Legislator Case Law & Legislation
179/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against company director's liability for issuing uncashed cheques without sufficient funds.

Case Number 179/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment regarding the company director's liability. The court found that the director knowingly issued cheques without sufficient funds despite the company's declining financial state, establishing his personal liability. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 298 of the Civil Code and Article 79 of Law 5960/1933: A company director is personally liable for uncashed cheques issued without sufficient funds if they knowingly accepted the risk due to the company's financial decline.

Keywords

AI generated
uncashed cheques liability company director responsibility insufficient funds personal liability bankruptcy proceedings civil code provisions corporate governance

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 79 of Law 5960/1933
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 179/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2017 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής - που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν - νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Δύναται δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εξεδόθη η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. (ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005,). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψη και η λήψη τελικώς υπ' όψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, άνευ νομίμου επικλήσεως, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 τον αριθ.11 β' ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 511/2016) ).

Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθ' ενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ` αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσεκομίσθη νομίμως (ΑΠ1261/2018).

Εξ άλλου, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει προσκομισθεί εμπρόθεσμα, εφ' όσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (Ολ ΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο και το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 11 (περ. β) του ΚπολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένως: α) τις επιταγές, παρά το γεγονός ότι σε αυτές θεμελιώνεται η άδικη και παράνομη πράξη της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, εντεύθεν και η διωκομένη αποζημίωση από αδικοπραξία, β) την βάσει τούτων εκδοθείσα διαταγή πληρωμής και γ) την καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, για το αδίκημα της εκδόσεως των επιδίκων ακάλυπτων επιταγών.

Εκ της παραδεκτώς γενομένης επισκοπήσεως του προσκομιζομένου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, προκύπτει, εν σχέσει προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε, πλην των άλλων, τα ανωτέρω έγγραφα και ανέφερε επί λέξει τα εξής : "...γ) Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ζημιώθηκα το ποσό των Ευρώ:

διακοσίων δέκα πέντε χιλιάδων (Ευρώ: 215.000,00, βλέπε προσκομιζόμενα σχετικά:6-10), ήτοι, του συνολικού ποσού των ανωτέρω επιταγών που δεν πληρώθηκαν....3. Επειδή κατά της ανωτέρω εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε ο εναγόμενος, έχει εκδοθεί η υπ' αρ. …21/2011 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, για τις έντεκα από τις επίδικες επιταγές, συνολικού ποσού Ευρώ: 195.000,00 (βλέπε προσκομιζόμενο σχετ. 11),....

Να σημειωθεί εδώ ότι ο αντίδικος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα δυνάμει της υπ' αριθ.: ......./11-08-2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, για το αδίκημα της έκδοσης των επίδικων ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, ύστερα από την άσκηση εναντίον του της από 27-09-2011, μηνύσεώς μου (βλέπε προσκομιζόμενο σχετικό: 13)...".Η επίκληση των ανωτέρω υπό στοιχ.

α) και β) εγγράφων είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά μερικότερων στοιχείων, αφού προσδιορίζεται το είδος των εγγράφων, ούτως ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητος τούτων και ότι αυτά πράγματι προσεκομίσθησαν. Επισημαίνεται ότι την ανωτέρω αναφερομένη υπό στοιχ.

γ) καταδικαστική απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη και δεν την μνημόνευσε το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, έλαβε υπόψη την καταδικαστική εις βάρος τού αναιρεσείοντος απόφαση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κυπαρισσίας, για το αδίκημα της εκδόσεως των επίδικων ακάλυπτων επιταγών, ενώ δεν είχε καταστή αμετάκλητη. Ο ανωτέρω λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δεν μνημονεύει και δεν έλαβε υπ' όψη της την εν λόγω απόφαση.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (ΑΠ 1274/2018).Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ` αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφ' όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987).

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.(ΑΠ 1289/2017).

Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ( ΑΠ 102/2017).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά, στον αριθ. 1, και στον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθ' όσον δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, παρά το ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, ενώ δεν έλαβε υπ' όψη "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση), περί μη επιδικάσεως αποζημιώσεως, λόγω συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης. Από την επιτρεπτή, όμως, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του από 20-2-2014 δικογράφου της εφέσεως τού αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, ο ισχυρισμός αυτός, ως αυτοτελής ένσταση συνυπαιτιότητος, δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου, από τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη αυτού, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 36/1988, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν.

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1555/2018). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων( ΑΠ 1261/2018). Περαιτέρω, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφ' όσον, μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).

Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση, κατ' αρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ' όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).

Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠ 705/2007).

Περαιτέρω, την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφ' όσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (AΠ1051/2012).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, και ειδικότερα ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον :

α) επεδίκασε αποζημίωση, για ζημία της αναιρεσίβλητης από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών, καίτοι η έκδοση ακαλύπτων επιταγών δεν μειώνει το ενεργητικό της περιουσίας της, ούτε αυξάνει το παθητικό της, εφ' όσον παρά την έκδοση των επιταγών διατηρεί την απαίτησή της από τη βασική σχέση, αλλά ζημία θα υφίστατο μόνο αν η ως άνω οπισθογράφος είχε αποζημιώσει τους επομένους κομιστές, β) περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, ι) ενώ δέχεται, ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται σε αποζημίωση, διότι, κατά την κρίση του, απεδείχθη ότι είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν τα περιστατικά που επεκαλέσθη ούτος και θεμελιώνουν, κατά νόμο, την ένστασή του από το άρθρο 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών και από την άλλη έκρινε ότι δεν προέβαλε τοιαύτη ένσταση ιι) αντιγράφουσα την περιγραφή κάθε επιταγής από την αγωγή, από τη μια δέχεται ότι κάθε μία επιταγή ενεφανίσθη προς πληρωμή κατά τον μεταχρονολογημένο χρόνο εκδόσεώς της, και από την άλλη.

ότι οι υπόλοιπες επιταγές (εκτός από την πρώτη), ενεφανίσθησαν νωρίτερα προς πληρωμή, μόλις δεν πληρώθηκε η πρώτη επιταγή, γ) περιλαμβάνει ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αιτιολογεί γιατί καταλογίζει ενδεχόμενο δόλο για την έλλειψη διαθεσίμων κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως κάθε επιταγής, που είναι κρίσιμος, αφού δεν τον προσδιορίζει, ή κατά τον χρόνο εμφανίσεως κάθε επιταγής προς πληρωμή, ενώ κατά τις ίδιες παραδοχές της η πληρωμή τους είχε κλιμακωθεί σε όλους τους μήνες του έτους 2011 η αναιρεσίβλητη, παρά την υπάρχουσα συμφωνία εμφάνισε αυτές νωρίτερα..." Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, και ειδικότερα ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία εμπορεύεται διάφορα είδη αρτοποιίας - ζαχαροπλαστικής και συσκευασιών.

Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", ασκεί επιχείρηση αρτοποιίας ζαχαροπλαστικής. Ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της δεύτερης εταιρίας και με την από 1-7-2009 ειδική εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της, του έχει ανατεθεί η διοίκηση, η διαχείριση, η εκπροσώπηση και η δέσμευσή της, με μόνη την υπογραφή του, κάτω από την εταιρική επωνυμία.

Οι παραπάνω εταιρίες συνεργάζονταν από το έτος 2003 και είχαν πραγματοποιήσει μέχρι το έτος 2011 συναλλαγές ύψους 700.000 περίπου ευρώ. Συγκεκριμένα, η δεύτερη προμηθευόταν από την ενάγουσα πρώτες ύλες αρτοποιίας-ζαχαροπλαστικής και είδη συσκευασίας, με τίμημα που πιστωνόταν συνήθως επί 6-9 μήνες και της παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές για την κάλυψή του.

Ο εναγόμενος, ενεργώντας στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων του, εξέδωσε για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας, σε διαταγή της ενάγουσας και παρέδωσε στην τελευταία τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας …, που ήταν πληρωτέες από τον υπ1 αριθ. ...10-2 λογαριασμό της εταιρίας σ' αυτή, και νόμιμα εμφανίστηκαν προς πληρωμή στο χρονικό διάστημα, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην επόμενη ημέρα από την πραγματική έκδοση τους έως την όγδοη ημέρα από την αναγραφόμενη σ' αυτές ως ημέρα έκδοσής τους, εφόσον η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε εν όψει".

Ακολούθως, το Εφετείο αναφέρει λεπτομερώς τα στοιχεία των επιταγών αυτών (αναγραφόμενες ημερομηνίες εκδόσεως, ποσά πληρώτριες Τράπεζες), την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους και τη μη πληρωμή αυτών λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας και τη βεβαίωση επ'αυτών της πληρώτρια Τράπεζας κάθε επιταγής περί μη πληρωμής για την ανωτέρω αιτία.

Και συνεχίζει το Εφετείο: Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 5-10- 2011 αίτησή της ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας για τις έντεκα από τις πιο πάνω επιταγές (εκτός από την πρώτη) σε βάρος της εκδότριας εταιρίας, η οποία επικυρώθηκε, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που απέρριψε την ανακοπή της, λόγω ερημοδικίας της.

Ο εναγόμενος, ο οποίος συνομολογεί την έκδοση των παραπάνω επιταγών, γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο πληρωμής τους ενδέχεται να μην υπάρχουν αντίστοιχα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό. Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του, προκλήθηκε, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στην ενάγουσα ζημία ίση με τα ποσά των επιταγών, συνολικού ύψους 215.000 (20.000 + 20.000 + 15.000 + 10.000 + 20.000 + 15.000 + 20.000 + 20.000 + 15.000 + 15.000 + 30.000 + 15.000) ευρώ, και συνεπώς έχει υποχρέωση να την αποζημιώσει.

Ο ίδιος, αμφισβητώντας την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των παραπάνω επιταγών και ότι πίστευε καλόπιστα πως θα τις κάλυπτε κατά το χρόνο της συμφωνημένης πληρωμής τους. Και τούτο διότι η εταιρία του είχε απαιτήσεις σε βάρος πελατών της από πωλήσεις προϊόντων, που υπερκάλυπταν τις οφειλές της προς την ενάγουσα, αλλά, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα, οι τελευταίοι έπαψαν να πληρώνουν τις δικές τους επιταγές, για το τίμημα, που πιστωνόταν επί 5-6 μήνες και οι τράπεζες διέκοψαν την παροχή διευκολύνσεων, χρηματοδοτήσεων και δανείων προς φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις.

Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος διότι, α) σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ των οποίων η δυσχέρεια ή και αναστολή πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών εκ μέρους των επιχειρήσεων και η διακοπή χρηματοδότησης (δανεισμού) εκ μέρους των τραπεζικών εταιριών, είχαν εκδηλωθεί από το έτος 2009 και η χώρα είχε προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ, της ΕΕ και της ΕΚΤ από τον Απρίλιο του έτους 2010, β) σύμφωνα με την καρτέλα κίνησης του λογαριασμού των συναλλαγών, που τηρούσε η ενάγουσα, τις εγγραφές της οποίας δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος, η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία άρχισε να έχει προβλήματα με την πληρωμή των επιταγών τουλάχιστον από το Φεβρουάριο του έτους 2010 και γ) σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά του η εν λόγω εταιρία είχε οφειλές προς διάφορες Τράπεζες και καθυστερούσε την πληρωμή του προσωπικού της τουλάχιστον από τις αρχές του 2010.

Επομένως, ο εναγόμενος υπό τις παραπάνω ιδιότητες και τις ευρείες διαχειριστικές αρμοδιότητές του, γνώριζε πολύ καλά τη δυσμενή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει η εταιρία και ότι ενδέχεται κατά τους χρόνους έκδοσης και πληρωμής των επιταγών ο λογαριασμός της να μην έχει τα αντίστοιχα κεφάλαια.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα συνέχισε τη συνεργασία της με την παραπάνω εταιρία και ότι πραγματοποίησε μ' αυτή συναλλαγές κατά τα έτη 2011, 2012 και 2013 συνολικού ύψους 251.721 ευρώ, δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζει την έλλειψη δόλου εκ μέρους του να της προκαλέσει ζημία με την έκδοση των παραπάνω ακάλυπτων επιταγών, διότι οι νέες αυτές συναλλαγές πραγματοποιούνται χωρίς πίστωση του τιμήματος και με πληρωμή αυτού αποκλειστικά με μετρητά και τραπεζικά εμβάσματα.

Εξάλλου, ο εναγόμενος με την κρινόμενη έφεσή του, δεν προέβαλε ισχυρισμό εκ του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στη ζημία ή στην έκταση της ή εκ του άρθρου 288 ΑΚ περί υποχρεώσεως της ίδιας να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής, όπως απαιτεί η καλή πίστη ή εκ του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης της απαίτησής της εκ μέρους της, για το λόγο ότι δέχθηκε την έκδοση των μεταχρονολογημένων ένδικων επιταγών, παρότι ο ίδιος τελούσε σε γνώση ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσής τους και τις εμφάνισε ατελέσφορα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα νωρίτερα από τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης σ' αυτές, παρότι είχε συμφωνηθεί ότι θα εμφανίζονταν προς πληρωμή μόνο κατά τον τελευταίο χρόνο, ώστε με τη συμπεριφορά της αυτή να συντελέσει στην τέλεση της αδικοπραξίας, αποδεχόμενη τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση των επιταγών, και η επιδίωξη εκ μέρους της καταβολής αποζημίωσης να αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη.

Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα εμφάνισε την πρώτη επιταγή εντός του οκταημέρου από την αναγραφόμενη σ' αυτή ημερομηνία έκδοσης και επειδή δεν πληρώθηκε εμφάνισε τις υπόλοιπες νωρίτερα. Το γεγονός ότι συναίνεσε στην έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, όπως συνήθως συμβαίνει μεταξύ επιχειρήσεων, που έχουν σχετικά μακρά συνεργασία, δεν σημαίνει ότι αποδέχτηκε και τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοσή τους, διότι, αν πραγματικά γνώριζε την αληθινή οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρίας, δεν θα της πωλούσε εμπορεύματα τόσο μεγάλης αξίας ή θα αξίωνε την πληρωμή του τιμήματος συγχρόνως με την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως έκανε στη συνέχεια...".

Ακολούθως, το Εφετείο Καλαμάτας εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 36/2017 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 20-2-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 10/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του αναιρεσείοντος και ακολούθως δέχθηκε την από 7-2-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το πρωτοδίκως επιδικασθέν κονδύλιο των 215.000, και απήγγειλε εις βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διάρκειας πέντε (5) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της ως άνω καταψηφιστικής διατάξεως της αποφάσεώς του.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933 και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη τυγχάνει νόμιμος εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών, ενώ η θεμελίωση της ευθύνης του εναγομένου αναιρεσείοντος συνίσταται στο γεγονός ότι ως διοικητής των εταιρικών υποθέσεων της εταιρείας υπό την επωνυμία "..." γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο πληρωμής των επιταγών( ειδικότερα προσδιοριζομένους στην προσβαλλομένη απόφαση), ότι ενδέχεται να μην υπάρχουν αντίστοιχα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτό και μάλιστα το Εφετείο στήριξε την παραδοχή του στο ότι αυτός ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας γνώριζε κατά την έκδοση μιας εκάστης των επιταγών τη φθίνουσα οικονομική κατάστασή της.

Εξ άλλου, η προϋφιστάμενη αξίωση της αναιρεσίβλητης από τη μεταξύ αυτής και της άνω εταιρείας συμβατική σχέση δεν αναιρεί την προς αυτήν υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολή αποζημιώσεως από την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών, είναι δε έτερο το ζήτημα κατά πόσον η απόσβεση της πρώτης αξιώσεως συνεπιφέρει ή όχι απόσβεση και της αξιώσεως προς αποζημίωση από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη του, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2017 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 36/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ