείνη για την εκπόνηση της μελέτης και των σχεδίων, να βαρύνουν την ίδια (δεύτερη αναιρεσίβλητη) και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν καν και, πολύ περισσότερο, επαχθή γι' αυτή συνέπεια.
β) Αναφορικά με την παραδοχή ότι στην παραπάνω μελέτη "προβλεπόταν το σύνολο των επιπλέον ορόφων", άρα και εκείνων που διεκδικούνται από τις αναιρεσείουσες (ενάγουσες), όπως και "η στατική υποστήριξη των πιθανόν να ανεγερθούν στο μέλλον ορόφων", ενέργειες που ενδεχομένως αύξησαν τις σχετικές δαπάνες των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), εκτός του ότι υπαίτια της αύξησης αυτής, λόγω των παραπάνω πράξεών της, είναι η ίδια η δεύτερη αναιρεσίβλητη, αυτή, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται να αξιώσει το σχετικό όφελος των αναιρεσειουσών, οπότε δεν πρόκειται καν για συνέπειες και, μάλιστα, επαχθείς.
γ) Η καταβολή από τους αναιρεσίβλητους (εναγομένους) των φόρων που αναλογούσαν στα παραπάνω κτίσματα του οικοπέδου, τα οποία τους ανήκαν, αποτελεί εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής τους, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τυχόν προσδοκία τους ανέγερσης από τους ίδιους των μελλοντικών ορόφων. δ) Δεν αποτελεί επαχθή συνέπεια για τους αναιρεσίβλητους (εναγομένους), που να επιβάλλει, μάλιστα, τη ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσειουσών (εναγουσών), η παραδοχή του Εφετείου, ότι, λόγω "της διατάραξης των σχέσεων των αντιδίκων, της μακροχρόνιας αντιδικίας και της έλλειψης συνεννόησης μεταξύ τους για τα ζητήματα, που αφορούν τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής, περιορίζεται η απόλαυση του ακινήτου τους και επηρεάζεται αρνητικά η αξία του", πολύ δε περισσότερο, αφού η συνέπεια αυτή αποδίδεται μόνο στη μακροχρόνια αντιδικία των διαδίκων.
ε) Πρόκειται για μελλοντικούς ορόφους, για τους οποίους δεν έχει διαμορφωθεί, ούτε, άλλωστε, ήταν δυνατόν να διαμορφωθεί κάποια κατάσταση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, στη συνέχεα, αν από την, τυχόν, ανατροπή της με την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, πρόκειται να επέλθουν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων).
Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο, ότι τα ανωτέρω περιστατικά συνιστούν επαχθείς γι' αυτούς (εναγομένους) συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων ενδείκνυται η ματαίωση του παραπάνω δικαιώματος των αναιρεσειουσών (εναγουσών) και επικυρώνοντας, στη συνέχεια, την εκκληθείσα από τις αναιρεσείουσες (1999/2012) απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως καταχρηστική η παραπάνω αγωγή των τελευταίων, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), παραβίασε με την προσβαλλόμενη (180/2018) απόφασή του την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν συνιστούν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες τα όσα παραπάνω ανελέγκτως δέχτηκε και, ως εκ τούτου, εφαρμόζοντας την παραπάνω διάταξη, παρά τη μη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης, αρκέστηκε σε λιγότερες, σε σχέση με εκείνες που απαιτούνται, για την εφαρμογή της, προϋποθέσεις.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια". Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, λόγω του σχετικού δεδικασμένου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η ανωτέρω ένσταση των εφεσιβλήτων για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αντιδίκων τους, κατά το μέρος που η ένστασή τους αυτή στηρίζεται στα όσα παραπάνω προβάλλουν ως ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες με τις από 19-10-2017 προτάσεις τους, καθόσον με την ανωτέρω 304/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε, δεσμευτικά για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται εκ νέου της υπόθεσης, ότι οι εν λόγω συνέπειες δεν συνιστούν επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους και, επομένως, αφού δεν συντρέχει η αναγκαία αυτή προϋπόθεση, δεν ασκείται καταχρηστικά το ένδικο δικαίωμα των εναγουσών.
Επίσης, τα όσα παραπάνω προβάλλουν οι εφεσίβλητοι για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο ως ιδιαίτερα επαχθείς για τους ίδιους συνέπειες, δεν συνιστούν καν συνέπειες, για να διερευνηθεί, στη συνέχεια και ο τυχόν ιδιαίτερα επαχθής χαρακτήρας τους. Και τούτο, διότι: α) ως προς την προβαλλόμενη "έντονη αίσθηση αδικίας και ηθικής ασυμμετρίας", δεν αναφέρεται η συνέπεια από την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, η οποία θα προκαλέσει την εν λόγω "έντονη αίσθηση αδικίας και ηθικής ασυμμετρίας", αλλά, αντίθετα, εκλαμβάνεται και παρουσιάζεται ως συνέπεια το αποτέλεσμα (η έντονη αίσθηση αδικίας και ηθικής ασυμμετρίας) μιας απροσδιόριστης συνέπειας, πέραν του ότι η άσκηση ενός υπαρκτού δικαιώματος, κατά του οποίου και μόνο προτείνεται η ερευνώμενη ένσταση, δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, να δημιουργήσει "έντονη αίσθηση αδικίας και ηθικής ασυμμετρίας", αφού την αίσθηση αυτή μόνον η άσκηση ενός ανύπαρκτου δικαιώματος θα μπορούσε να δημιουργήσει.
β) Αφού, κατά τα ανωτέρω, καταχρηστική μπορεί να είναι η άσκηση δικαιώματος μόνο τρίτου, "η απώλεια μέρους του όλου δικαιώματος" των εφεσιβλήτων - εναγομένων, που προβάλλουν ως επαχθή συνέπεια, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ερευνώμενη ένσταση, διότι, αν το ασκούμενο από τις εκκαλούσες - ενάγουσες δικαίωμα δεν ανήκει σε αυτές, αλλά στους εφεσιβλήτους - εναγομένους, όπως ανωτέρω αυτοί ισχυρίζονται, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική από τις εκκαλούσες - ενάγουσες άσκηση του ανύπαρκτου αυτού δικαιώματός τους.
γ) Τέλος, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εκκαλουσών, επειδή θα προκαλέσει "απώλεια ουδετέρως αποτιμητών εμπραγμάτων δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων και, κυριότατα, του αποτιμητού οικονομικά δικαιώματος προσδοκίας να υλοποιήσουν στο μέλλον τους μελλοντικούς ορόφους, επί σκοπώ στεγάσεως της ευρύτερης οικογενείας τους...ή επειδή θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ενός δικαιώματος ιδιαίτερης υποκειμενικής -και οικονομικής- αξίας, προσδιοριζομένης από την ίδια την άμεση ειδική αναγκαιότητα και χρησιμότητα των μελλοντικών αυτών ιδιοκτησιών για την οικογένειά τους ή επειδή οι επίδικες μελλοντικές ιδιοκτησίες έχουν γι' αυτούς ασυγκρίτως μεγαλύτερη οικονομική, πρακτική και ενδιάθετη αξία, σε σχέση με αυτήν που έχουν για τις ενάγουσες, η δε βλάβη τους από την απώλειά τους θα είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη και επαχθής σε σχέση προς το όφελος που οι εκκαλούσες θα προσδοκούσαν αντικειμενικά να αποκομίσουν από αυτές", καθόσον "η απώλεια εμπραγμάτων δικαιωμάτων" που προβάλλεται, προϋποθέτει υπαρκτό δικαίωμα (αφού μόνο τέτοιο δικαίωμα μπορεί να απολεσθεί), ενώ, κατά τα ανωτέρω, η ερευνώμενη ένσταση δεν προτείνεται κατά ανύπαρκτου δικαιώματος, όπως το δικαίωμα των εκκαλουσών, αν είναι υπαρκτό, όπως προβάλλεται, το δικαίωμα των εφεσιβλήτων, πέραν του ότι η απώλεια για τους εφεσιβλήτους του δικαιώματος που ασκούν οι εκκαλούσες, δεν αποτελεί συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος αυτού, αλλά την ίδια την άσκηση του δικαιώματος, όπως δεν αποτελεί συνέπεια της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος το ότι οι εφεσίβλητοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από τις εκκαλούσες το επίδικο ακίνητο ή το ότι αυτό έχει μεγαλύτερη αξία για τους εφεσιβλήτους απ' ό,τι για τις εκκαλούσες, αφού πρόκειται για καταστάσεις που δεν επέρχονται ως συνέπεια της άσκησης του δικαιώματος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε με την εκκαλούμενη 1999/2012 απόφασή του την παραπάνω ένσταση των εφεσιβλήτων και απέρριψε ως καταχρηστική την ανωτέρω αγωγή των εκκαλουσών, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι' αυτό, κατά παραδοχή και ως βασίμων των συναφών λόγων έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφασή του και να απορριφθεί η παραπάνω ένσταση των εφεσιβλήτων, ακολούθως δε ερευνηθούν οι επαναφερόμενοι λοιποί ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων για την απόκρουση της παραπάνω αγωγής.
Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1942 επ., 1955 και 1846 ΑΚ, η εκποίηση κληρονομίας ή ποσοστού αυτής πρέπει να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο αποτελεί συστατικό τύπο, η μη τήρηση του οποίου επάγεται την ακυρότητα της εκποίησης. Ο τύπος αυτός, με την ανωτέρω συνέπεια από τη μη τήρησή του, απαιτείται και για την παραίτηση του κληρονόμου από την κληρονομία, δηλαδή από το κληρονομικό του δικαίωμα, υπέρ του συγκληρονόμου του, αφού η παραίτηση αυτή ενέχει εκποίηση του μεριδίου του στην κληρονομία.
Εν προκειμένω, οι εφεσίβλητοι, επαναφέροντας το σχετικό ισχυρισμό τους, ζητούν την απόρριψη της παραπάνω αγωγής, διότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλουσών ανωτέρω Β. Θ., μετά το θάνατο της μητέρας του Ε. Θ., παραιτήθηκε υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης αδελφής του του κληρονομικού του δικαιώματος στην κληρονομία της μητέρας τους, καθόσον "εξεδήλωσε με περισσότερες πράξεις του και την εν γένει συμπεριφορά του τη ρητή βούλησή του όπως παραιτηθεί του κληρονομικού του δικαιώματος υπέρ της αδελφής του". Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η επικαλούμενη, υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης, παραίτηση του δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών Β. Θ. από την κληρονομία της μητέρας τους δεν έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά με τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις του και, συνεπώς, ως άκυρη για το λόγο τούτο, ουδέν αποτέλεσμα επέφερε.
Εξάλλου, ενόψει του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής, ο επαναφερόμενος ισχυρισμός των εφεσιβλήτων για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εκκαλουσών να ζητήσουν την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του δικαιοπαρόχου τους Β. Θ., λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η συγκυριότητα των εναγουσών στα επίδικα και όχι το κληρονομικό δικαίωμα του Β. Θ..
Επίσης, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο επαναφερόμενος ισχυρισμός των εφεσιβλήτων, ότι απέκτησαν την κυριότητα του όλου ακινήτου (και) με χρησικτησία, αφενός μεν διότι αντικείμενο της δίκης δεν είναι το όλο ακίνητο, αλλά οι ανωτέρω, νόμιμα συσταθείσες, μελλοντικές αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες του, αφετέρου δε διότι με την επικαλούμενη χρησικτησία δεν καταλύθηκε η υπαγωγή της οικοδομής στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και, συνεπώς, η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία των επί μέρους ιδιοκτησιών της.
Μετά από αυτά, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τα παραπάνω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία, να αναγνωρισθούν οι εκκαλούσες - ενάγουσες συγκυρίες κατά τα ανωτέρω ιδανικά μερίδια των περιουσιακών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, να διαταχθεί η διόρθωση των οικείων κτηματολογικών εγγραφών και να καταδικασθούν οι εφεσίβλητοι, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των εκκαλουσών και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ'ουσία.
Εξαφανίζει την 1999/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση στην ουσία. Δέχεται την από 26-8-2010 αγωγή.
Αναγνωρίζει τις ενάγουσες συγκύριες κατά 14/64 την πρώτη και 21/64 κάθε μια από τις λοιπές των δύο διαμερισμάτων του μελλοντικού τρίτου ορόφου οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και είναι κτισμένη σε οικόπεδο, που βρίσκεται στον ...), έχει έκταση 258,04 τετ. μέτρα και αριθμό γεωτεμαχίου στο Κτηματολόγιο ..., όπως και του μελλοντικού ή των μελλοντικών, υπέρ του τρίτου, ορόφου ή ορόφων της ίδιας οικοδομής, τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας των οποίων στο οικόπεδο ανέρχονται σε 80/000 του ενός διαμερίσματος με ΚΑΕΚ ..., ... του άλλου διαμερίσματος με ΚΑΕΚ ... και 100/000 του ορόφου ή των ορόφων με ΚΑΕΚ ....
Διατάζει τη διόρθωση των παραπάνω κτηματολογικών εγγραφών ..., ... και ... ως προς το όνομα του αναγραφέντος δικαιούχου, ώστε να αναγραφούν ως δικαιούχοι οι ενάγουσες κατά το παραπάνω κάθε μια τους μερίδιο. Και
Καταδικάζει τους εφεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των εκκαλουσών και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει σε δυο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ