Legislator Case Law & Legislation
1799/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding debt acknowledgment validity and statute of limitations interruption.

Case Number 1799/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two anonymous companies against the Athens Court of First Instance's labor dispute judgment. The appellants argued that the president of the board lacked authority to acknowledge the debt and that the statute of limitations had expired, but the court found these claims unsupported. The court ruled that the president's actions were binding on the company and that the law does not require written form for interrupting the statute of limitations, thus rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 260 of the Civil Code: The Supreme Court holds that a company's president may validly acknowledge a debt binding the entity, and such acknowledgment interrupts the statute of limitations regardless of whether it is written or verbal.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal statute of limitations interruption debt acknowledgment validity corporate authority limits civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 260 of the Civil Code
Article 873 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1799 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1799/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... ... Α.Ε.", που εδρεύει στην …… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ε. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-12-2005 και από 30-12-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 536/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3879/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρείες με την από 24-12-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11939/996/28-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3879/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-5-2016 με αριθ.

καταθ. δικογρ. 2008/2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου -ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 536/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχαν απορριφθεί οι συνεκδικασθείσες α) από 15-12-2005 με αριθ. καταθ. 205137/5080/2015 εργατική αγωγή του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος Ι. Ε. κατά του Ν. Χ.

και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που απορροφήθηκε από την πρώτη, με την οποία ζητούσε να του επιδικαστεί το ποσό των 423.906 €, εντόκως, για διαφορές δεδουλευμένων από 1-1-1995 έως 28-2-2000 και μη χορηγηθείσες άδειες των ετών 1995-1999 ως στέλεχος της επιχείρησης, λόγω παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος.

Σημειώνεται ότι η αγωγή αυτή μετά από πολλές ματαιώσεις και αναβολές, στη συνέχεια με την από 18-3-2008 και με αριθ. καταθ. 1371/2008 κλήση του ενάγοντος είχε επανέλθει προς συζήτηση, στρεφόμενη πλέον, λόγω των μεταβολών που επακολούθησαν, κατά των κληρονόμων του Ν. Χ. (μη διάδικοι τώρα), της ... ... (ήδη 1η αναιρεσείουσα) ως καθολικής διαδόχου της ...

δι' απορροφήσεως και της ... ... (ήδη 2η αναιρεσείουσα) λόγω μεταβίβασης του κατασκευαστικού κλάδου της

προηγούμενης σ' αυτή, και β) από 30-12-2008 με αριθ. καταθ. 236717/6392/2008 εργατική αγωγή του ίδιου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κατά της ... ... ως καθολικής διαδόχου των ΑΕ ..., ... και ... ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ, με την οποία ζητούσε (όπως περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής) για διαφορές δεδουλευμένων χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 10-10-2008 και για διαφορά αποζημίωσης καταγγελίας, συνολικά 282.211,14 €, εντόκως λόγω αοριστίας. Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα 118.243,91 € εντόκως, σε βάρος των εναγομένων εταιρειών, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και απέρριψε τη δεύτερη (αγωγή). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος - ήτοι για το ένδικο της α' αγωγής χρονικό διάστημα των ετών 1995 μέχρι και Φεβρουάριο του 2002 - κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Στις 12-10-1988 ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία με την επωνυμία ...

ΑΕ - ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, μία εκ των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του ομίλου - συγκροτήματος του Ν. Χ. - Χ. Α. ιδιοκτητών του Ομίλου Εταιρειών "... ΑΕ - ... ΑΕ", προκειμένου να ασχοληθεί με τα οικονομικά του ομίλου έναντι αμοιβής 10.000.000 δραχμών ετησίως. [...]. Ενόψει των αυξημένων καθηκόντων του, αναπροσαρμόστηκε η αμοιβή του ενάγοντα - καθώς και έτερων υψηλόβαθμων στελεχών - τα οποία δεν διατηρούσαν συγγενικές σχέσεις με τους μεγαλομετόχους - και καθορίστηκε στο ποσό των 100.000 δολαρίων ετησίως καταβαλλόμενη σε 14 δόσεις σύμφωνα με την ισοτιμία δολαρίου δραχμής που θα ίσχυε κατά το χρόνο καταβολής.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι ένα μέρος των αποδοχών του θα εμφανιζόταν ως επίσημος μισθός στις μισθολογικές καταστάσεις της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα, από τον υπεύθυνο για τις καταβολές αδελφό του Ν. Χ., Α. Χ.. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι για τις καταβολές αυτές συντασσόταν μία απλή απόδειξη επί της οποίας υπέγραφε ο ενάγων και παρέμεινε εις χείρας του Α.

Χ.. [...] Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα - επικαλούμενη οικονομικές δυσκολίες - μηνιαίως μόνο το μισθό που εμφανιζόταν στις μισθολογικές καταστάσεις και προέβαινε σε έκτακτες καταβολές των ποσών που αφορούσαν τις αμοιβές εκτός αυτών. [...] Συνολικά ο ενάγων έλαβε το ποσό των 98.758.600 δραχμών, οφείλεται δε σε αυτόν το ποσό των 139.050.239 - 98.758.600 = 40.291.639 δραχμές ήτοι 118.243,91 ευρώ. [...] Περαιτέρω από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι λόγω οικονομικών δυσχερειών η εταιρεία ...

ΑΕ θα μεταβιβαζόταν στην Εταιρεία ... ΑΕ στην οποία από 1-3-2000 θα εργαζόταν και ο ενάγων. Προς τούτο και ενόψει της συγχώνευσης δια απορροφήσεως της εργοδότριας εταιρείας, ο ενάγων, προκειμένου να μην παραγραφούν οι αξιώσεις του για τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, όχλησε εγγράφως στις 18-11-1999 τον Ν. Χ. - ο οποίος μετά το θάνατο του Χ.

Α. ήταν πλέον Πρόεδρος του ΔΣ της ... ΑΕ ζητώντας την καταβολή των οφειλομένων. Στις 13-12-2000 συναντήθηκαν ο Ν. Χ. οι κ. κ. Π. και Τ., Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αντίστοιχα, ιδιοκτήτες της εταιρείας ... και ο ενάγων. Στην εν λόγω συνάντηση ο Ν. Χ., αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας και σύμφωνα με όσα συνομολογεί ο ενάγων ζήτησε προθεσμία για την καταβολή του.

Σε τήρηση των συμφωνηθέντων καταβλήθηκε στον ενάγοντα έναντι της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας το Δεκέμβριο του έτους 2000 το ποσό των 10.000.000 δραχμών, τον Ιανουάριο του έτους 2001 το ποσό των 10.000.000 δραχμών και τον Ιανουάριο του 2002 το ποσό των 10.000.000 ευρώ. Άπαντες οι εναγόμενοι προέβαλαν παραδεκτά, ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα για καθυστερούμενους μισθούς, καθόσον με την υπό στοιχείο Α αγωγή διεκδικούνται αποδοχές χρονικού διαστήματος από το έτος 1995 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2000 - δεδομένου ότι από 1-3-2000 ως συνομολογεί ο ενάγων εργοδότης του ήταν η ... - ενώ η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 22-12-2005 (βλ.

τις με αριθ. 8525β και 8529β/22-12-2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Λ.). Ο ενάγων καθ' υποφορά στην υπό στοιχείο Α αγωγή, αλλά και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε παραδεκτά αντένσταση διακοπής της παραγραφής, η οποία είναι νόμιμη σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας και κατ' ουσίαν βάσιμη.

Αυτό διότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο έτερη οφειλή της εργοδότριας εταιρείας προς τον ενάγοντα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η μόνη οφειλή της ήταν οι δεδουλευμένες και μη εισέτι καταβληθείσες αποδοχές του.

Συνεπώς σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής εάν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας δεν είχε στις 13-12-2000 αναγνωρίσει την οφειλή δεν θα επακολουθούσαν καταβολές ύψους 30.000.000 δραχμών προς τον ενάγοντα. [...] Συνεπώς οι καταβολές αυτές συνιστούν πράξεις που εκδηλώνουν συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρείας δια του διευθύνοντος συμβούλου της προς τον ενάγοντα με την οποία εκφράζεται σαφώς η αναγνώριση της αξίωσής του και επιφέρουν διακοπή της παραγραφής. [...] Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2002 η εταιρεία ...

απορρόφησε την εταιρεία ... ΑΕ καθώς και άλλες 6 ανώνυμες εταιρείες (βλ. σχετικά ΦΕΚ 9791/25-9-2002 ΑΕ και ΕΠΕ). Με την ολοκλήρωση της παραπάνω συγχώνευσης όλο το προσωπικό των απορροφημένων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, συνέχισε να απασχολείται στην εταιρεία .... Ο ενάγων μεταξύ άλλων καθηκόντων συντόνιζε τα θέματα των εταιρειών στις οποίες συμμετείχε η ....

Το Μάρτιο του έτους 2006 η εταιρεία ... απορροφήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία ... Ανώνυμη Εταιρία ... (βλ. ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 2198/31-3-2006) (3η εφεσίβλητη και ήδη 1η αναιρεσείουσα) και ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται και στην εταιρεία αυτή. Το Φεβρουάριο του έτους 2008 ο κατασκευαστικός κλάδος της ... Ανώνυμη Εταιρία ...

αποσχίστηκε και απορροφήθηκε από την εταιρεία ... ΑΕ η οποία εν συνεχεία μετονομάστηκε σε ... ... ΑΕ (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1135/22-2-2008) εναγομένη της δεύτερης αγωγής (4η εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσείουσα) στην οποία εξακολούθησε να εργάζεται ο ενάγων μέχρι και τις 10-10-2008 οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη του ενάγοντα, συνεπάγεται υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα (άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, άρθρο 3 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 572/1988).

Ως εκ τούτου ο νέος εργοδότης υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, αρκούντος του γεγονότος ότι η επιχείρηση συνέχισε ως οικονομική μονάδα και διατήρησε την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων περιέλαβε σε κλήση του δυνάμει της οποίας επανέφερε την ματαιωθείσα αγωγή του κατά των δύο εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών).

Συνεπώς ο ενάγων δεν όφειλε να επικαλεστεί στην αγωγή του, την έννομη σχέση βάση της οποίας οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση καταβολής της ετήσιας αμοιβής του ενάγοντα, καθώς και την εκπροσώπηση και νομιμοποίηση των εταιρειών κατά την ανάληψη της, αφού η ευθύνη τους δεν θεμελιώνεται σε σύμβαση αλλά στην μεταβίβαση επιχείρησης και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγομένων κρίνονται απορριπτέοι. [...] Κατ' ακολουθία των παραπάνω η "..." η οποία απορρόφησε την εταιρεία "..." ευθύνεται για την νομιμότοκη καταβολή του ποσού των 118.243,91 ευρώ μέχρι και τις 28-2-2008, ενώ από 1-3-2008 ημερομηνία υπογραφής της νέας σύμβασης του ενάγοντα ευθύνεται αποκλειστικά η εταιρεία "... ... ΑΕ".

Συνεπώς η προβαλλόμενη εκ μέρους της "... ...Σ ΑΕ" ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης - η οποία συνιστά άρνηση της αγωγής - πρέπει να απορριφθεί. [...] Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση (α) αγωγή και να υποχρεωθούν αλληλέγγυα και εις ολόκληρο οι εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλλουν το ποσό των 98.243,91 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (και μέχρι την 28-2-2008 όσον αφορά την τοκοδοσία για την "...").

Κατά το άρθρο 4 § 1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων,

εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 75 §§ 1 και 2 του κ.ν.2190/1920, που προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987, και ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους (25-9-2002, 31-3-2006, 22-2-2008) από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση (ΑΠ 1688/2012, 14/2012, 377/2010, 318/2010).

Επομένως, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη περίπτωσης μεταβίβασης επιχείρησης και των συνεπεία αυτής αξιώσεων των εργαζομένων από την παροχή της εργασίας των στον μεταβιβάσαντα εργοδότη έναντι του τελευταίου και του διαδόχου εργοδότη, ευθυνομένων εις ολόκληρο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (αλλά και του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920), τα αποτελέσματα της συγχώνευσης εταιρειών επέρχονται κατά το κ.ν. 2190/1920 αυτοδίκαια τόσο για τις συμμετέχουσες εταιρείες, όσο και έναντι τρίτων, με συνέπεια η απορροφώσα εταιρεία να καθίσταται οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφουμένης εταιρείας και κατά συνέπεια, εάν η ως άνω συγχώνευση λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, η απορροφώσα εταιρεία να νομιμοποιείται ως διάδικος στην κλήση, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η αγωγή, που είχε ασκηθεί κατά της απορροφηθείσας εταιρείας πριν από τη συγχώνευση.

Επισημαίνεται ότι στην ένδικη υπόθεση δεν γεννάται ζήτημα εκ της παρ. 2 εδ. γ του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1920, που ορίζει ότι μετά την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης για τη συγχώνευση, η απορροφούμενη ή απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν, διότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην από 18-3-2008 κλήση του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, αλλά και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνο ο κατασκευαστικός κλάδος της εταιρείας ... (3η των καθών η κλήση - 1η αναιρεσείουσα) αποσπάσθηκε από αυτήν και απορροφήθηκε από την εταιρεία ...

ΑΕ, η οποία στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε ... ΑΕ (4η των καθών η κλήση - 2η αναιρεσείουσα) και κατά συνέπεια η πρώτη των ως άνω εταιρειών εξακολουθεί να υφίσταται (με πιο περιορισμένο αντικείμενο) και να ευθύνεται για τις γεννηθείσες ήδη υποχρεώσεις της έναντι του καλούντος - αναιρεσίβλητου, νομιμοποιούμενη παθητικά.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2002 η εταιρεία ...

απορρόφησε την εταιρεία ... ΑΕ καθώς και άλλες 6 ανώνυμες εταιρείες (βλ. σχετικά ΦΕΚ 9791/25-9-2002 ΑΕ και ΕΠΕ). Με την ολοκλήρωση της παραπάνω συγχώνευσης όλο το προσωπικό των απορροφημένων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, συνέχισε να απασχολείται στην εταιρεία .... [...] Το Μάρτιο του έτους 2006 η εταιρεία ...

απορροφήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία ... Ανώνυμη Εταιρία ... (βλ. ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 2198/31-3-2006) (3η εφεσίβλητη και ήδη 1η αναιρεσείουσα) και ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται και στην εταιρεία αυτή. Το Φεβρουάριο του έτους 2008 ο κατασκευαστικός κλάδος της ... Ανώνυμη Εταιρία ... αποσχίστηκε και απορροφήθηκε από την εταιρεία ...

ΑΕ η οποία εν συνεχεία μετονομάστηκε σε ... ... ΑΕ (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1135/22-2-2008) (4η εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσείουσα) στην οποία εξακολούθησε να εργάζεται ο ενάγων μέχρι και τις 10-10-2008 οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του". Και με τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ... ... ΑΕ υποκαταστάθηκε και ευθύνεται ως νέος εργοδότης στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις του αναιρεσιβλήτου με απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη (1η αναιρεσείουσα) ως προς το ζήτημα της τοκοδοσίας της πιο πάνω οφειλής για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, με την οποία και απέρριψε τον ισχυρισμό για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης που πρότεινε η δεύτερη αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 και 4 § 1 του Π.Δ. 178/2002, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, η απορρόφηση του κατασκευαστικού κλάδου της πρώτης αναιρεσείουσας ως αυτοτελή οικονομική μονάδα από την εταιρεία ... ΑΕ το Φεβρουάριο του 2008,η οποία μετονομάστηκε σε ... ... ΑΕ (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1135/22-2-2008) (2η αναιρεσείουσα) καθιστά εκ του νόμου (ΠΔ 178/2002) από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ, διάδοχο εργοδότη την εταιρεία αυτή (2η αναιρεσείουσα) και επομένως αυτή νομιμοποιείται παθητικά και ευθύνεται για τις εργατικές απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου που γεννήθηκαν πριν την απόσχιση του κατασκευαστικού κλάδου της πρώτης αναιρεσείουσας και την απορρόφησή του από τη δεύτερη.

Τα παραπάνω, εξάλλου, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, δέχθηκε το Εφετείο με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, κρίνοντας ότι μετά την απόσχιση του κατασκευαστικού κλάδου της πρώτης αναιρεσείουσας και την απορρόφησή του από τη δεύτερη αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να εργάζεται στην τελευταία μέχρι την 10-10-2008 που η τελευταία τον απέλυσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σκέλος που έκρινε την παθητική της νομιμοποίηση επί της πρώτης αγωγής, ότι πλημμελώς, καθ' ίδρυση των εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, δέχθηκε αυτή, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, παραδεκτά οι αναιρεσείουσες κατέστησαν διάδικοι ως εκ του νόμου διάδοχοι εργοδότες της δεύτερης αρχικά εναγομένης εταιρείας ... με την από 18-3-2008 κλήση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι κατά το χρόνο άσκησης της (από 15-12-2005) αγωγής, αυτές (αναιρεσείουσες) δεν είχαν εισέτι καταστεί εκ του νόμου διάδοχοι εργοδότες του αναιρεσιβλήτου ενώ, παράλληλα συνέτρεχε κατά νόμο και περίπτωση οιονεί καθολικής διαδοχής (βλ.

άρθρο 75 §§ 1 και 2 του κ.ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του Π.Δ. 498/1987) και η αιτίαση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κλήση αυτή, γιατί με αυτή επερχόταν ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγικής βάσης (πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμη.

Τέλος, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, και ως προς την παθητική νομιμοποίηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην παθητική νομιμοποίηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στον ίδιο αναιρετικό λόγο έγγραφα, και συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος και κατά το σκέλος του αυτό (αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πλέον, με όσα εκθέτουν οι αναιρεσείουσες πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).? Κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο. Ειδικότερα, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 362/2020, 373/2008, 259/2008).

Για να είναι δε, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, το περιεχόμενό του, επιπλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 164/2020, 897/2019, 1291/2010, ΑΠ 1631/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι υπήρξε αναγνώριση χρέους της ... ΔΕ έναντι του αναιρεσιβλήτου χωρίς όμως στην αγωγή να αναφέρεται, αν τα φυσικά πρόσωπα της εταιρείας αυτής, εφάρμοζαν απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, ή ενδεχομένως του Δ/ντος Συμβούλου αυτής, ή, εάν το καταστατικό της εταιρείας προέβλεπε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε αυτόν, ή σε άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, ή εάν η κατά τον αναιρεσίβλητο αναγνώριση, είχε γίνει με σχετική απόφαση του συλλογικού αυτού οργάνου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διττώς, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός το περιεχόμενο της αγωγής, και αφετέρου ότι προβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες ο περί της αοριστίας αυτής ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η αναιρεσιβαλλομένη παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συμπλήρωση ουσιωδών στοιχείων που εξέλιπαν από το εισαγωγικό δικόγραφο της (πρώτης) αγωγής, με τη μεταγενέστερη κλήση, που αφορούν την παθητική νομιμοποίηση των αναιρεσειουσών, ως συναφής με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το αντίστοιχο σκέλος του), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος με την ίδια αιτιολογία ότι δηλ.

παραδεκτά οι αναιρεσείουσες κατέστησαν διάδικοι ως εκ του νόμου διάδοχοι εργοδότες της δεύτερης αρχικά εναγομένης εταιρείας ... με την από 18-3-2008 κλήση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ συνέτρεχε κατά τον κ.ν. 2190/1920 περίπτωση οιονεί καθολικής διαδοχής, δεδομένου ότι κατά το χρόνο άσκησης της (από 15-12-2005) αγωγής, αυτές (αναιρεσείουσες) δεν είχαν εισέτι καταστεί εκ του νόμου διάδοχοι εργοδότες του αναιρεσιβλήτου, και συνεπώς, κατά το μέρος τούτο, παραδεκτώς η πρώτη αγωγή με τη μεταγενέστερη κλήση στράφηκε κατά των αναιρεσειουσών εταιρειών.

Κατά το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ οι αξιώσεις των εργαζομένων για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών τους, παραγράφονται σε πέντε χρόνια, αρχίζει δε η παραγραφή αυτή, κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, μόλις λήξει το έτος μέσα στο?οποίο συμπίπτει η έναρξη αυτής. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε πραγματική ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από τον δανειστή.

Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους. Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.

Συνεπώς, αρκεί κάθε εκδήλωση του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρά, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου (ΑΠ 1491/2017, 997/2015, 1052/2013, 794/2012). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο, από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί, είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το φυσικό πρόσωπο.

Ειδικότερα, ως προς τις ανώνυμες εταιρείες, από τις διατάξεις των άρθρων 18 §§ 1 και 2 και 22 §§ 1 και 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, (αντίστοιχες με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ), προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρεία, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης).

Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ ή στους διευθυντές της ή σε τρίτους με απόφαση του ΔΣ, εφόσον, βέβαια, το επιτρέπει το καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του Δ.Σ. και ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, εκφράζοντας πρωτογενώς την βούλησή του, και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 1913/2013, 704/2010, 461/2010, 60/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι λόγω οικονομικών δυσχερειών η εταιρεία ... ΑΕ θα μεταβιβαζόταν στην Εταιρεία ... ΑΕ στην οποία από 1-3-2000 θα εργαζόταν και ο ενάγων. Προς τούτο και ενόψει της συγχώνευσης δια απορροφήσεως της εργοδότριας εταιρείας, ο ενάγων, προκειμένου να μην παραγραφούν οι αξιώσεις του για τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, όχλησε εγγράφως στις 18-11-1999 τον Ν.

Χ. - ο οποίος μετά το θάνατο του Χ. Α. ήταν πλέον Πρόεδρος του ΔΣ της ... ΑΕ ζητώντας την καταβολή των οφειλομένων. Στις 13-12-2000 συναντήθηκαν ο Ν. Χ. οι κ.κ. Π. και Τ., Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αντίστοιχα, ιδιοκτήτες της εταιρείας ... και ο ενάγων. Στην εν λόγω συνάντηση ο Ν. Χ., αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας και σύμφωνα με όσα συνομολογεί ο ενάγων ζήτησε προθεσμία για την καταβολή του.

Σε τήρηση των συμφωνηθέντων καταβλήθηκε στον ενάγοντα έναντι της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας το Δεκέμβριο του έτους 2000 το ποσό των 10.000.000 δραχμών, τον Ιανουάριο του έτους 2001 το ποσό των 10.000.000 δραχμών και τον Ιανουάριο του 2002 το ποσό των 10.000.000 ευρώ. [...] Συνεπώς οι καταβολές αυτές συνιστούν πράξεις που εκδηλώνουν συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρείας δια του διευθύνοντος συμβούλου της προς τον ενάγοντα με την οποία εκφράζεται σαφώς η αναγνώριση της αξίωσής του και επιφέρουν διακοπή της παραγραφής".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, με την οποία δέχθηκε την καθ' υποφορά στην υπό στοιχείο α' αγωγή αντένσταση της διακοπής της παραγραφής του αναιρεσιβλήτου ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, ορθά κατά νόμο και με επαρκή και σαφή αιτιολογία το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναγνώριση του υπολοίπου της οφειλής έγινε από τον Ν. Χ. Πρόεδρο του ΔΣ, της αρχικής εργοδότιδος εταιρείας ... ΑΕ, δεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς και την ιδιότητα αυτού ως νομίμου εκπροσώπου της τότε εργοδότιδας του αναιρεσιβλήτου εταιρείας ...

ΑΕ, ο οποίος ήταν και το αρμόδιο πρόσωπο να αναλάβει την υποχρέωση αυτή και δέσμευε την εταιρεία. Σημειώνεται ότι στην πρώτη αγωγή ρητώς διαλαμβάνεται ότι ο Ν. Χ. ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικής εργοδότιδος εταιρείας ... ΑΕ (βλ. σελ. 8 αγωγής). Δεν ήταν νομικά αναγκαίο να αναφέρει η προσβαλλόμενη ότι ο Ν.

Χ. ήταν αρμόδιος βάσει του καταστατικού ή είχε εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο να αναλάβει τέτοια υποχρέωση σε συνδυασμό και με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αναγνώριση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου αποδείχθηκε και εν τοις πράγμασι με τις υλικές πράξεις των άμεσων καταβολών προς αυτόν ύψους 30.000.000 δρχ της εταιρείας "...

ΑΕ" (η μία εκ των οποίων ποσού 10.000.000 δρχ έλαβε χώρα στα μέσα Δεκεμβρίου 2000, αμέσως μετά την προφορική αναγνώριση της απαίτησής του), οι οποίες δεν θα είχαν λάβει χώρα, εάν δεν είχε υπάρξει αναγνώριση της απαίτησης αυτού. Αντίθετα οι αναιρεσείουσες ήταν υποχρεωμένες να ισχυρισθούν και να ανταποδείξουν ότι ο Ν.

Χ. δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε αναγνώριση των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, είτε επειδή δεν εφάρμοζε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας αυτής είτε διότι το καταστατικό της εταιρείας δεν προέβλεπε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε αυτόν, ζήτημα το οποίο (οι αναιρεσείουσες) δεν επικαλούνται ότι προέβαλαν.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Τέλος, ο υπό στοιχ. 5α' λόγος αναίρεσης, εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε το άρθρο 873 ΑΚ γιατί δεν αναφέρει αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση χρέους έγινε εγγράφως, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, δοθέντος ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή αλλά το άρθρο 260 ΑΚ που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", σύμφωνα με την οποία, όπως αναπτύχθηκε πιο πάνω, δεν απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο (έγγραφο).

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11939/996/28-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3879/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ