1799/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1799/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔικ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ ΚΠολΔικ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1799 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1799/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1. Σ. Λ. του Γ., 2. Α. Σ. του Δ. και 3. Α. Λ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και Β. ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Καμβύση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2007 αγωγή, την από 24-3-2008 ανακοίνωση δίκης- σε αναγκαστική παρέμβαση- παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3455/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1 .Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1,96 παρ.1,2 και 3,97 παρ.1 και 104 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί τον διάδικο κατά την συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας και την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔικ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ ΚΠολΔικ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο [ΑΠ 314/2010, AΠ 47/2013].
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 31-10-2011 αίτηση για αναίρεση της 226/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως και ειδικότερα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσίβλητους, αντίγραφα της αιτήσεως με την περί επιδόσεως αυτών επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι την συζήτηση αυτής επέσπευσε ο αναιρεσείων, ο οποίος, με το .../4-6-2013 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ειρήνης Λημνιού, παρέσχε την σχετική εξουσιοδότηση στους δικηγόρους Αγγελο Ζερβό και Αγγελο Πάρσαλη που υπογράφουν την πιο πάνω αίτηση αναίρεσης.
Προκύπτει επίσης ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13-1-2014] παρέστη η δικηγόρος Παρασκευή Ζερβού, ως εκπρόσωπος των προδιαληφθέντων δικηγόρων και με αίτημα αυτής αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με την σειρά της από το πινάκιο.
Επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην, θα ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ].
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔικ με αριθμό 226/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές στην ουσία τους οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 3455/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στη συνέχεια δε, μετά την εξαφάνιση αυτής, έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος η κύρια και η παρεπίμπτουσα αγωγή, που είχαν ασκηθεί αντίστοιχα από τους τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους και την ασφαλιστική εταιρία ΓΕΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ, στην θέση της οποίας είχε υπεισέλθει ως ειδικός διάδοχος το αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της.
Ακολούθως το Εφετείο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα, που τον έκρινε συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος κατά 50%, και το Επικουρικό Κεφάλαιο, να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 51.706,50 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 50.000 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 40.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη ο πρώτος και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που όλοι υπέστησαν από τον επισυμβάντα συνεπεία του ατυχήματος θάνατο του γιου των δύο πρώτων και αδελφού της τρίτης αναιρεσίβλητης.
Επίσης αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στο Επικουρικό Κεφάλαιο οποιοδήποτε ποσό θα κατέβαλλε αυτό στους αναιρεσίβλητους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ 1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 Κ ΠολΔικ].
3. Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που (ανελέγκτως )δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Συντρέχει δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε (πρβλ.
ΑΠ 1758/2009). Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δη- λαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων(αρθρ. 561παρ.1 ΚΠολΔικ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 1014/2012, ΑΠ 226/2013].
4. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις 29 -4-2007 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 4.00 π.μ. ο υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός της τρίτης Γ. Λ., ηλικίας 20 ετών, οδηγούσε την με στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του πρώτου ενάγοντος, για την οποία δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης και κινούνταν στη Λεωφόρο 62 Μαρτύρων στο Ηράκλειο Κρήτης με κατεύθυνση από Χανιόπορτα προς Γιόφυρο έχοντας ως συνεπιβάτη τον Ι.
Σ.. Η Λεωφόρος αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως και έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση εκ των οποίων η δεξιά λωρίδα είναι μονίμως κατειλημμένη από σταθμευμένα οχήματα, όπως συνέβαινε και την επίδικη ημέρα και ώρα στο συγκεκριμένο ρεύμα κυκλοφορίας. Την ίδια ώρα στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας και έμπροσθεν της μοτοσυκλέτας ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με στοιχεία κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, όχημα ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη ασφαλιστική εταιρεία. Καθώς ο πρώτος εναγόμενος πλησίαζε τη διασταύρωση με τη δευτερεύουσα οδό Φραγκιαδάκη και σε σημείο που η Λεωφόρος είναι μία ευθεία, αυτός ανέκοψε ταχύτητα. Εκεί όπου διακόπτεται η διαχωριστική νησίδα που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τοποθέτησε το όχημά του κάθετα σχεδόν στη λεωφόρο παίρνοντας ανοικτά τη στροφή με σκοπό να στρίψει αριστερά προς την οδό Δ.
Φραγκιαδάκη, με αποτέλεσμα να κλείσει την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Γ. Λ. και εκινείτο όπως προαναφέρθηκε στην ίδια παραπάνω οδό με την ίδια κατεύθυνση μ' αυτόν [πρώτο εναγόμενο] να συγκρουστεί η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της στο πίσω πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, να ανατραπεί αυτή και να πέσει ο οδηγός της στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου.
Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης αυτής ήταν να υποστεί ο Γ. Λ. μικρής έκτασης διάσχιση της μεσότητας του πώγωνα, πολλαπλές εκδορές επί εκχυμωτικής βάσης σε αμφότερα τα κάτω άκρα καθώς και διασχίσεις, πολλαπλές ανώμαλες ρήξεις του ήπατος, μικρή ποσότητα αιμοπεριτόναιου και έξαιμη εμφάνιση του εγκεφαλικού, νεφρικού και θυρεοειδού παρεγχύματος.
Η σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αµέλεια ίσου βαθµού των δύο οδηγών. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόµενος, οδηγός του αυτοκινήτου, δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του µε σύνεση και προσοχή, όπως όφειλε ως µέσος και συνετός οδηγός, σε συνδυασµό µε το γεγονός ότι δεν κατείχε την κατά νόµο και κατηγορία του οχήµατος άδεια οδήγησης, αλλά έχοντας την πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του δρόµου που ήταν διπλής κατεύθυνσης, αλλά ανοίχθηκε πρώτα δεξιά και αµέσως αριστερά, τοποθετώντας σχεδόν κάθετα το αυτοκίνητό του στην λεωφόρο, χωρίς να βεβαιωθεί ότι µπορεί να το πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο και µε αποτέλεσµα να κλείσει την πορεία της µοτοσυκλέτας.
Επί πλέον αποδείχθη κε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο ίδιος ως άνω εναγόµενος προτιθέµενος να εκτελέσει τον προ αναφερόµενο ελιγµό του προς αριστερά δεν χρησιµοποίησε, όπως όφειλε για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του, έτσι ώστε να βεβαιωθεί ότι µε την κίνησή του αυτή δεν θα παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του και στην συγκεκριµένη περίπτωση τον οδηγό της µοτοσυκλέτας.
Στην κρίση αυτή, για το τελευταίο γεγονός της μη χρήσης δηλ. από τον πρώτο εναγόμενο των δεικτών κατεύθυνσης του αυτοκινήτου του, κατέληξε το δικαστήριο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, έτσι όπως εκτιμήθηκε συνoλικά, και την κατάθεση κυρίως του μάρτυρα Μ. Α. κατά το στάδιο της προανάκρισης, ο οποίος κατά την έκθεση αυτοψίας υπήρξε ο μοναδικός αυτόπτης και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε, ότι δεν αντιλήφθηκε, να έχει ανάψει το αριστερό φλας ο πρώτος εναγόμενος.
Στην επέλευση όμως του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε κατά την κρίση του δικαστηρίου και μάλιστα κατά ποσοστό που ανέρχεται σε 50%, και η αμελής συμπεριφορά περί την οδήγηση του ίδιου του παθόντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος ευρισκόμενος υπό την μερική επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον βρέθηκε στο αίμα του κατά την τοξικολογική έκθεση, που διενεργήθηκε ποσοστό αιθανόλης 0,9 γρμ.
ανά λίτρο αίματος, σε συνδυασμό με την απειρία του, αφού στερούνταν αδείας ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέττας αλλά μόνον αυτοκινήτου και μοτοποδηλάτου, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, εις τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει τη πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο (δυνάμενο να προβλεφθεί και ορατό απ 'αυτόν στο μπροστινό τμήμα της οδού, αλλά τρέχοντας με μεγαλύτερη ταχύτητα της επιβεβλημένης για τη συγκεκριμένη κατοικημένη περιοχή δηλ.
των 50 χιλ και ειδικότερα εκείνη των 80 χιλ περίπου δεν μπόρεσε να διακόψει την πορεία του έγκαιρα, όταν παρεμβλήθηκε σ' αυτήν το αυτοκίνητο το πρώτου εναγομένου υπό τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν ... . Επίσης από τον θάνατο του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας οι ενάγοντες γονείς του και αδελφή του αντίστοιχα υπέστησαν ψυχική οδύνη και επομένως πρέπει να επιδικαστεί σε καθένα από τους γονείς το ποσό των 50.000 Ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα αδελφή τούτου το ποσό των 40.000 ΕΥΡΩ αντίστοιχα.
Τα ανωτέρω ποσά το δικαστήριο κρίνει εύλογα και δίκαια, σταθμίζοντας τον βαθμό συνυπαιτιότητας των δύο εμπλακέντων οδηγών, την ηλικία του θύματος, τον βαθμό συγγενείας των εναγόντων με τον αποθανόντα, το στενό συναισθηματικό δεσμό που υπήρχε μεταξύ τους, το ψυχικό άλγος, την θλίψη και την στενοχώρια που δοκίμασαν από τον αιφνίδιο θάνατο του και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των φυσικών προσώπων (πλην εκείνης της ασφαλιστικής εταιρείας που η ευθύνη της είναι εγγυητική) ... .
Επί πλέον αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός [αναιρεσείων] είχε µεν υποβληθεί επιτυχώς στην προφορική δοκιμασία (σήµατα) για την απόκτηση της άδειας ικανότητας οδηγού στις 1/2/2007 αλλά στην πρακτική δοκιµασία (οδήγηση), µε την οποία κρίθηκε και αρµοδίως ικανός να οδηγεί το αυτοκίνητο της κατηγορίας που ανήκει, υποβλήθηκε επιτυχώς στις 2/5/2007 δηλαδή τρεις ηµέρες µετά το ένδικο ατύχηµα.
Η έλλειψη δε της ικανότητας αυτής οδήγησης βρίσκεται, όπως προαναφέρθηκε, σε αιτιώδη συνάφεια µε την επέλευση του ενδίκου ατυχήµατος και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εναγόμενος οδηγός πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιµα ... . Στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ασφαλισμένος εναγόμενος οδηγός είχε αντικειμενικά την δυνατότητα από άποψη χρόνου και διαπραγμάτευσης, ως μέσος και συνετός συναλλασσόμενος, να λάβει γνώση των απαλλακτικών για την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία όρων, πριν την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης και όσα αντίθετα ισχυρίζεται αυτός είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν ...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 298 και 932 ΑΚ, εφόσον με τις σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες του, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και καταφάσκεται η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά των οδηγών των δύο οχημάτων, συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους. Επίσης, με τη παραδοχή του ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προεκτεθείσας οδηγικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, καθόσον αυτή ήταν πρόσφορη να προκαλέσει το επιζήμιο αποτέλεσμα, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, από την παραβίαση των κανόνων οδήγησης και την έλλειψη άδειας οδήγησης αυτοκινήτου, είναι δυνατόν να προκληθεί αυτοκινητικό ατύχημα.
Συνεπώς, από τους κατωτέρω αναιρετικούς λόγους με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ. Α] Είναι αβάσιμοι: α] Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο συνέδεσε την δήθεν συνυπαιτιότητά του με την οδηγική του απειρία, παρά το ότι δέχθηκε ότι τρεις μέρες μετά το συμβάν απέκτησε την άδεια οδήγησης, παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες μέσης λογικής και κοινής πείρας.
Τούτο δε καθόσον προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού το Εφετείο δεν στήριξε τη κρίση του για την συνυπαιτιότητά του στο ατύχημα, αποκλειστικά και μόνον στο γεγονός αυτό, αλλά σε συνδυασμό με την λοιπή οδηγική συμπεριφορά του. β] Ο έβδομος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με τη παραδοχή του ότι δεν είχε οδηγική εμπειρία κατά τον χρόνο του συμβάντος με αποτέλεσμα να εξαιρεθεί της ασφαλιστικής κάλυψης, παρά το γεγονός ότι αυτός τρεις ημέρες μετά [κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης], απέκτησε την άδεια οδήγησης.
Τούτο δε καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο στήριξε τη κρίση του για την εξαίρεσή του από την ασφαλιστική κάλυψη στον σχετικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης και όχι στην εμπειρία του περί την οδήγηση. Β] Είναι απαράδεκτοι: α] Ο τρίτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του, περί ακινητοποιήσεως του οχήματος που αυτός οδηγούσε πριν από την σύγκρουση καθώς και ότι είχε γνωστοποιήσει τη πρόθεσή του να εισέλθει στην οδό Φραγκιαδάκη που βρίσκονταν απέναντί του, και με το να δεχθεί, αντίθετα, ότι αυτός είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, παραβίασε τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού, με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων ήθελε να στρίψει προς την οδό Φραγκιαδάκη, δεν υπήρχε λόγος να πάρει ανοικτά τη στροφή.
Τούτο δε καθόσον, παρεκτός του ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την οδηγική του συμπεριφορά και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα. β] Ο έκτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ό τι αφενός μεν τοποθέτησε το όχημά του κάθετα και αφετέρου ότι έτσι έκλεισε την πορεία της μοτοσυκλέτας όταν ο δρόμος είναι ευθεία πάνω από 400 μέτρα, περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατική αιτιολογία.
Τούτο δε καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός του, αποτελεί άρνηση της [συν]υπαιτιότητάς του και δεν συγκροτεί ιστορική βάση ένστασης ή αντένστασης.
5. Κατά το άρθρο 559 περ.20 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνον όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ ΚΠολΔικ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στη κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει, όταν το δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (ΟλΑΠ 1/1999).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη κρισίμου γεγονότος.
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ.1του ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΑΠ 1736/2008].
Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της Τροχαίας Ηρακλείου και της ένορκης κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα Α.
Μ., με το να δεχθεί ότι αυτός ήταν ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς του ατυχήματος, ενώ στην πραγματικότητα από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει ότι αυτόπτης μάρτυρας ήταν Ι. Σ., με αποτέλεσμα να αγνοηθούν παντελώς οι καταθέσεις των λοιπών αυτοπτών μαρτύρων που αναφέρονται στο αναιρετήριο. Επίσης ισχυρίζεται, ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης του Α.
Μ. είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι κατ' αρχήν απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων, παραλείπει να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε το έγγραφο αυτό ενώπιον του Εφετείου. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, ήτοι στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην παραπάνω έκθεση αυτοψίας, γεγονός άλλωστε που ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται.
Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στην κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ., είναι απαράδεκτος σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθώς επίσης και κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
6. Κατά το άρθρο 559 αρ.11β' ΚΠολΔικ, επιτρέπεται αναίρεση της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά την συζήτηση, ενώ ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔικ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εξάλλου, κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, για την ίδρυση λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη ή μη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να εκτιμήσει κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔικ [ΟλΑΠ 2/2008].
Στην προκειμένη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην απόφαση το Εφετείου, τις παραπάνω πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι έλαβε υπόψη του αφενός μεν αποδείξεις μη προσαχθείσες, αφετέρου δε ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδείξεις προσαχθείσες. Ειδικότερα σχετικά με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: "...
συγκεκριμένα ενώ δεν προσκομίζεται απόδειξη για τον ισχυρισμό περί μη ενεργοποίησης του αριστερού σηματοδότη και ειδικότερα ενώ η κατάθεση του μάρτυρα Μ. ουδεμία θέση λαμβάνει επί του ζητήματος αυτού [ο μάρτυρας ξεκάθαρα λέγει δεν παρατήρησα αν είχε ανάψει], η απόφαση εφευρίσκει μόνη της ένα περιεχόμενο της καταθέσεως Μ.
και ομιλεί ότι ... [δεν αντιλήφθηκε να έχει ανάψει το αριστερό φλας ο πρώτος εναγόμενος], προσθέτοντας έτσι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους ..."περαιτέρω δε ως προς το δεύτερο μέρος του αναφέρεται ".. ότι δεν έλαβε υπόψη του τη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Σ. ούτε εκείνη του επίσης αυτόπτη μάρτυρα Σ.
που λήφθηκαν στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ...". Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος αφού όσα αναφέρει ο αναιρεσείων στα πλαίσια της ανάπτυξης των αιτιάσεών του, δεν καλύπτουν το πραγματικό της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.11β' ΚΠολΔικ, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης καθώς [μεταξύ άλλων] και των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε και τις πιο πάνω μαρτυρικές καταθέσεις, που φέρονται αγνοηθείσες.
7. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.
Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιούντων αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του:
α] ότι αυτός είχε μεγάλη εμπειρία στην οδήγηση αφού είχε περάσει επιτυχώς τις εξετάσεις για τα σήματα β] ότι η ασφαλιστική εταιρία εν γνώσει της ότι δεν είχε άδεια οδήγησης προέβη στην σύναψη συμβολαίου ασφαλιστικής κάλυψης του οχήματος του και γ] ότι η επίκληση εκ μέρους αυτής του σχετικού συμβατικού όρου περί απαλλαγής της από τις συμβατικές υποχρεώσεις της, είναι καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε είτε ρητά είτε με την παραδοχή αντίθετων περιστατικών.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Μ. Γ. για αναίρεση της 226/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ