Legislator Case Law & Legislation
179/2008 AI generated

179/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 179/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11723/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 781/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

179/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 179 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 179/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Της Ε. Ε. με την επωνυμία ".......... Ε. Ε. " που εδρεύει στο ......... Θεσσαλονίκης, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ1, 3. Χ2 και 4. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Κατσιάρα. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαβούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11723/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 781/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης 781/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, καθώς και η αντέφεση που άσκησε στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου ο ενάγων-αναιρεσίβλητος και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση 11723/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εξαφανίστηκε και ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων και ημερομίσθια στο πενθήμερο απασχόλησης, διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων και ημερομίσθια Σαββάτου, διαφορές δεδουλευμένων ημερομισθίων και ημερομίσθια Κυριακής, προσαύξηση απασχόλησης ημερών Κυριακής και εξαιρεσίμων εορτών, προσαύξηση αμοιβής νυκτερινής εργασίας, αμοιβή πρόσθετης εργασίας υπερεργασίας, υπερωριακής και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας, αποζημιώσεις αδείας, διαφορά αποζημίωσης απόλυσης και παροχές σε είδος, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να διευκρινίζει αν ο περιορισμός έγινε αναλογικά κατά κλάσμα ή εκατοστοσιαίο ποσοστό του όλου αιτήματος, με συνέπεια την αοριστία της αγωγής.

Οι αναιρεσείοντες όμως δεν είχαν προτείνει τον ισχυρισμό για αοριστία της αγωγής ούτε στο πρωτόδικο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων, ούτε στο δευτεροβάθμιο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης αυτών και τα δικαστήρια της ουσίας δεν είχαν υποχρέωση να εξετάσουν την αοριστία αυτεπαγγέλτως, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται με το αναιρετήριο.

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης επομένως είναι απορριπτέος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι λανθασμένα ανέγνωσε το βιβλίο αδειών της επιχείρησής τους και τις αποδείξεις πληρωμής που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν για την απόδειξη των αποδοχών και των επιδομάτων αδείας, πλην όμως δεν αναφέρουν το αληθινό και πλήρες περιεχόμενο των εγγράφων αυτών (βιβλίο αδειών και αποδείξεις) αλλά περικοπές και παραπομπές σε στήλες, έτσι ώστε δεν υπάρχει δυνατότητα να κριθεί αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.

Ο λόγος επομένως είναι αόριστος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα το σχετικό με το ωράριο απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει.

Επομένως, το εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται τα έγγραφα και το περιεχόμενο αυτών και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο για να κριθεί αν υπάρχει εσφαλμένη ανάγνωση και όσα αναφέρονται για τις καταθέσεις των μαρτύρων, και την εκτίμηση των εγγράφων δεν αποτελούν παραμόρφωση εγγράφου αλλά υπό την επίφαση της επίκλησής των πλήττεται η μη ελεγχόμενη αναιρετικώς αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο πλήρεις οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση και από ποια μέρη της αιτιολογίας προκύπτουν (ΟλΑΠ 20/2005), αλλά γίνεται σχολιασμός των προκυπτόντων κατά την άποψη των αναιρεσειόντων από τα αποδεικτικά μέσα, και με τον τρόπο αυτό πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει, εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, να καθορίζεται και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την αξίωση του ενάγοντος για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση κατά το πενθήμερο και τις ημέρες του Σαββάτου και Κυριακής καθώς και για την εργασία τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες διότι Α) δέχεται ότι η επιχείρηση λόγω των υψικαμίνων ανοικτού τύπου, λειτουργούσε επί 24ωρης βάσης με δύο εναλλασσόμενες βάρδιες, καθόσον ήταν καθαρά οικογενειακή επιχείρηση και δεν απασχολούσε πολλά τρίτα άτομα πέραν των μελών της οικογένειας και των μελών της οικογένειας των προηγούμενων ιδιοκτητών της, η εργασία των οποίων ήταν μεν χειρωνακτική πλην όμως δεν ήταν εξουθενωτική και συνεχής, αλλά απλώς απαιτούσε παρουσία των εργαζομένων στο χώρο εργασίας προκειμένου να λειτουργεί και η υψικάμινος, η επανεκκίνηση της οποίας ήταν δαπανηρή, μπορούσε δε να ανταπεξέλθει σ' αυτήν την εργασία οποιοσδήποτε εργαζόμενος ήταν γνώστης του συγκεκριμένου είδους της απασχόλησης Β) δέχεται ότι ο ενάγων δεν ήταν απλός εργάτης αλλά βοηθός χειριστού φορτωτή και εξ αυτών των δύο πραγματικών γεγονότων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 7 ημέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό, επί 12 ώρες καθημερινά, πάντα νυκτερινές ώρες και εξ αυτών επιδικάζει τις αντίστοιχες αμοιβές για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας για όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές, υπερεργασία και υπερωρίες όλες τις ημέρες της εβδομάδας.

Οι αιτιολογίες αυτές κατά τους αναιρεσείοντες είναι αντιφατικές και ανεπαρκείς διότι καμία υψικάμινος τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια είναι ανοικτού τύπου, αλλά όλες οι ασβεστοποιϊες διαθέτουν υψικάμινο κλειστού τύπου, και διότι ο βοηθός χειριστού δεν είναι δυνατόν να θεωρείται γνώστης του αντικειμένου, ώστε να είναι απαραίτητη η παρουσία αυτού συνεχώς.

Με τον τρόπο αυτό οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αλλά απλώς διατυπώνουν άποψη διαφορετική από εκείνη στην οποία κατέληξε το δικαστήριο και γι' αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος.

Ο συνεχόμενος με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασάφειες και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρονικό διάστημα που τελικώς επιδικάζονται αμοιβές της υπερεργασίας και για ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το εφετείο κατά την επιδίκαση των προαναφερόμενων αποδοχών έθεσε νομίμως ως βάση υπολογισμού την εβδομάδα πέντε ημερών, ενώ ο υπολογισμός στον οποίο προβαίνουν οι αναιρεσείοντες θέτει ημέρες, ανεξαρτήτως του ότι στο κονδύλιο που αφορά τις υπερεργασίες περιέχεται και λάθος που δεν υπάρχει στην απόφαση ( κονδύλιο 6Α 8 ώρες ανά εβδομάδα επί 8 εβδομάδες και όχι 8 ώρες ημερησίως επί 8 εβδομάδες που αναγράφεται στο αναιρετήριο). Ο λόγος αυτός της αναίρεσης επομένως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία .......... ΕΕ, του Χ1, Χ2 και του Χ3 για αναίρεση της 781/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ