Supreme Court dismisses appeal for lack of procedural presence and substantive legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding legal fees. The appellant argued for a new trial due to the absence of the defendant and alleged procedural errors, but the court found no valid grounds for reopening the case. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant failed to appear and the cited legal arguments did not meet the strict requirements for overturning a final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear without valid notice, and grounds for appeal must strictly address specific legal errors such as evidence violations or nullities, not mere disagreement with the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1799 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1799/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Βαλέντη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5153/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. (ΑΠ 1061/2010).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ.β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. .../7.12.15 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ.
Β., ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 5153/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 16.2.2016 κατά την οποία ο άνω αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122 παρ.1, 123, 126 παρ.1 περ.
α, 128 παρ.1-3, 230 παρ.2, 498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20.9.2016 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε. Ακολούθως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. .../ 27.12.2016 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Ι. Κ. επεδόθη νομίμως στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της από 4.10.2016 κλήσης της αναιρεσείουσας με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα: "Τον Μάρτιο του έτους 2001 η ενάγουσα ανέθεσε στον εναγόμενο δικηγόρο δυνάμει συμβάσεως δικηγορικής εντολής, τον χειρισμό-διεκπεραίωση της υπόθεσης της κατά των Κ.
Ο. και Α. Θ., κατά το αστικό και ποινικό της μέρος, ενώ το έτος 2002 ανέθεσε στον ίδιο, δυνάμει νέας συμβάσεως εντολής, και τον χειρισμό υποθέσεων της αδελφής της, Θ. Μ., και συγκεκριμένα την έγερση των αγωγών διαζυγίου, διατροφής και επαύξησης της περιουσίας διαρκούντος του γάμου (αποκτήματα) εναντίον του συζύγου της τελευταίας, για τις οποίες κατά τόπο αρμόδια ήταν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.
Για την διεκπεραίωση της υπόθεσης της αδελφής της ενάγουσας στην Θεσσαλονίκη ο εναγόμενος, δεδομένου, ότι ως δικηγόρος Αθηνών δεν είχε δικαίωμα παραστάσεως, συνεργάστηκε με συναδέλφους του δικηγόρους Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα στην αρχή με το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου Α. και στη συνέχεια με τη δικηγόρο Ό.
Β.. Όσον αφορά την αμοιβή των δικηγόρων αυτών και τα έξοδα, στα οποία αυτοί θα υποβάλλονταν για τις r απαιτούμενες ενέργειες, που σταδιακά θα προέκυπταν, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι αυτά θα καλύπτονταν είτε με χρήματα που θα κατέβαλε η ενάγουσα εντολέας στον εναγόμενο εντολοδόχο δικηγόρο της (εναγόμενο), ο οποίος στην συνέχεια θα κατέβαλε αυτά στους τελευταίους δικηγόρους Θεσσαλονίκης, είτε με χρήματα που θα κατέβαλε η ενάγουσα απευθείας στους ίδιους, κατόπιν συνεννόησης και ανάλογα με την πρόοδο και την εξέλιξη των υποθέσεων.
Από την συμφωνία αυτή προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε άμεση συμβατική σχέση με τους δικηγόρους, συνεργάτες τους εναγομένου, στη Θεσσαλονίκη, καθόσον εντολοδόχος αυτής ήταν ο τελευταίος, ο οποίος και θα κατέβαλε στους συνεργαζόμενους συναδέλφους του της Θεσσαλονίκης τις δαπάνες τους για την υπόθεση καθώς και την αμοιβή τους για τις ενέργειες, στις οποίες αυτοί θα προέβαιναν σχετικά με την εν λόγω υπόθεση.
Στα πλαίσια εκτέλεσης της εν λόγω δεύτερης ως άνω εντολής έγιναν οι παρακάτω ενέργειες, είτε από τον ίδιο τον εναγόμενο, είτε σε συνεργασία με τους άνω συναδέλφους του της Θεσσαλονίκης, για τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί από την ενάγουσα στον εναγόμενο το παρακάτω ποσό και συγκεκριμένα: α) Έρευνα στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης για εντοπισμό των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων Θ.
Μ. και του αντιδίκου της Κ. Μ.. Επιμέλεια εύρεσης και συγκέντρωσης εγκλήσεων και των σχετικών και αντίστοιχων δικογραφιών, αποφάσεων κλπ. (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων και επικυρώσεων), χρέωση της εντολέως του 400,00 ευρώ.
β) Έρευνα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για εντοπισμό των αστικών υποθέσεων Θ. Μ. και συγκέντρωση επικυρωμένων αντιγράφων των δικογράφων αγωγών, προτάσεων και προσθηκών (της εντολέως και του αντιδίκου της), αποφάσεων, εκθέσεων επιδόσεως κλπ. (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων και επικυρώσεων), χρέωση της εντολέως του 400,00 ευρώ.
γ) Έρευνα στα Υποθ/κεία περιοχής Θεσσαλονίκης για εντοπισμό μερίδων και έλεγχος περιουσιακών στοιχείων του αντιδίκου Κ. Μ. και υποβολή αιτήσεων για λήψη σχετικών πιστοποιητικών και αντιγράφων μερίδων του αντιδίκου (συν έξοδα μετακινήσεων, επικυρωμένων φωτοαντιγράφων και δαπάνες έκδοσης σχετικών πιστοποιητικών), χρέωση της εντολέως του 600,00 ευρώ.
δ) Επίσης προέβησαν κατά τα ανωτέρω και σε έρευνα για πλήρη συγκέντρωση εγγράφων, δικογράφων και αποφάσεων που αφορούσαν σε υπόθεση της εντολέως κατά Μ.-Ρ. συναφή με την υπόθεση αντιδικίας της με τον Κ. Μ. (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοτυπιών, επικυρώσεων κλπ.), χρέωση της εντολέως του 600,00 ευρώ.
2) Συντάχθηκε από το γραφείο Β. Κ. (εναγομένου) και υποβλήθηκε από συνεργάτη δικηγόρο στη Θεσσαλονίκη, μήνυση κατά του αντιδίκου Κ.Μ. για παράβαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων, παραστάσεων κλπ.) χρέωση της εντολέως του 750,00 ευρώ.
3) Παράσταση του συνεργάτη δικηγόρου Θεσσαλονίκης στο Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης (9-12-2003) σε έγκληση κατά του αντιδίκου Κ. Μ. για παράβαση διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης κλπ.), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
4) Επικύρωση αντιγράφων αγωγής διαζυγίου (συν έξοδα φωτοαντιγράφων, επικυρώσεων κλπ.) χρέωση της εντολέας του 150,00 ευρώ.
5) Σύνταξη από γραφείο Β. Κ. κλήσης επαναπροσδιορισμού αγωγής διαζυγίου (συν έξοδα), χρέωση της εντολέως του 300,00 ευρώ.
6) Κατάθεση και προσδιορισμός κλήσης και επαναπροσδιορισμού αγωγής διαζυγίου προς εκδίκαση από συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης και επιμέλεια κοινοποίησης των δικογράφων (αγωγή και κλήση) στον αντίδικο (συν έξοδα φωτοαντιγράφων, μετακινήσεων, παραστάσεων, επικυρώσεων του δικαστικού επιμελητή), χρέωση της εντολέως του 300,00 ευρώ.
7) Κατάθεση και προσδιορισμός της Έφεσης του αντιδίκου κατά της πρώτης απόφασης περί διατροφής από συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης και επιμέλεια κοινοποίησης του δικογράφου Έφεσης στον αντίδικο (θυροκόλληση) (συν έξοδα φωτοαντιγράφων, μετακινήσεων, παραστάσεων, επικυρώσεων και δικαστικού επιμελητή), χρέωση της εντολέως του 450,00 ευρώ.
8) Επικύρωση αντιγράφων απόφασης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων, επικυρώσεων), χρέωση της εντολέως του 150,00 ευρώ.
9) Σύνταξη από γραφείο Β. Κ. πέντε (5) μηνύσεων (διαφορετικές χρονικές περίοδοι) κατά του αντιδίκου Κ. Μ. για παράβαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα, φωτοαντίγραφα κλπ.) χρέωση της εντολέως του 600,00 ευρώ Χ 5 = 3.000,00 ευρώ.
10) Υποβολή των πέντε (5) μηνύσεων στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης από συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης) (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων, παραστάσεων, επικυρώσεων), χρέωση της εντολέως του 80,00 ευρώ Χ 5 = 400,00 ευρώ.
11) Παράσταση πολιτικής αγωγής από συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης στο Α Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης σε έγκληση κατά του αντιδίκου Κ. Μ. (29-6-2004) για παράβαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
12) Σύνταξη από γραφείο Β. Κ. δικογράφου νέας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για νέα προσωρινή επιδίκαση διατροφής (συν έξοδα, φωτοαντίγραφα κλπ.), χρέωση της εντολέως του 600,00 ευρώ.
13) Κατάθεση και προσδιορισμός της άνω αίτησης από συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης και επιμέλεια κοινοποίησης του δικογράφου στον αντίδικο (θυροκόλληση) (συν τα έξοδα φωτοαντιγράφων, μετακινήσεων, παραστάσεων, επικυρώσεων και δικαστικού επιμελητή), χρέωση της εντολέως του 400,00 ευρώ.
14) Παράσταση του συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης κατά την συζήτηση της άνω αίτησης Ασφ. Μετρ. (18-10-2004) (συν τα έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης.), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ. 15) Σύνταξη από το γραφείο Β. Κ. του σχετικού επί της άνω αιτήσεως σημειώματος της εντολέως των και υποβολή του από τον συνεργάτη δικηγόρο Θεσ/κης μαζί με τον σχετικό φάκελο και τα σχετικά έγγραφα στο Μον. Πρωτ. Θεσ/κης (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων, επικυρώσεων σχετικών εγγράφων), χρέωση της εντολέως του 400,00 ευρώ.
16) Παράσταση σε αίτημα αναβολής στο Α’ Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης την 27-10-2004 σε έγκληση κατά Κ. Μ. για απειλή και εξύβριση (συν έξοδα μετακινήσεων και δικηγορικής παράστασης), χρέωση της εντολέως του 150,00 ευρώ.
17) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης ενώπιον του Εφετείου Θεσ/κης την 12-11-2004 για την εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου Κ. Μ. κατά της πρώτης απόφασης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 1.500,00 ευρώ.
18) Σύνταξη από το γραφείο Β. Κ. προτάσεων και προσθήκης αντίκρουσης επί της άνω έφεσης και υποβολή αυτών μαζί με τον σχετικό φάκελο και τα σχετικά έγγραφα στο Εφετείο Θεσ/κης (συν έξοδα μετακινήσεων, φωτοαντιγράφων, επικυρώσεων σχετικών εγγράφων), χρέωση της εντολέως του 500,00 ευρώ. 19) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης ως πολιτική αγωγή για λογαριασμό Θ. Μ. σε έγκληση κατά Κ. Μ. στο Β’ Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης (10-12-2004) για παραβίαση υποχρέωσης καταβολής διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
20) Παράσταση σε αίτημα αναβολής στο Α’ Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης την 15-12-2004 σε έγκληση κατά Θ. Μ. για ψευδή καταμήνυση (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής παράστασης), χρέωση της εντολέως του 150,00 ευρώ.
21) Σύνταξη παραγγελίας και επιταγής προς εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων διατροφής (συν έξοδα λήψης αντιγράφων και επικυρώσεων και κοινοποιήσεων), χρέωση της εντολέως του 300,00 ευρώ.
22) Σύνταξη από το γραφείο Β. Κ. νέας τακτικής αγωγής διατροφής κατά Κ. Μ. (συν έξοδα αντιγράφων κλπ.), χρέωση της εντολέως του 750,00 ευρώ.
23) Κατάθεση και προσδιορισμός της άνω αγωγής διατροφής από δικηγόρο συνεργάτη Θεσ/κης στο Μον. Πρωτ. Θεσ/κης, (συν έξοδα μετακινήσεων, κατάθεσης, προσδιορισμού και κοινοποίησης δικογράφου στον αντίδικο ως αγνώστου πλέον διαμονής δηλ. δημοσίευση σε δύο εφημερίδες και κοινοποίηση στον Εισαγγελέα), χρέωση της εντολέως του 500,00 ευρώ.
24) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό της εντολέως ως πολιτικώς ενάγουσας και σε έγκληση της κατά Κ. Μ. στο Β’ Μον. Πλημ. Θεσ/κης την 9-2-2005 για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
25) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό της εντολέως ως πολιτικός ενάγουσας και σε έγκληση της κατά Κ. Μ. στο Β’ Μον. Πλημ. Θεσ/κης την 8-2-2005 για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (αίτημα αναβολής), συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής παράστασης) χρέωση της εντολέως του 150,00 ευρώ.
26) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό εντολέως ως πολιτικώς ενάγουσας και σε έγκληση της κατά Κ. Μ. στο Α’ Μον. Πλημ. Θεσ/κης την 23-3-2005 για απειλή και εξύβριση (ποινή φυλάκισης 18 μηνών) (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
27) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό εντολέως ως πολιτικώς ενάγουσας και σε έγκληση της κατά Κ. Μ. στο Μον. Πλημ. Θεσ/κης την 24-5-2005 για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), της εντολέως του 800,00 ευρώ.
28) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό της εντολέως ως πολιτικώς ενάγουσας και σε έγκληση της κατά Κ. Μ. στο Β’ Μον. Πλημ. Θεσ/κης την 6-6-2005 για παραβίαση υποχρέωσης διατροφής (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής προείσπραξης και παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
29) Παράσταση συνεργάτη δικηγόρου Θεσ/κης για λογαριασμό της εντολέως και Χ. Ν. σε έγκληση του κατά Κ. Μ. σε βάρος τους στο Γ’ Τριμ. Πλημ. Θεσ/κης την 21-6-2005 για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και ψευδορκία αντίστοιχα (αναβολή για 2-11-2005) (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικής παράστασης), χρέωση της εντολέως του 800,00 ευρώ.
30) Σύνταξη από γραφείο Β. Κ. αγωγής αποκτημάτων για αξίωση της εντολέως ύψους 288,002,51 ευρώ (συν έξοδα αντιγράφων κλπ.), χρέωση της εντολέως του 288.002,51 ευρώ Χ 2% = 5.760,00 ευρώ.
31) Σύνταξη από το γραφείο Β. Κ. των σχετικών επί της άνω αγωγής προτάσεων της εντολέως του, χρέωση της εντολέως του 288.002,51 ευρώ Χ 1% = 2.880,00 ευρώ.
32) Κατάθεση και προσδιορισμός της άνω αγωγής αποκτημάτων δικηγόρο συνεργάτη Θεσ/κης στο Πολ. Πρωτ. Θεσ/κης (συν έξοδα μετακινήσεων, κατάθεσης και προσδιορισμού και κοινοποίησης δικογράφου στον αντίδικο ως αγνώστου πλέον διαμονής δηλ. δημοσίευση σε δύο εφημερίδες και κοινοποίηση στον Εισαγγελέα) χρέωση της εντολέως του 500,00 ευρώ.
33) Σύνταξη από γραφείο Β. Κ. δύο (2) απολογητικών υπομνημάτων της εντολέως επί μηνύσεων του αντιδίκου της σε βάρος της, χρέωση της εντολέως του 450,00 ευρώ Χ 2 = 900,00 ευρώ.
34) Υποβολή των άνω δύο απολογητικών υπομνημάτων στην Εισαγγελία Θεσσαλονίκης από συνεργάτη δικηγόρο στη Θεσ/κη (συν έξοδα μετακινήσεων, δικηγορικών παραστάσεων και λήψη αντιγράφων σχετικών δικογραφιών, καταθέσεων κλπ.), χρέωση της εντολέως του 300,00 ευρώ.
Δηλαδή συνολικά το ποσό των αμοιβών και εξόδων για τις άνω ενέργειες ανέρχεται στο ποσό των 30.440 ευρώ. Από το ποσό αυτό, όπως δέχεται και η ενάγουσα, αυτή κατέβαλε στον εναγόμενο, από το έτος 2002 μέχρι τον Οκτώβριο 2005, το ποσό των 20.400 ευρώ, με την πεποίθηση δε ότι εξοφλεί και τις αμοιβές της δικηγόρου Ό. Β. για τις δικές της ενέργειες σχετικά με την υπόθεση της αδελφής της στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια της προαναφερθείσας συμφωνίας, οι οποίες αμοιβές της, όπως προκύπτει από τα σχετικά σημειώματα της εν λόγω δικηγόρου, δεν υπερέβαιναν το ποσό των 4.500 ευρώ. Από αυτό ο εναγόμενος είχε καταβάλει στην ως άνω συνεργάτιδα του δικηγόρο Θεσσαλονίκης Β. 1.330 ευρώ, ενώ ποσό 440 ευρώ είχε καταβάλει η ίδια η ενάγουσα, κατόπιν συνεννοήσεως, όπως προαναφέρθηκε και επομένως απέμενε υπόλοιπο αμοιβής αυτής ποσού 2.729 ευρώ. Επίσης ο εναγόμενος είχε καταβάλει και στον δικηγόρο Α. το ποσό που αυτός αξίωσε για έξοδα και αμοιβή του, για τις δικές του ενέργειες, χωρίς να προκύπτει το ακριβές ποσό. Περαιτέρω, όσον αφορά τον χειρισμό και διεκπεραίωση της υπόθεσης της ίδιας της ενάγουσας κατά των αντιδίκων της Κ. Ο. και Α. Θ., ο εναγόμενος προέβη σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, για τις οποίες ο ίδιος προσκομίζει τα παρακάτω έγγραφα:
1) Το από 24/01/2002 διπλότυπο είσπραξης ποσού 432 ευρώ, Ά. Π. σχετικό με απόγραφο της απόφασης 93/2002 Μον. Πρωτ. Πειραιά (βλ. σχετ. 15).
2) Αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 193/2002 απόφασης Μον. Πρωτ. Πειραιά, από την οποία προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της ενάγουσας και για λογαριασμό της παραστάθηκε η συνεργάτης δικηγόρος Αθηνών Ι. Τ. (βλ.σχετ.16) ως επίσης, 3) Τα Πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς της υπ’ αριθμ. 193/2002 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (βλ.σχετ. 17).
4) Την από 5/12/2000 αγωγή της Ά. Π. κατά Κ. Ο. και Α. Ο., επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση.
5) Την από 2/5/2002 επιστολή Γεν. Διεύθυνσης Διοικ. Υποστήριξης (Τμήμα Γ’ ) προς το δικηγορικό γραφείο Β. Κ..
6) Το από 16/8/2002 Πιστοποιητικό περί μη άσκησης ενδίκων μέσων κατά της υπ’ αριθμ. 193/2002 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
7) Την 17/3/2005 υπ’ αριθμ. 314/2005 απόφαση Εφετείου Πειραιώς, εκ της οποίας προκύπτει ότι για λογαριασμό της ενάγουσας παραστάθηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς και ο συνεργάτης του σε πάγια αντιμισθία Δικηγόρος Ε. Μ. (βλ.σχετ.21).
8) Οι από 22/02/2005 και 24/02/2005 δύο προεισπράξεις του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς για αμοιβή του συνεργάτη του σε πάγια αντιμισθία Δικηγόρου Ε. Μ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται (βλ.σχετ. 22 και σχετ.23).
9) Το από 26/11/1999 κατηγορητήριο με κατηγορούμενους τις Κ. Ο. και Α. Ο., που αφορά στην ποινική υπόθεση της ενάγουσας κατά των αντιδίκων της κ. κ. Ο. και Θ..
10) Τις από 17/02/2005 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς της Ά. Π. κατά της Α. Θ..
11) Τις από 22/02/2005 προτάσεις ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς της Ά. Π. κατά των Κ. Ο. και Α. Θ..
12) Το από 11/09/2003 σημείωμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς της Ά. Π. κατά της Α. Θ..
13) Την 15/5/2002 εξώδικη γνωστοποίηση μαρτύρων της Ά. Π. προς Κ. Ο. και Α. Θ..
14) Την από 7/11/2003 αίτηση προς το Α’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς του Β. Κ..
15) Το από 30/04/2004 αντίγραφο γραμματίου είσπραξης της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ σχετικό με "Αναστολή πλειστηριασμού κατά Ο." 16) Την από 8/04/2004 απόδειξη του Δικαστικού Επιμελητή Πειραιά Σ. Π..
17) Την από 28/08/2003 ανακοπή-αίτηση διόρθωσης προγράμματος πλειστηριασμού της Α. Θ. κατά της Ά. Π..
Από αυτά προκύπτει ότι ο εναγόμενος προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες, δικαστικές και εξώδικες, όπως περιγράφονται στα έγγραφα αυτά, χωρίς όμως, να προκύπτει το ύψος των εξόδων και η αμοιβή του, αλλά ούτε και αν η ενάγουσα κατέβαλε σε αυτόν για τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης της. Η ίδια ισχυρίζεται ότι για αμοιβές και έξοδα χειρισμό της υπόθεσης αυτής κατέβαλε συνολικά στον εναγόμενο το ποσό των 12.800 ευρώ, και συγκεκριμένα ποσό 6.000 ευρώ με κατάθεση σε Τράπεζα, χωρίς να αναφέρει σε ποια Τράπεζα και πότε, και τα ποσά των 600 ευρώ στις 19-11-2003, το ποσό των 900 ευρώ στις 26-2-2004 και το ποσό των 5.299 ευρώ στις 7-4-2004, χωρίς, όμως, να προσκομίζει σχετικά παραστατικά και αποδείξεις, ενώ η μάρτυρας της δεν κάνει καμία αναφορά για τα ποσά αυτά στην κατάθεσή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, ο ισχυρισμός της αυτός, ενόψει και της αρνήσεώς της από τον εναγόμενο, κρίνεται αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ειδοποίησε την ενάγουσα για την καταβολή του υπολοίπου ποσού των 10.040 ευρώ, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 30.440 ευρώ, που εκείνη όφειλε συνολικά, και του ποσού των 20.400 ευρώ, που είχε ήδη καταβάλει σε αυτόν. Όμως, η ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι δεν οφείλει κανένα ποσό, αρνήθηκε την καταβολή του και συμφώνησε με αυτόν (εναγόμενο) να της παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεων της.
Έτσι, στις 13-10-2005 εμφανίστηκε στο γραφείο του εναγόμενου δικηγόρου και παρέλαβε από τον συνεργάτη του δικηγόρου, Ε. Μ., τους δύο φακέλους, (τη δική της και της αδελφής της), αφού υπέγραψε τη σχετική από 13-10-2005 απόδειξη παραλαβής εγγράφων, η οποία φέρει τις υπογραφές τόσο της ενάγουσας όσο και του Ε. Μ., με την άνω ιδιότητά του (συνεργάτη και εκπροσώπου του εναγομένου).
Στην απόδειξη αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, επί λέξει: "Η ενάγουσα Ά. Π. του Δ. ... παρέλαβα σήμερα από το γραφείο του Β. Κ. (...), διά χειρός του συνεργάτη του, δικηγόρου, Ε. Μ. του Α., όλα τα έγγραφα της υποθέσεως μου κατά των Α. Θ. του Μ. και Κ. Ο. του Β., την οποία χειρίζεται το ως άνω γραφείο, καθώς και όλα τα έγγραφα της υποθέσεως της αδελφής μου κατά του συζύγου της, την οποία (υπόθεση) χειρίζεται το ως άνω γραφείο σε συνεργασία με τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ό.
Β.. Κατόπιν των ανωτέρω δηλώνω ότι καμμία αξίωση δεν υφίσταται ούτε δική μου ούτε της αδελφής μου κατά των δικηγόρων Β. Κ., Ε. Μ., Ι. Τ. και των συνεργατών τους από οποιαδήποτε αιτία. Ο υπογράφων Ε. Μ. του Α., ενεργών για λογαριασμό του Β. Κ. του Η., δηλώνω ότι καμμία αξίωση δεν έχει ο τελευταίος κατά της Ά. Π. και της αδελφής της για αμοιβές και έξοδα από τον χειρισμό των ως άνω υποθέσεων τους από το δικηγορικό γραφείο του, η δε οφειλή της Ά.
Π. προς τo γραφείο του Β. Κ. (από αμοιβές και έξοδα της δικής της υπόθεσης) διευθετήθηκε, καθόσον, κατόπιν των αμοιβαίων διευκρινήσεων και συμψηφισμών, η Ά. Π. συμφώνησε, αντί να εξοφλήσει την ως άνω οφειλή της προς τον Β. Κ., να πληρώσει η ίδια την αμοιβή και τα έξοδα της δικηγόρου Ό. Β. (για την υπόθεση της αδελφής της), δεδομένου ότι το ποσό που έχει καταβάλει η αδελφή της (Θ.
Μ.) για τον χειρισμό της υπόθεσης της έχει καλυφθεί πλήρως και έχει προκόψει οφειλή της προς τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση της". Από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει σαφώς ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εκκαθαρίσεως των αμοιβών του εναγομένου και για τις δύο υποθέσεις που του είχαν ανατεθεί από την ενάγουσα (δική της και της αδελφής της) και ότι συγχρόνως έγινε η παραλαβή από την τελευταία των αντίστοιχων φακέλων.
Η συμφωνία τους δεν ενείχε στοιχεία παραπλάνησης και εξαπάτησης της από τον εναγόμενο, όπως αυτή ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα καταρτίστηκε κατά τρόπο ευχερώς αντιληπτό και χωρίς υπεκφυγές, από την πλευρά του εναγομένου. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο της, κρίνεται αβάσιμος, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για νέα γυναίκα, επιστήμονα, γιατρό καρδιολόγο, εργαζόμενη στο ..., με ικανότητα αντιλήψεως και επίπεδο συναλλακτικό πάνω από αυτό του μέσου συνετού ανθρώπου.
Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα μετέβη στο γραφείο του εναγομένου για να παραλάβει μόνο τον φάκελο της αδελφής της, ενώ είχε εκφράσει έντονα παράπονα για τον χειρισμό των υποθέσεων που είχε αναθέσει στον εναγόμενο και ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους είχε κλονιστεί Μετά από αυτά, επομένως, και εφόσον οι διάδικοι με την άνω συμφωνία τους διευθέτησαν τις μεταξύ τους διαφορές όσον αφορά ο την αμοιβή του εναγομένου και για τις δυο υποθέσεις, ώστε να μην προκύπτει πλέον απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του τελευταίου για απόδοση οποιουδήποτε ποσού αυτή του είχε καταβάλει για την αμοιβή του, όσα αντίθετα ισχυρίζεται στην αγωγή της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά του εναγόμενου δικηγόρου ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45 παρ.1 Ν.Δ. 3026/1954 "Περί Κώδικος των Δικηγόρων" και 5, 37 παρ.γ’ και 39 του Κώδικα Δεοντολογίας, κατόπιν σχετικής αναφοράς της ενάγουσας και παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με την κατηγορία ότι κατήρτισε με την ενάγουσα την ως άνω από 13-10-2005 περί εκκαθαρίσεως της αμοιβής του συμφωνία κατά τρόπο δυσχερώς αντιληπτό και υπεκφεύγοντα, με συνέπεια να δώσει σε αυτήν λαβή να αιτιάται την παραπλάνηση της κατά την υπογραφή της.
Με την 32/2007 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, όμως, που εκδόθηκε μετά από έφεση του εγκαλουμένου κατά της …./2006 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την οποία αυτός κρίθηκε πειθαρχικά ελεγκτέος για την άνω παράβαση και του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος διάρκειας ενός (1) μηνός, κρίθηκε ότι αυτός δεν κατήρτισε την άνω συμφωνία κατά τρόπο δυσχερώς αντιληπτό και υπεκφεύγοντα, ώστε να δώσει λαβή στην εγκαλούσα να αιτιάται ευλόγως παραπλάνηση της κατά την υπογραφή της και έκρινε τον εγκαλούμενο (ήδη εναγόμενο - εφεσίβλητο) δικηγόρο μη ελεγκτέο πειθαρχικά για την αποδοθείσα σε αυτόν ως άνω πειθαρχική παράβαση.
Κατόπιν όλων αυτών το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη κατ’ ουσίαν και συνεπώς ουσιαστικά απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες οι οποίες συμπληρώνονται και αντικαθίστανται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, και απέρριψε την αγωγή κατ’ ουσίαν, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.
Επομένως, όσα αντίθετα η εκκαλούσα εκθέτει με τους σχετικούς πρώτο έως και δέκατο λόγους της κρινόμενης έφεσής της είναι αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι...".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τα λοιπά, πλην του κεφαλαίου περί δικαστικής δαπάνης, κεφάλαια αυτής, επικυρώνοντας κατά τα λοιπά την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (αδικοπραξία - απάτη, 914 επ. ΑΚ) που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως οι περί του αντιθέτου πρώτος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, δεύτερος (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού), τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος (κατά το τρίτο σκέλος αυτού) και όγδοος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος αυτών με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού), έβδομος, (κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού) και δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος αυτού) λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Επομένως είναι απορριπτέοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και το τρίτο σκέλος αυτού, πέμπτο έβδομο κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτούς λόγους της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι:
α) δεν υπήρχε συμφωνία για την χρέωση των ενδίκων ποσών, β) ότι υπέστη η αναιρεσείουσα ηθική βλάβη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου γ) ότι δεν ελήφθη υπ’ όψιν ο ισχυρισμός της για την είσπραξη από τον εναγόμενο του ποσού των 20.400 ευρώ. Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", και συνακόλουθα οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ’ αυτό με τον έβδομο (κατά το τρίτο σκέλος αυτού) λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων. Μετά απ’ αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Στην προκειμένη περίπτωση είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος αυτού κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δέχθηκε τον ισχυρισμό της περί ύπαρξης ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το ποσό της αμοιβής του εναγομένου, τούτο δε διότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.9.2015 αίτηση της Ά. Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5153/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ