Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and evidence evaluation grounds in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by siblings against their sister's claim of ownership over a family property. The lower court ruled in favor of the sister, rejecting the siblings' lawsuit based on sufficient evidence including witness testimonies and official documents. The court held that the appellate court did not lack a legal basis and properly evaluated the evidence without requiring specific analysis of each proof item.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(19) & 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure: An appeal on lack of legal basis is unfounded if the decision contains sufficient reasons for review, while an appeal on evidence evaluation is unfounded when the court's assessment is clear and all submitted documents were considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 179 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 179/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Ν. του Β. και 2) Γ. Ν. του Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Ε. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσιδάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1992 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας, 171/96 προδικαστική, 384/2001 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 81/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τέτοιος όμως λόγος δεν ιδρύεται για ελλείψεις, αντιφάσεις ή ανεπάρκεια αιτιολογιών αναγομένων στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, εκτός αν αυτό δεν είναι σαφές και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων και πατέρας τους Β. Ν., ο οποίος αποβίωσε στις 28-10-1991, και η εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη ήταν αδέλφια. Το έτος 1953 διέμειναν άτυπα την κληρονομιαία περιουσία και έλαβαν όμορα ακίνητα ίσης εκτάσεως στην κτηματική περιφέρεια Γεωργιούπολης Αποκορώνου Νομού Χανίων.
Επί του ακινήτου των εναγόντων, 440 τ.μ. περίπου, έχει ανεγερθεί οικοδομή, η οποία αποτελείται από υπόγειο επιφάνειας 170 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 170 τ.μ. και τη στήλη αέρος και η οποία οικοδομή έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας με το υπ' αριθμ. .../19-7-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Κωνσταντίνας Μετζιδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Οι ενάγοντες τυγχάνουν κύριοι των ειδικότερων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών με τα αναλογούντα σε αυτές ποσοστά συγκυριότητας επί του κοινού ακινήτου και τα οποία ανέρχονται συνολικά σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, έχοντας αποκτήσει αρχικά μεν την ψιλή κυριότητα με τα υπ' αριθμ. ... και .../19-7-1991 συμβόλαια της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, εξ αιτίας γονικής παροχής, από τον πατέρα τους, ο οποίος είχε παρακρατήσει την επικαρπία εφ' όρου ζωής του, κατά πλήρη δε κυριότητα μετά το θάνατο του πατέρα τους και την αυτοδίκαιη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα.
Το επίδικο αποτελεί εδαφική λωρίδα σχήματος παραλληλογράμμου εκτάσεως 75 τ.μ. περίπου, η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων. Το ακίνητο της εναγομένης βρίσκεται δυτικά και βόρεια του ακινήτου των εναγόντων και υψηλότερα σε σχέση προς αυτό, όπως το τελευταίο έχει διαμορφωθεί σήμερα, δηλαδή μετά την ανέγερση επ' αυτού οικοδομής, η οποία βρίσκεται στο στάδιο του σκελετού.
Η επίδικη εδαφική λωρίδα παρεμβάλλεται ειδικότερα μεταξύ της δυτικής πλευράς του ακινήτου των εναγόντων και της νοτιοανατολικής πλευράς του ακινήτου της εναγομένης. Οι ενάγοντες έχουν προβεί στη διαμόρφωση με τσιμεντόστρωση του από δυσμάς μη αμφισβητούμενου ακάλυπτου χώρου του ακινήτου τους που συνορεύει με την επίδικη λωρίδα.
Επίσης έχουν προβεί στην κατασκευή τσιμεντένιου τοιχίου κατά μήκος του βορείου τμήματος της οριογραμμής του ακινήτου τους και της επίδικης λωρίδας, ενώ στο υπόλοιπο τμήμα της οριογραμμής, βρίσκονται ανισόπεδα τοποθετημένοι χαμηλοί πλίνθοι. Στον από βορρά ακάλυπτο χώρο του ακινήτου τους οι ενάγοντες έχουν προβεί ομοίως στην τσιμεντόστρωση αυτού και κατά μήκος της προς βορρά οριογραμμής του ακινήτου τους και του ακινήτου της εναγομένης στην κατασκευή τσιμεντένιου τοιχίου.
Η δε εναγομένη στο μέσο περίπου της οριογραμμής του ακινήτου της και της προς ανατολάς αυτού επίδικης εδαφικής λωρίδας, στα πλαίσια της κατά το παρελθόν ανεγέρσεως οικοδομής, προέβη στην κατασκευή "γωνιαίου" τοιχίου αντιστηρίξεως. Η μια πλευρά αυτού, μήκους 1-2 μ. περίπου, εκτείνεται επί της ανωτέρω οριογραμμής, η δε άλλη κάθετη της πρώτης πλευράς του υπερδιπλάσιου μήκους εκτείνεται με κατεύθυνση προς δυσμάς εντός του ακινήτου της.
Τέλος, το ακίνητο της εναγομένης διαχωρίζεται με το όμορο προς νότο ακίνητο ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου με περίφραξη παλαιά συρματοπλέγματος, η οποία εκτείνεται και κατά μήκος της νότιας πλευράς της επίδικης εδαφικής λωρίδας, η οποία επίσης διαχωρίζεται με την ίδια περίφραξη από το τρίτο ακίνητο. Επίσης δέχθηκε ότι το επίδικο συνορεύει βόρεια όχι με δημοτικό δρόμο, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά με ιδιοκτησία της εναγομένης, γεγονός που αποδεικνύεται και από το από 28-6-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές της εναγομένης και του πατέρα των εναγόντων και με το οποίο η πρώτη πώλησε στον δεύτερο εδαφική λωρίδα πλάτους 1,40 μ.
και μήκους 20μ. από το νότιο τμήμα του ακινήτου της και συνορεύουσα με το βόρειο τοίχο της οικοδομής του δεύτερου. Επιπλέον, το επίδικο συνορεύει και με ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα με ακίνητο Ι. Σ.. Περαιτέρω δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, παρότι έχουν προβεί στην τσιμεντόστρωση του προς δυσμάς και προς βορρά ακάλυπτου χώρου του ακινήτου τους, δεν έχουν προβεί στην τσιμεντόστρωση της επίδικης εδαφικής λωρίδας.
Δεν αποδεικνύεται δε ο ισχυρισμός τους ότι το επίδικο καλύπτεται από εγκαταστάσεις της οικοδομής τους και συγκεκριμένα από διάδρομο που οδηγεί στο υπόγειο. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι το επίδικο καλύπτεται από χώματα προερχόμενα από εκσκαφές για την ανέγερση της οικοδομής στο ακίνητο της εναγομένης.
Επιπλέον προκύπτει ότι τα ακίνητα των διαδίκων διαχωρίζονται με τοιχίο, το ο οποίο κατασκευάστηκε από τους ενάγοντες περί τα έτη 1978-1979, σε αντικατάσταση των προϋπαρχόντων πασσάλων, οι οποίοι αποτελούσαν το διαχωριστικό όριο των ακινήτων αυτών. Ακόμη τα δυο ακίνητα διαχωρίζονται και με φυσικό όριο, αφού το ακίνητο της εναγομένης βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το ακίνητο των εναγόντων.
Εξάλλου, το ακίνητο της εναγομένης διαχωρίζεται από το όμορο προς νότο ακίνητο με περίφραξη παλαιού συρματοπλέγματος, η οποία εκτείνεται και κατά μήκος της νότιας πλευράς της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα εμπεριέχεται στο ακίνητο της εναγομένης, όπως άλλωστε κατέθεσε ρητά ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάμου και ο Γ.
Ν., αδελφός της εναγομένης και του πατέρα των εναγόντων, ο οποίος προέβη στην άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το έτος 1953. Από το έτος αυτό και εφεξής επί 20 τουλάχιστον χρόνια η εναγομένη ασκεί επί του επιδίκου με διάνοια κυρίας όλε στις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις ιδίως ρίχνοντας χώματα επ' αυτού, έχοντας έτσι αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε βάσιμη κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και έκρινε αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των περί κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διατάξεων, οι δε επικαλούμενες ελλείψεις, αντιφάσεις και ανεπάρκεια των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, το οποίο όμως είναι σαφές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός απ' αυτά και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, από δε τη μη μνεία στην απόφαση κάποιου εγγράφου δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι το έγγραφο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι α) τα πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βάμου στο οποίο αρχικά εισήχθη η υπόθεση και στη συνέχεια παραπέμφθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος τους που περιέχει τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Μ.
Κ. και Γ. Ν., οι οποίες καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και όχι προς άμεση απόδειξη, β) τις από τους αναιρεσείοντες προσκομισθείσες φωτογραφίες, που απεικονίζουν το επίδικο, γ) την προσκομισθείσα οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε για την ανέγερση της οικοδομής των αναιρεσειόντων και το σχετικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι.
Π., και δ) τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος του που περιέχει την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Ι. Π.. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 20904 αίτηση των Σ. Ν. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της ανιαρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ