Legislator Case Law & Legislation
179/2018 AI generated

179/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 179/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

179/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
proof of ownership possessory agreement property ownership established right retention of title condition of leased property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 179/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γιαννακάκη ο οποίος ανακάλεσε την από 25-10-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζύγου Ξ. Ζ., το γένος Ε. Π., η οποία δε παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κ. Κ. και δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της αναιρεσίβλητης την 1-3-2017 και τη συνέχιση της δίκης από το ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τη θυγατέρα της D. T., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44ΤΜ/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 34/2016 Εφετείου Αιγαίου (Τριμελές).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-8-2016 αίτησή του και τους από 9-2-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 21/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 22/8/2016 αίτηση και οι από 9/2/2017 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 34/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αθηνών Κ.

Κ., ο οποίος με προφορική του δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και επανέλαβε με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατατεθείσες προτάσεις του, γνωστοποίησε το θάνατο της αρχικώς αναιρεσίβλητης Σ. Ζ., η οποία απεβίωσε την 1/3/2017 στην πολιτεία Οχάϊο των ΗΠΑ και, στη συνέχεια, δήλωσε ότι συνεχίζει για εκείνη τη βιαίως διακοπείσα δίκη η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο (πληρεξούσιο δικηγόρο) κόρη της Ν.

Τ., ως καταπιστευματοδόχος και νόμιμη διαχειρίστρια της κληρονομιάς της, ιδιότητα που δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα Γ. Ρ.. Κατόπιν αυτών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1,3 εδάφ.α’ , 499, 552, 553 παρ.1 εδάφ.β’ , 556 παρ.1, 564 παρ.1,3 ΚΠολΔ) να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246, 573παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των πιο πάνω διαδίκων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι, μόλις επέλθει προσβολή κατά της κυριότητας, η εμπράγματη εξουσία λαμβάνει προσωπική κατεύθυνση κατά του προσβολέα και γεννιέται κατ’ αυτού η αξίωση από την κυριότητα, η οποία προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Αν αμφισβητηθεί από το εναγόμενο η κυριότητα του δικαιοπαρόχου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει με τις προτάσεις του τον τρόπο κτήσης κυριότητας του άμεσου ή και των απώτερων δικαιοπαρόχων του (ΑΠ 812/2010), με αναγωγή έως την πρωτότυπη κτήση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, μετά το θάνατο του οποίου η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του που υπεισέρχονται από το νόμο στη θέση του (άρθρο 983ΑΚ).

Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητος με χρησικτησία), αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό ευρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και φανερώνει τη βούλησή του να έxει το πράγμα για δικό του.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη του ακινήτου κ.λ.π. Η νομή εξακολουθεί να υπάρχει και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε συνεχή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την επ’ αυτού εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίασής του κάθε στιγμή, μπορεί δε να ασκείται και μέσω άλλου (άρθρο 980παρ.1 ΑΚ).

Ο τρίτος που ασκεί την νομή ως αντιπρόσωπος του νομέα είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί την νομή δια μέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου, θεματοφύλακα κ.λ.π.). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ.

ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή, κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κ.λ.π.), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνον εφόσον αντιποιηθεί τη νομή αυτού και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ, μάλιστα δε στην περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του (ΑΠ 300/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε.

Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ’ όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ’ αυτά (νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά σ’ αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα (ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, και τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και αρχικώς αναιρεσίβλητη Σ. Ζ. άσκησε εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 1/2/2009 αγωγή, με την οποία ζητούσε:

α) την αναγνώριση της κυριότητάς της στο ειδικότερα περιγραφόμενο στην αγωγή εδαφικό τμήμα (επίδικο) μεγαλύτερου ακινήτου της, εντός του οποίου (επιδίκου) υπάρχει μια ισόγεια αποθήκη, και την απόδοση αυτού από τον εναγόμενο που το είχε καταλάβει αυθαίρετα και β) τη διόρθωση, ως εσφαλμένων, των σχετικών με το εμβαδόν και το όνομα ιδιοκτήτη πρώτων εγγραφών στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, με τις οποίες ο εναγόμενος φέρεται ως κύριος του επίδικου ακινήτου και της πιο πάνω αποθήκης.

Την απόκτηση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο η ενάγουσα θεμελίωνε αποκλειστικά στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), μετά όμως την αμφισβήτηση της κυριότητας της άμεσης δικαιοπαρόχου της από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενάγουσα με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της συμπλήρωσε την ένδικη αγωγή ως προς το στοιχείο αυτό, φθάνοντας μέχρι την πρωτότυπη κτήση κυριότητας της δικαιοπαρόχου της.

Ειδικότερα αυτή ισχυρίστηκε ότι: α) μετά το θάνατο του παππού της Σ. Ρ., η δικαιοπάροχος μητέρα της, η οποία από τα τέλη του έτους 1940 είχε μεταναστεύσει (όπως και η αναιρεσίβλητη) στην Αμερική, και στην οποία είχε περιέλθει το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, δυνάμει της .../1943 δημόσιας διαθήκης του πατέρα της Σ.

Ρ., παραχώρησε άτυπα στον αδελφό της Γ. Ρ. (θείο της ενάγουσας και παππού του εναγομένου), κατά παράκληση του τελευταίου, τη χρήση του περιγραφόμενου εδαφικού τμήματος (επιδίκου) του πιο πάνω (μεγαλύτερου) ακινήτου της, εντός του οποίου υπήρχε πρόχειρη αποθήκη, για την άσκηση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων (φόρτωση υλικών σε φορτηγίδες, ξεφόρτωση υλικών στα πλοία, εναπόθεση και καθαρισμός των σκαφών του), κατά το διάστημα των ετών 1966-1980 β) έκτοτε, μέχρι το θάνατο της μητέρας της το έτος 1990, αλλά στη συνέχεια μέχρι το έτος 2001 κανείς δεν αμφισβήτησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου της ούτε και της ίδιας (της ενάγουσας) στο επίδικο ακίνητο, όπου περιλαμβάνεται και η επίμαχη αποθήκη γ) τόσο αυτή όσο και η μητέρα της επισκέπτονταν το νησί της ...

ανελλιπώς κάθε χρόνο, καθώς και την ιδιοκτησία τους στον "Κ.", όπου βρίσκεται το επίδικο, ενώ είχαν αναθέσει σε τρίτο να φροντίζει το εντός αυτής αμπέλι τους που εκτεινόταν μέχρι τη θάλασσα και την μικρή παλαιά οικία τους, πριν την ανακαινίσουν, οι δε συγγενείς τους και, ειδικά μέχρι το έτος 2001 ο πατέρας του εναγομένου Ι.

Ρ. (γιος του Γ. Ρ.) τους συνέδραμαν σε μικροεπισκευές και σε άλλα θέματα που αφορούσαν τα ακίνητά τους στο νησί, φροντίζοντας την περιουσία τους, καθ’ υπόδειξη και για λογαριασμό τους δ) το πρόβλημα στις σχέσεις με τους συγγενείς τους εμφανίστηκε το έτος 2001, όταν ο πατέρας του εναγομένου προχώρησε στην αυθαίρετη κατάληψη του επίδικου εδαφικού τμήματος της ιδιοκτησίας τους και την επισκευή της εντός αυτού αποθήκης και ε) τον Ιανουάριο του έτους 2002 ο πατέρας του εναγομένου, μετά τη σχετική διαμαρτυρία της ενάγουσας, αμφισβήτησε την κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο και στην αποθήκη, γνωστοποιώντας τη βούλησή του ότι τα κατέχει ως κύριος.

Ενόψει της ως άνω ρητής αναφοράς των συγκεκριμένων πράξεων νομής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας (1959-1990) είναι πρόδηλο ότι αυτή επικαλέστηκε ότι η δικαιοπάροχος της είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και, ως εκ τούτου, η ένδικη (διεκδικητική και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής) αγωγή, με μοναδική βάση την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κατέστη, μετά την ως άνω παραδεκτή συμπλήρωσή της, πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι η πιο πάνω αγωγή είναι ορισμένη δεν παρέλειψε παρά το νόμο να την κηρύξει απαράδεκτη ούτε έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και γι’ αυτό ο τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου και οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και δεύτερος λόγοι του πρόσθετου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.14 ΚΠολΔ, καθώς και οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτος, κατά ένα μέρος, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.8 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη της δικαιοπαρόχου της, στο επίδικο εδαφικό τμήμα και στην αποθήκη μετά το έτος 1980, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 717/2016, ΑΠ 1530/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, επιφανείας 151 τ.μ., που βρίσκεται εντός οικισμού, στη θέση "..." ...

και στο Κτηματολόγιο έχει λάβει ΚΑΕΚ ..., συνορεύει δε γύρο)θεν με το ακίνητο της εφεσίβλητης - ενάγουσας, που έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και με αιγιαλό, αποτυπώνεται στο από Δεκεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Κ. Δ., με τους αριθμούς ..., ενώ εντός αυτού βρίσκεται κτίσμα (αποθήκη) εμβαδού 53,10 τ.μ.

Η εφεσίβλητη -ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ως άνω ακίνητο έχει επιφάνεια 187,86 τμ, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου της, συνολικού εμβαδού 1918.17 τ.μ, εντός του οποίου υπάρχει στο βορειοδυτικό άκρο του παλαιός οικίσκος, εμβαδού 38,40 τ.μ,, το οποίο αποτυπώνεται με τους αριθμούς ... στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και ότι στο Κτηματολόγιο αποτυπώθηκε το όλον ακίνητο της, με διαφορετικά ΚΑΕΚ ως δύο ακίνητα, δηλαδή με το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο, που έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία της ιδίας, και το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ( επίδικο), που έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος -εναγομένου, μετά από σχετική δήλωση του τελευταίου, και ότι το μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, περιήλθε σ’ αυτή από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 14-12-1990 μητέρας της, Μ.

χήρας Ε. Π., το γένος Σ. Ρ., ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε με την με αριθμό .../3-6-1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Π.. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι πράγματι, με τη νόμιμα μεταγραφείσα (τ. ...) με αριθμό .../3-6-1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ.

Π., η εφεσίβλητη - ενάγουσα αποδέχθηκε, μεταξύ άλλων, την περιέλευση σ’ αυτή, κατά πλήρη κυριότητα, μιας παλιάς οικίας, αποτελούμενης από δύο δωμάτια, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. Π. (δηλαδή της κληρονομούμενης μητέρας της), με δρόμο και θάλασσα. Στην ίδια ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, δεν γίνεται αναφορά για τον τίτλο κτήσης της κληρονομουμένης για το ως άνω ακίνητο, καθόσον το αναφερόμενο σ’ αυτή υπ’ αριθμ. ...12-1925 προικοσύμφωνο ,αφορά σε διαφορετικά ακίνητα, ωστόσο το εν λόγω ακίνητο φέρεται να περιήλθε σ’ αυτί] ( κληρονομουμένη ) από κληρονομιά του πατέρα της.

Σ. Ρ. του Γ. (παππού της ενάγουσας και προπάππος του εναγομένου), ο οποίος απεβίωσε το 1959. Πράγματι, ο Σ. Ρ. του Γ., πατέρας της Μ. συζ. Ε. Π. (μητέρας της εφεσίβλητης - ενάγουσας), της Β. Ρ., Φ. Ρ., Α. Ρ. και του Γ. Ρ. (παππού του εκκαλούντος -εναγομένου) υπήρξε κύριος πολλών ακινήτων στην ..., μεταξύ των οποίων και ενός χέρσου αγρού στη θέση "..." ..., το δυτικό τμήμα του οποίου μεταβίβασε, μεταξύ άλλων ακινήτων, λόγω δωρεάς, με το νόμιμα μεταγραφέν με αριθμό ...22-5-1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Ε.

Α., στο υιό του, Γ. Ρ.. Σύμφωνα με τον παραπάνω τίτλο κτήσης ( ...22-5-1942), πρόκειται για ένα χέρσο αγρό στη θέση ( ... ), έκτασης δύο και πλέον στρεμμάτων με τον εντός αυτού οικίσκο, ο οποίος θα χωρίζεται με τον οικίσκο της Μ. Π. (δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης - ενάγουσας) από οικόπεδο πλάτους 3,5 μέτρων και συνορεύει γύρωθεν με θάλασσα, Μ.

Π. και δημόσιο δρόμο. Στο ίδιο συμβόλαιο μάλιστα γίνεται ρητή πρόβλεψη ότι μεταξύ των δύο οικιών, Γ. Ρ. και Μ. Π., θα κατασκευαστεί τοίχος, που θα φθάνει μέχρι τη θάλασσα διαχωρίζοντας έτσι τα δύο αυτά ακίνητα. Στη συνέχεια και μετά το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο δώρισε εν ζωή ,μέρος της ακίνητης περιουσίας του, στον υιό του Γ.

Ρ., ο Σ. Ρ. με την με αριθμό .../20-9-1943 δημόσια διαθήκη του, ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου ..., κατέλειπε την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του, στην σύζυγο του Σ. και στα υπόλοιπα τέκνα του, αναφέροντας σ’ αυτή ότι "στον υιό μου Γ. προικισθέντα και μετά τον γάμο του δεν καταλείπω τίποτε δια της παρούσης μου".

Με την ως άνω δημόσια διαθήκη του ο προαναφερόμενος καταλείπει στην θυγατέρα του, Μ. Π., μεταξύ άλλων, "την οικία μου στη θέση "..." εκ δύο δωματίων με μίαν άμπελον, όσο τραβάει το σπίτι μέχρι της παραλίας, συνορεύουσαν εν όλω με Μ. Π., θάλασσαν και δρόμον δημόσιον", δηλαδή της κατέλειπε το ανατολικό τμήμα του παραπάνω ακινήτου του.

Η ως άνω δημόσια διαθήκη του Σ. Ρ., που απεβίωσε το 1959, δημοσιεύτηκε με το 27/22-2-1961 πρακτικό του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, χωρίς να προκύπτει, ούτε επικαλείται η εφεσίβλητη - ενάγουσα αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής από τους ως άνω κληρονόμους. Από το συνδυασμό των δύο παραπάνω συμβολαιογραφικών εγγράφουν προκύπτει ότι ο Σ.

Ρ. διαχώρισε το ακίνητο του στη θέση "...", σε δύο τμήματα, ώστε καθένα να αποτελείται από ένα οικίσκο και ακάλυπτο έδαφος, δωρίζοντας πρώτα το ένα τμήμα του ( δυτικό ) στον υιό του, Γ. Ρ., που ήδη σήμερα έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και ανήκει στους κληρονόμους του Γ. Ρ., και το άλλο τμήμα του (ανατολικό), το άφησε με διαθήκη στην θυγατέρα του Μ.

Π. (δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης - ενάγουσας), που έχει λάβει ΚΑΕΚ .... Το γεγονός του διαχωρισμού του μείζονος ακινήτου του Σ. Ρ. σε δύο τμήματα, το ένα από τα οποία περιήλθε με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο στο Γ. Ρ. και μετέπειτα στους κληρονόμους του, και το άλλο στη Μ. Π. και μετέπειτα στην εφεσίβλητη - ενάγουσα κόρη της προκύπτει και από την αποτύπωση του παραπάνω ακινήτου των κληρονόμων Γ.

Ρ., όπως τα όριά του υποδείχθηκαν από τους ίδιους τους κληρονόμους Γ. Ρ., στο από Σεπτεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Ι. Φ., με ρητή γι’ αυτό αναφορά στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα, όπου είναι εμφανές το διαχωριστικό όριο στην πλευρά 1-2-3-4-5 των δύο ως άνω ακινήτων, ήτοι μεταξύ της ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ.

Ρ. και της ιδιοκτησίας κληρονόμων Μ. Π., που ξεκινά από τον κοινοτικό δρόμο και φθάνει μέχρι την θάλασσα, σε αντίθεση με το από Απριλίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ. Π., όπου το όλο ακίνητο του Σ. Ρ. αποτυπώνεται ως ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Ρ., χωρίς να γίνεται καμία αναφορά για ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.

Π., πλην όμως μεταγενέστερα, όπως προαναφέρθηκε, οι κληρονόμοι του Γ. Ρ. υπέδειξαν τα όρια στο πολιτικό μηχανικό Ι. Φ., με σαφή διαχωρισμό των δύο ως άνω ιδιοκτησιών. Εντός του εν λόγω ανατολικού τμήματος, που αναφέρεται στο ως άνω από Σεπτεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Φ., ως ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.

Π. με ΚΑΕΚ ... και προς την πλευρά της θάλασσας, βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, στο οποίο απεικονίζεται και η επίδικη αποθήκη, χωρίς να αποτυπώνεται, αλλά ούτε και να γίνεται αναφορά σε ξεχωριστή ιδιοκτησία (δηλαδή για την επίδικη) εντός του ακινήτου αυτού, που να ανήκει στον Ι. Ρ. (δικαιοπάροχο του εκκαλούντος - εναγομένου), ούτε αποτυπώνεται ξερολιθιά, που να περικλείει το επίδικο εδαφικό τμήμα, σε αντίθεση με την περιμετρική - κατά τμήματα - του μείζονος ακινήτου του Σ.

Ρ. ξερολιθιά, όπως συμβαίνει σήμερα που το επίδικο περικλείεται από ξερολιθιά εκτός από την πλευρά της αποθήκης προς τη θάλασσα και φέρει χωριστό ΚΑΕΚ ... ως χωριστή ιδιοκτησία. Επισημαίνεται ότι στις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα - εναγόμενο φωτογραφίες του επιδίκου, που φέρεται να λήφθηκαν το έτος 1995, είναι εμφανής η εν λόγω ξερολιθιά που φαίνεται συντηρημένη.

Σχετικά με την ως άνω ξερολιθιά πρέπει να αναφερθεί ότι στην αεροφωτογραφία του έτους 1977 διακρίνεται μόνο η ξερολιθιά που βρίσκεται στην πίσω πλευρά (ανατολική) του επίδικου κτίσματος (κατά το μάρτυρα απόδειξης κατασκευάστηκε από αυτόν και τον πατέρα του, Γ. Ρ., για την προστασία του αμπελιού της εφεσίβλητης - ενάγουσας, που βρισκόταν στο υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου της), ενώ το υπόλοιπο τμήμα της ξερολιθιάς στο βόρειο τμήμα του ακάλυπτου επίδικου χώρου (βορείως του κτίσματος), που έχει καμπύλη μορφή και το αποκόπτει από το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου της εφεσίβλητης - ενάγουσας, διακρίνεται το πρώτον στην αεροφωτογραφία του έτους 1995 και στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες φαίνεται ότι έχει ανακατασκευαστεί πρόσφατα.

Το ως άνω επίδικο ακίνητο μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, ο Ι. Ρ. (υιός του Γ. Ρ. και πατέρας του εκκαλούντος -εναγομένου) στον εκκαλούντα - εναγόμενο, υιό του με το νόμιμα μεταγραφέν υπ’ αριθμ. .../30-12-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά, Δ. Π., όπου σ’ αυτό (τίτλο), το μεταβιβασθέν ακίνητο (επίδικο) περιγράφεται ως οικόπεδο, εντός οικισμού, στη θέση "... " εντός της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...

της νήσου ... Κυκλάδων, εμβαδού 143,80 τ.μ., με αποθήκη βάρκας, εμβαδού 53,90 τ.μ., που αποτυπώνεται στο από 16-9-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, Α. Λ., και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Π., βορειοδυτικά με κοινοτικό δρόμο, νοτιοδυτικά και νοτιοανατολικά με βραχώδη έκταση και πέραν αυτής με θάλασσα.

Στο ως άνω συμβόλαιο γίνεται μνεία ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιήλθε στον πωλητή, Ι. Ρ., με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1973 από τον πατέρα του, Γ. Ρ. και κατόπιν με χρησικτησία, χωρίς να αναφέρεται πως απέκτησε ο Γ. Ρ. το ακίνητο αυτό. Προς απόδειξη της χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος - εναγομένου, Ι.

Ρ., για την σύνταξη του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου για το επίδικο, συντάχθηκε και η υπ’ αριθμ. .../29-7-1999 ένορκη βεβαίωση των Κ. Θ. και Ν. Ρ. ,ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, Π. Λ., στην οποία βεβαιώνεται από τους παραπάνω μάρτυρες ότι ο Ι. Ρ. από το έτος 1974 κατέχει και νέμεται μία αποθήκη, εμβαδού 50 τμ περίπου, μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται στην θέση "... " της περιφέρειας της Κοινότητας ...

του νομού ... και συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. συζ. Ε. Π., την οποία ανήγειρε με φροντίδα και δαπάνες του, με βάσει την με αριθμό πρωτ. .../3-10-1974 άδεια ανεγέρσεως οικοδομής του Σταθμού Χωροφυλακής ... και έκτοτε ο Ι. Ρ. του Γ. κατέχει και νέμεται το ακίνητο αυτό με διανοία κυρίου και καλή πίστη χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί η κυριότητα του από οποιοδήποτε τρίτο.

Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, καθώς και η προαναφερόμενη με αριθμό ... άδεια ανέγερσης αποθήκης, χρησιμοποιήθηκαν από το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος - εναγομένου, Ι. Ρ. και στη σχετική δήλωση που προέβη ο τελευταίος το 1999 προς το Κτηματολόγιο, ώστε το επίδικο ακίνητο να καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του, λόγω χρησικτησίας και έλαβε ΚΑΕΚ ....

Το επίδικο ακίνητο, όπως ήδη αναφέρθηκε, βρίσκεται εξολοκλήρου εντός του ακινήτου) που με τη διαθήκη του Σ. Ρ., καταλείπεται στη Μ. Π., δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης - ενάγουσας και δεν έχει πρόσοψη σε κοινοτικό- δημόσιο δρόμο, όπως αναληθώς αναφέρεται στο υπ’ αριθμ. ...-12-2005 συμβόλαιο πώλησης, που αποτελεί τίτλο κτήσης του καλούντος -εναγομένου, και στο από 16-9-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.

Λ., στο οποίο αποτυπώνεται κοινοτικός δρόμος στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου, δηλαδή εντός του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, που αποτελεί μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία της εφεσίβλητης - ενάγουσας. Τέτοια δημόσια οδός, που να συνορεύει το επίδικο τμήμα, δεν αποτυπώθηκε σε κανένα από τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1996 και 2003, αλλά ούτε και στο από 30-6-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού, Α.

Λ., που αποτυπώνει την ιδιοκτησία των κληρονόμων Μ. Π. και την ιδιοκτησία των κληρονόμων Γ. Ρ. και καθαρά εμφανίζει το επίδικο ακίνητο εντός της ιδιοκτησίας των κληρονόμων ..., η οποία (ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Π.) συνορεύει με δημόσιο δρόμο ή στα κτηματολογικά διαγράμματα των ως άνω όμορων ακινήτων, παρά μόνο εμφανίζεται δημόσιος δρόμος με τον οποίο να συνορεύει το επίδικο μόνο στο παραπάνω από 16-9-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.

Λ., χωρίς όμως να υπάρχει στο έδαφος (βλ. και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν τη σημερινή κατάσταση του επιδίκου, όπως οριοθετείται από την ξερολιθιά). Ακόμη και οι μάρτυρες Κ. Θ. και Ν. Ρ. στην ως άνω υπ’ αριθμ. .../29-7-1999 ένορκη βεβαίωση τους, που χρησιμοποιήθηκε στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο κατέθεσαν ότι το επίδικο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ.

συζ. Ε. Π., χωρίς να αναφέρουν με δημόσιο δρόμο. Μάλιστα, η ως άνω επικαλούμενη από τον εκκαλούντα - εναγόμενο οδός δεν είναι διακριτή ούτε στις προσκομιζόμενες από τον ίδιο αεροφωτογραφίες των ετών 1966, 1973, 1977 και 1995, στις οποίες διακρίνεται ότι η πρόσβαση στο εν λόγω επίδικο ακίνητο εξασφαλίζεται μόνο μέσω του μη αμφισβητούμενου ακινήτου της εφεσίβλητης - ενάγουσας, που το περικλείει ή από τη θάλασσα.

Ο μόνος κοινοτικός (ήδη δημοτικός) δρόμος στην εν λόγω περιοχή βρίσκεται βορείως του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου της εφεσίβλητης - ενάγουσας με τον οποίο και συνορεύει αυτό και καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ....

Συνεπώς, ακόμη και σήμερα ο μόνος τρόπος για να εισέλθει κανείς στο επίδικο εδαφικό τμήμα είναι να διασχίσει το μη αμφισβητούμενο ακίνητο της ενάγουσας με ΚΑΕΚ .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Μ. Π., όπως άλλωστε και η θυγατέρα της, εφεσίβλητη - ενάγουσα, κατοικούσε μόνιμα στις ΗΠΑ και επισκεπτόταν το ακίνητο αυτό, που της κατέλειπε ο πατέρας της, Σ.

Ρ., με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Μετά το θάνατο του πατέρα της, Σ. Ρ., το 1959, και την περιέλευση, κατ’ άρθρο 983 ΑΚ, της νομής του ανατολικού τμήματος του μείζονος ακινήτου σ’ αυτήν (Μ. Π.), καθόσον το δυτικό τμήμα είχε ήδη μεταβιβαστεί στο Γ. Ρ., αιτία πωλήσεως από τον Σ.

Ρ., όπως προαναφέρθηκε, ο Γ.ς Ρ., αδελφός της Μ. Π., ζήτησε περί το έτος 1964 την άδεια από την τελευταία (Μ. Π.), να χρησιμοποιεί τμήμα του μείζονος ακινήτου της, που βρισκόταν πλησίον της θάλασσας για να ανεγείρει πρόχειρη αποθήκη, ώστε να εναποθέτει εκεί υλικά και εργαλεία για τον καθαρισμό και τη συντήρηση των πλοίων του, που μετέφεραν μπετονίτη, που παρήγαγε η εταιρία του "Γ.

Ρ. και Υιοί ΟΕ.", καθόσον από το δικό του όμορο ακίνητο, που του είχε μεταβιβάσει ο πατέρας του, δεν ήταν δυνατή η πρόσβαση για την μεταφορά των ως άνω υλικών και των πλοίων, λόγω της βραχώδους ακτής, κάτι το οποίο δεν υπήρχε στο σημείο εκείνο του ακινήτου της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης - ενάγουσας. Η Μ.

Π., θέλοντας να βοηθήσει τον αδελφό της, με τον οποίο είχαν άριστες σχέσεις, του επέτρεψε να χρησιμοποιεί το τμήμα αυτό του ακινήτου της ,στο οποίο ο Γ.ς Ρ., κατόπιν της χορηγηθείσας αδείας της Μ. Π., κατασκεύασε το έτος 1964 περίπου, για τον παραπάνω λόγο, ένα πρόχειρο παράπηγμα. Το γεγονός ότι η ως άνω αποθήκη κατασκευάστηκε αρχικά ως πρόχειρο παράπηγμα από το Γ.

Ρ., προκύπτει και από το περιεχόμενο της από 24-2-2002 επιστολής του δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος - εναγομένου, Ι. Ρ., προς την εφεσίβλητη - ενάγουσα, (κατόπιν διαμαρτυρίας της τελευταίας για την δήλωση του επιδίκου στο Κτηματολόγια ως δική του ιδιοκτησία), ότι "δήλωσα μόνο ένα δωμάτιο (σύρμα) το οποίο είχε ξεκινήσει ο πατέρας μου (εννοείται ο Γ.

Ρ.) και για το οποίο εγώ έβγαλα άδεια, αυτό όπως ξέρεις βρίσκεται στο χώρο του αιγιαλού, όπου ανέκαθεν προ 50 ετών χρησιμοποιούσε και είχε διαμορφώσει ο πατέρας μου για να τραβά στη στεριά τις βάρκες και το καΐκι που χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του, ακόμη και σήμερα υπάρχει η σχάρα τα βαρούλκα και εκεί βρίσκεται το σύρμα το οποίο έφτιαξα"...Η αρχική πρόχειρη κατασκευή, που είχε κατασκευασθεί από τον Γ.

Ρ., για εκτέλεση εργασιών - μεταβλήθηκε το 1974, μετά τον επισυμβάντα στις 10-7-1973 θάνατο του Γ. Ρ., σε αποθήκη, που καλύφθηκε με πλάκα, τις δε εργασίες εκτέλεσε ο εργολάβος Ε. Π. ... Η χρήση της εν λόγω αποθήκης για τον παραπάνω σκοπό συνεχίστηκε μέχρι το 1980 περίπου, όταν πλέον η ως άνω ομόρρυθμος εταιρία των δύο αδελφών Ρ., Σ.

και Ι., (μετά το θάνατο του πατέρα τους Γ. Ρ. στις 10-7-1973) ξεκίνησε να χρησιμοποιεί, για τις εν λόγω εργασίες της (συντήρησης των σκαφών της εταιρίας), μια "σκάλα" στη θέση .... Στη συνέχεια, μεταξύ των ετών 1980 και 2000, η παραπάνω επίδικη αποθήκη αποτελούσε χώρο εναπόθεσης των εργαλείων και αλιευτικών σκαφών του πατέρα του εκκαλούντος - εναγομένου, Ι.

Ρ., ο οποίος και τη συντηρούσε, γεγονός που η εφεσίβλητη - ενάγουσα, αλλά και η μητέρα της, γνώριζαν, βασιζόμενες στην αρχική συμφωνία μεταξύ Μ. Π. και Γ. Ρ., αλλά και αντιλαμβανόμενες τούτο κατά τις σποραδικές επισκέψεις τους στην Ελλάδα, καθώς οι σχέσεις τους με αυτόν εξακολουθούσαν να είναι αγαστές μέχρι το 2000 περίπου, καθώς μέχρι τότε δεν είχε ανακύψει ζήτημα αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας - ενάγουσας στην εν λόγω περιοχή από τους δικαιοπαρόχους του εκκαλούντος - εναγομένου και πίστευαν αυτές, ήτοι αρχικά η Μ.

Π. και στη συνέχεια η εφεσίβλητη - ενάγουσα, ότι γίνεται χρήση από αυτούς του επιδίκου, δυνάμει της ως άνω συμφωνίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 2000 περίπου, οι σχέσεις μεταξύ της εκκαλούσας - ενάγουσας και του Ι. Ρ., δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος - εναγομένου, διαταράχθηκαν και η πρώτη του έστειλε σχετική επιστολή, διαμαρτυρόμενη για τη δήλωση που υπέβαλε αυτός στο Κτηματολόγιο για το επίδικο ακίνητο, δηλώνοντάς το ως δική του ιδιοκτησία, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της επί του επιδίκου.

Σημειώνεται ότι η ως άνω επιστολή δεν προσκομίζεται, ωστόσο η ύπαρξη και το περιεχόμενο της προκύπτει από την από 24-1-2002 έγγραφη απάντηση, στην εν λόγω επιστολή του Ι. Ρ. προς την εκκαλούσα - ενάγουσα. Κατόπιν της επιστολής αυτής ο Ι. Ρ. γνωστοποίησε σ’ αυτή ότι "εγώ δεν δήλωσα στο κτηματολόγιο τίποτα που αφορά ή έχει σχέση με την περιουσία σου (αμπέλια), δήλωσα μόνο ένα δωμάτιο (σύρμα), το οποίο είχε ξεκινήσει ο πατέρας μου και για το οποίο εγώ έβγαλα άδεια αυτό όπως ξέρεις βρίσκεται στο χώρο του αιγιαλού, όπου ανέκαθεν προ 50 ετών χρησιμοποιούσε και είχε διαμορφώσει ο πατέρας μου για να τραβά στη στεριά τις βάρκες και το καΐκι που χρησιμοποιούσε για τις δουλειές του, ακόμη και σήμερα υπάρχει η σχάρα, τα βαρούλκα και εκεί βρίσκεται το σύρμα το οποίο έφτιαξα", δηλαδή ότι δεν αντιποιείται τη δική της νομή, αλλά ότι υπέβαλε σχετική δήλωση στο Κτηματολόγιο για την επίδικη αποθήκη, που κατ’ αυτόν, βρίσκεται επί του αιγιαλού, δηλαδή εκτός του δικού της κτήματος, με αποτέλεσμα η όποια διαφορά να αφορά τον ίδιο και το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο ανήκει ο αιγιαλός ως κοινόχρηστο πράγμα, γεγονός αναληθές, το οποίο γνώριζε καλώς ο Ι.

Ρ., καθότι, όπως προκύπτει από το από 25-8-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Γ., ελεγμένο από την επιβλέπουσα πολιτικό μηχανικό Θ. Μ. στις 18-5-2009 και θεωρημένο από τον προϊστάμενο Τ.Υ.Δ.Κ. στις 12-3-2010, συνταχθέν για την χάραξη αιγιαλού και παραλίας στον οικισμό "... -..." κοινότητας ..., το επίδικο ακίνητο δεν βρίσκεται εντός αιγιαλού και παραλίας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε στην εν λόγω επιστολή ο Ι.

Ρ., αλλά βρίσκεται εντός του μείζονος ακινήτου της εφεσίβλητης - ενάγουσας, και επιπλέον δεν δήλωσε στο κτηματολόγιο μόνο την αποθήκη ως ιδιοκτησία του, όπως αβάσιμα ανέφερε στην ως άνω επιστολή του, αλλά δήλωσε ως ιδιοκτησία του και τον περιβάλλοντα αυτήν οικοπεδικό χώρο εκ 151 τμ. Στη συνέχεια ο Ι. Ρ. προέβη σε διάφορες επισκευές της επίδικης αποθήκης καθώς και στην περίφραξη του επιδίκου ακινήτου με ξερολιθιά, ώστε να φαίνεται ως τελείως άλλη ιδιοκτησία από αυτήν του μείζονος ακινήτου της εφεσίβλητης ενάγουσας.

Συνεπώς, το 2000 για πρώτη φορά η εκκαλούσα - ενάγουσα έλαβε γνώση της αντιποίησης της νομής της από το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος - εναγομένου, Ι. Ρ. ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα, ο οποίος (Ι. Ρ.) αρχικά, μετά το θάνατο στις 10-7-1973 του πατέρα του, Γ. Ρ., κατείχε το επίδικο στο όνομά της , δηλαδή ασκούσε τη νομή του επιδίκου ακινήτου όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα, σε συνέχεια της συμφωνίας του πατέρα του με τη μητέρα της εφεσίβλητης - ενάγουσας (ΑΚ ...), με συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη , να θεωρείται ότι δεν έχει απωλέσει, τόσο η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας, όσο και η τελευταία, τη νομή της επ’ αυτού μέχρι το ως άνω χρονικό σημείο( 2000), καθόσον, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, στην περίπτωση ακινήτου, η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του.

Άλλωστε, κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε σχετικά με την επιβεβαίωση του ισχυρισμού του εκκαλούντος - εναγομένου ότι ο παππούς του, Γ. Ρ. είχε αποκτήσει το 1973 την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος και ότι το μεταβίβασε άτυπα, λόγω δωρεάς, στο υιό του Ι., λίγους μήνες πριν το θάνατο του. Συγκεκριμένα, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. .../1943 δημόσια διαθήκη του Σ.

Ρ., το ανατολικό τμήμα του ακινήτου του, από την οικία και το αμπέλι μέχρι την παραλία και το δημόσιο δρόμο, που περιλαμβάνει και το επίδικο εδαφικό τμήμα, αφέθηκε στη μητέρα της εφεσίβλητης - ενάγουσας, Μ. Π., καθώς πέραν αυτού προς τα ανατολικά, δεν υπάρχει άλλη ιδιοκτησία της Μ. Π. ή των κληρονόμων Σ. Ρ., ενώ το δυτικό τμήμα του όλου ακινήτου του, ο Σ.

Ρ. το μεταβίβασε εν ζωή στο γιο του Γ. Ρ. (πατέρα του Ι. Ρ. και παππού του εκκαλούντος - εναγομένου ). Άλλη ιδιοκτησία στην εν λόγω περιοχή δεν αποδείχθηκε ότι είχε ο Γ.ς Ρ., ώστε να τη μεταβιβάσει το 1973, στο υιό του Ι. και μάλιστα με άτυπη δωρεά. Μετά το θάνατο του Σ. Ρ. το 1959, η Μ. Π. δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά, με συνέπεια να θεωρείται ότι την αποδέχθηκε, χωρίς όμως να προβεί σε μεταγραφή δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ή άλλου πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτει η αποδοχή της, ώστε να περιέλθει το όλο ακίνητο αλλά και το επίδικο εδαφικό \τμήμα σ’ αυτή με παράγωγο τρόπο.

Ωστόσο, με το θάνατο του πατέρα της, Σ. Ρ., μεταβιβάστηκε σ’ αυτή αυτοδικαίως, κατ’ άρθρο 983 ΑΚ, η νομή του όλου ακινήτου, όπως και του επίδικου τμήματος του, και ειδικότερα δε ως προς το επίδικο τμήμα από το 1964 και εφεξής αυτή ασκούσε τη νομή επ’ αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως, μέσω του αδελφού της, Γ. Ρ. και των τέκνων του, Σ.

και Ι., που προέβαιναν στις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις επ’ αυτού (ανέγερση παραπήγματος, μετατροπή του σε αποθήκη, έκδοση άδειας οικοδομής, συντήρηση σκαφών κλπ.), αλλά και επί του υπόλοιπου τμήματος, με την ανάθεση της συντήρησης του αμπελιού και της εν γένει επίβλεψης του. Μάλιστα, κατά τις σποραδικές επισκέψεις της στην Ελλάδα η μητέρα της εκκαλούσας - ενάγουσας, που κατοικούσε μόνιμα στις ΗΠΑ, επισκεπτόταν το ως άνω ακίνητο και το επέβλεπε.

Άλλωστε και οι μάρτυρες Γ. Μ., Ι. Κ. και Ε. Π. με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους , κατέθεσαν ότι οι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος - εναγομένου κατείχαν την επίδικη αποθήκη και προέβαιναν στις παραπάνω διακατοχικές πράξεις, όπως ανέγερση παραπήγματος, μετατροπή του σε αποθήκη, έκδοση άδειας οικοδομής, συντήρηση σκαφών κλπ, πράξεις που πράγματι διενεργήθηκαν από αυτούς, πλην όμως αυτές , όπως προαναφέρθηκε , έγιναν, όχι διανοία κυρίου, αλλά λόγω της προαναφερομένης παρακλητικής σχέσης και συμφωνίας.

Ως εκ τούτου η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - ενάγουσας, Μ. Π., μέχρι το χρόνο του θανάτου της, το 1990, είχε καταστεί κυρία του ως άνω ακινήτου (και του επίδικου τμήματος του), με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν αυτό διανοία κυρίου ,πέραν της εικοσαετίας. Στη συνέχεια, η εφεσίβλητη - ενάγουσα ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, κατέστη κυρία του μείζονος ακινήτου και του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, καθώς με την προαναφερόμενη νόμιμα μεταγραφείσα δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αποδέχθηκε την επαχθείσα σ’ αυτή κληρονομιά της μητέρας της, αλλά και νομέας του (ΑΚ 983).

Το 1992 υπέβαλε δήλωση φόρου κληρονομιάς για το εν λόγω ακίνητο, το οποίο καταχωρήθηκε στη δήλωση, ως προς την περιγραφή και την έκταση, ως παλιά οικία δύο δωματίων οικοπέδου 40 τ. μ. και συνεχόμενη άμπελος ενός ημερομισθίου 400 μ. περίπου οριζόμενα με Μ. Π., δρόμο και θάλασσα στη θέση "...", χωρίς καμία αναφορά για ύπαρξη ιδιοκτησίας του Ι.

Ρ. προς την πλευρά της θάλασσας και συνέχισε να το επισκέπτεται, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα (βλ. και τις ένορκες βεβαιώσεις της Σ. Σ. και του Σ. Β.). Περαιτέρω, οι όποιες διακατοχικές πράξεις, που ασκούσε ο Ι. Ρ. επί του επιδίκου, τεκμαίρεται ότι γινόταν δυνάμει της προαναφερόμενης παρακλητικής σχέσης στο όνομά της, κατόπιν αδείας αρχικά της Μ.

Π. και στη συνέχεια της εφεσίβλητης - ενάγουσας και όχι διανοία κυρίου, μέχρι το 2000, οπότε η τελευταία πληροφορήθηκε την αντιποίηση της νομής της από αυτόν. Έκτοτε, απωλέσθηκε η νομή του επιδίκου από αυτή και έλαβε χώρα η\αποβολή της, καθόσον τόσο ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - εναγομένου, όσο και ο τελευταίος κατέχοντας το τμήμα αυτό του ακινήτου, ιδίω ονόματι και αρνούμενος να το αποδώσει στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, προσβάλλει το επ αυτού δικαίωμα κυριότητας, το οποίο η τελευταία απέκτησε, αναδρομικώς από το θάνατο της κληρονομουμένης με τη μεταγραφή της ανωτέρω αποδοχής κληρονομιάς.

Κατά συνέπεια η εφεσίβλητη - ενάγουσα είναι κυρία του επίδικου με ΚΑΕΚ ... ακινήτου με παράγωγο τρόπο και έπρεπε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου και να της αποδοθεί αυτό, αφετέρου δε να διορθωθεί σχετικά η εσφαλμένη πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του με την καταχώριση της ιδίας ως κυρίας αυτού".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά βάσιμη και ακολούθως απέρριψε την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με τους δεύτερο κύριο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, τέταρτο και πέμπτο (κατά την ορθή εκτίμηση αυτού) πρόσθετους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, ειδικότερα, ότι αποφάνθηκε επί ανύπαρκτης βάσης της αγωγής ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο και στην εντός αυτού αποθήκη, δεχόμενο περιστατικά που δεν περιλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή (ύπαρξη παρακλητικής σχέσης από το έτος 1980 και άσκηση νομής δια αντιπροσώπου για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, μέχρι την άσκηση της αγωγής και αντιποίησης της νομής της ενάγουσας).

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και της εντός αυτού αποθήκης με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), που αποτελεί και τη μοναδική βάση της ένδικης αγωγής, τα δε περιστατικά, στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων δεν συνιστούν νέα μη προταθείσα αγωγική βάση, επί της οποίας παρά το νόμο αποφάνθηκε το Εφετείο, αλλά περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της για την παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής της ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της, εξαιτίας της αμφισβήτησης της από τον αναιρεσείοντα, και που έγιναν δεκτά ως βάσιμα από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, και αποδίδουν στο Εφετείο την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη περιστατικά, αναφορικά με τον (παράγωγο και πρωτότυπο, αντίστοιχα) τρόπο κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη και τη δικαιοπάροχο μητέρα της, αντίστοιχα (μη μεταγραφή πράξης αποδοχής κληρονομιάς, με μνεία του επίδικου ακινήτου, από την αναιρεσίβλητη και τη δικαιοπάροχο της, μη επίκληση πράξεων νομής της τελευταίας που να αφορούν στο πιο πάνω ακίνητο), τα οποία δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον δεν συνιστούν "πράγματα", με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1182/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) της .../1992 αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π. και 2) της από 21/4/1992 δήλωσης φόρου κληρονομιάς της ενάγουσας, από τα οποία προκύπτει ότι η τελευταία δεν συμπεριέλαβε το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού αποθήκη στην κληρονομιαία περιουσία της και, συνεπώς, εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα αυτών με παράγωγο τρόπο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο ορθώς τα ανέγνωσε, από την εκτίμηση όμως των εγγράφων αυτών σε συνδυασμό και με τα άλλα αναφερόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, λοιπά έγγραφα) κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Επομένως ο έκτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, στο σύνολο τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αρχικώς αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/8/2016 αίτηση και τους από 9/2/2017 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 34/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αρχικώς αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ