Supreme Court allows appeal against appealable judgment due to insufficient reasoning on ownership acquisition time.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance judgment regarding land ownership, finding the lower court's reasoning insufficient on a critical fact. The appellant argued that the appellate court failed to properly establish when the defendant acquired ownership of the disputed land through long-term possession. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 552, 553, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 79 of the Agricultural Code: An appealable judgment is remanded for retrial if the appellate court lacks sufficient reasoning on a crucial fact determining the outcome, thereby depriving the appeal of a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1799 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1799/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2005 μη οριστική, 33/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1166/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες: α. με την από 22-11-2007 αίτησή τους, β. με τους από 30-9-2008 προσθέτους λόγους και γ. με τις από 25-2-2009 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια εκείνα κατά τα οποία προσβλήθηκε με έφεση, η οποία κρίθηκε κατ' ουσίαν από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η απόφαση αυτή κατά τα κεφάλαια της αυτά σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης εξαφανίζεται, ενώ σε περίπτωση απόρριψής της ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1253/2008, ΑΠ 198/1985).
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος κατά το οποίο απευθύνεται κατά της 33/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 1166/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από τη διάταξη της παρ. 2 αρθ. 79 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδ. προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του ν.δ. 1189/1972, ενόψει και της παρ. 1 του αρθ. 1 α.ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη ισχύος του επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους, η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους με δικαιοπραξίες εν ζωή υπό τον περιορισμό μόνο της μη κατάτμησης των τεμαχίων οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο και αν ακόμη δεν παρέλαβε την κατοχή του, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον.
Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό να παράσχει και σ' αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αρθ. 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 5 του ν.δ. 1189/1972, το οποίο κατά το άρθρο 16 παρ. 1 αυτού κατήργησε αντίστοιχες διατάξεις του Αγροτ. Κώδικα, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθορίων περιοχών περιέρχεται "... αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων ...", ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών (Ε.Α.Π.), από τη δημοσίευση της απόφασης της οποίας, κατά τον τρόπον που ορίζεται θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή.
Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία εξ αυτών χρόνος.
Τούτο μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον έχει κυρωθεί όπως ορίζει ο νόμος η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο. (ΑΠ 764/2004). Τέλος ο πιο πάνω περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.
δ' του α.ν. 431/1968, εκτός άλλων περιπτώσεων, και επί οικοπεδικών κλήρων (ΑΠ 866/2007). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στον πατέρα του ενάγοντος και εκ μητρός παππού των εναγομένων ΑΑ παραχωρήθηκε περί το έτος 1935 το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο, εμβαδού 500 τ.μ.
που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... του συνοικισμού "..." ... (όπως αυτό περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ αργότερα εκδόθηκε επ' ονόματί του [ΑΑ] ο υπ' αριθμ. ... τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. ..., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ΑΑ απεβίωσε χωρίς διαθήκη το έτος 1934 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα τη σύζυγό του ...
και τα πέντε τέκνα του, δηλαδή τον ενάγοντα Ψ, τους αδερφούς του ενάγοντος, ΒΒ και ΓΓ, και τις αδελφές του ΔΔ [μητέρα των εναγομένων] και ΕΕ. Περί το έτος 1968 οι παραπάνω κληρονόμοι του ΑΑ διένειμαν άτυπα μεταξύ τους την κληρονομιαία περιουσία του και στα πλαίσια της διανομής αυτής, οι δύο, έγγαμες ήδη, θυγατέρες του, δηλαδή, η μητέρα των εναγομένων και η ΕΕ συμφώνησαν να παραιτηθούν του κληρονομικού τους δικαιώματος στο συγκεκριμένο οικόπεδο και έτσι παρέμεινε αυτό στα τρία άρρενα αδέρφια και την μητέρα τους ..., η οποία μεταβίβασε το δικό της κληρονομικό μερίδιο στον ενάγοντα, με το υπ' αριθμ. ...
προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κων. Λιάκου, οπότε ο ενάγων απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου που αντιστοιχούν σε 250 τ.μ. Την άτυπη αυτή συνφωνία οι συγκληρονόμοι επικύρωσαν, τρόπον τινά, εγγράφως το έτος 1976, όταν, με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας ιδανικών μεριδίων του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου [Κων.
Λιάκου], οι δύο αδελφές, ΔΔ [μητέρα των εναγομένων] και ΕΕ υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν τα κληρονομικά τους μερίδια στο επίμαχο οικόπεδο και σε δύο άλλους κληρονομιαίους αγρούς στη θέση "..." και "...", εμβαδού 3.125 και 2.835 τ.μ., αντίστοιχα, στους τρεις άρρενες αδελφούς τους ΓΓ, ΒΒ και Ψ [ενάγοντα]. Την ίδια ημέρα, με το υπ' αριθμό ...
όμοιο προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου όλοι οι λοιποί συγκληρονόμοι υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν στη μητέρα των εναγομένων ΔΔ τα κληρονομικά τους μερίδια σε ένα άλλο αγρό, εμβαδού 4.312 τ.μ. στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... . Δηλαδή, η μητέρα και δικαιοπάροχος των εναγομένων, σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση του κληρονομικού της μεριδίου στο οικόπεδο και στους δύο αγρούς στις θέσεις "..." και "...", έλαβε ολόκληρο τον αγρό [κληροτεμάχιο Α' κατηγορίας] στη θέση "...".
Μετά την άτυπη διανομή του έτους 1968, ο καθένας από τους τρεις αδελφούς Ψ-ΒΒ-ΓΓ ανήγειρε οικία στο διακεκριμένο τμήμα του οικοπέδου που έλαβε. Ο ενάγων, ειδικότερα, ανήγειρε, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας, στη θέση που υπήρχε η παλαιά πατρική οικία, νέα ισόγεια οικία επιφανείας 90 τ.μ. περίπου.
Στην οικεία αυτή -αφού εν τω μεταξύ ο ενάγων με τη σύζυγό του αναχώρησαν στη Γερμανία για εργασία-, διέμενε η μητέρα του ενάγοντος, της οποίας τη συντήρηση είχε αναλάβει αποκλειστικά ο ενάγων, η μικρή θυγατέρα του ... καθώς και η μητέρα των εναγομένων, η οποία, αφότου χώρισε με το σύζυγό της το έτος 1964, είχε επανέλθει στην πατρική οικία και συνέχισε να φιλοξενείται στη νέα οικία του αδελφού της, εργαζόμενη περιστασιακά ως καθαρίστρια, ενώ ο ενάγων απέστελλε τακτικά εμβάσματα από τη Γερμανία για τη συντήρηση όλων των ως άνω οικείων του ... .
Το έτος 1971 -ενόσω συνέχιζε να εργάζεται στη Γερμανία ο ενάγων με τη σύζυγό του- ανέθεσε αυτός στο μηχανικό ... την έκδοση αδείας και την ανέγερση δεύτερης οικίας σε άλλο τμήμα του οικοπέδου που περιήλθε σ' αυτόν από τη διανομή, προς την πλευρά της οδού ... . Πράγματι, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντος, κατασκεύασε με δικές του δαπάνες, κατά τις θερινές περιόδους των ετών 1971 έως 1974, τη δεύτερη οικία [επίδικη], ισόγεια με υπόγειο, εμβαδού 70 τ.μ., περίπου, την οποία προόριζε για την μελλοντική στεγαστική αποκατάσταση της θυγατέρας του ... .
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους δεν παραιτήθηκε ποτέ του κληρονομικού της δικαιώματος στο επίμαχο οικόπεδο, ότι το τμήμα του οικοπέδου στο οποίο κτίστηκε η επίδικη οικία είχε περιέλθει σε εκείνη κατά τη διανομή του έτους 1968 και ότι, κατά τη σύνταξη του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου, παραπλανήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος της απέκρυψε ότι η μεταβίβαση αφορούσε και το οικόπεδο και τέλος ότι η επίδικη οικία ανεγέρθηκε με δαπάνες της δικαιοπαρόχου τους και συγκεκριμένα ότι το έτος 1971 παρέδωσε στον ενάγοντα αδελφό της το ποσό των 67.000 δρχ.
που αποτελούσε τις οικονομίες της από την εργασία της με σκοπό να ανεγείρει την οικία για λογαριασμό της, επειδή αυτή νοσηλευόταν σε σανατόριο, αλλά ο ενάγων εξαπατώντας την εξέδωσε στο όνομα του την οικοδομική άδεια. Οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων που επαναφέρονται ως λόγοι εφέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμοι διότι:
α) Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η προφορική συμφωνία του έτους 1968 για την παραίτηση της δικαιοπαρόχου τους από το μερίδιο της στο οικόπεδο επιβεβαιώνεται και αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο συμβόλαιο, στη σύναψη του οποίου δεν συνεβλήθη μόνη η δικαιοπάροχός τους, μαζί με τον ενάγοντα, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παραπλάνηση ή εξαπάτησή της από τον τελευταίο, αλλά συνεβλήθησαν και οι δύο αδελφοί της ΓΓ και ΒΒ καθώς και η αδερφή της ΕΕ, οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να εξαπατήσουν την αδελφή τους.
Είναι επομένως βέβαιο ότι η δικαιοπάροχός τους γνώριζε και αποδεχόταν το περιεχόμενο του συμβολαίου που υπέγραψε και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός τους ότι θεωρούσε [η μητέρα τους] δικό της το επίδικο τμήμα του οικοπέδου. Εξάλλου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, για την παραχώρηση του μεριδίου της στο οικόπεδο και στους άλλους δύο αγρούς, η δικαιοπάροχός τους έλαβε ως αντάλλαγμα άλλο ακίνητο της κληρονομίας, εκτάσεως πλέον των τεσσάρων στρεμμάτων, β) Όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου η μάρτυρας των εναγομένων ..., η δικαιοπάροχός της νοσηλεύθηκε -για μικρό χρονικό διάστημα- στο σανατόριο το έτος 1968 και όχι το έτος 1971 και συνεπώς ήταν εκεί όταν κατασκευαζόταν η επίδικη οικία, βάσει της, επ' ονόματι του ενάγοντος οικοδομικής άδειας, με δαπάνες του τελευταίου.
Χαρακτηριστική για το ζήτημα αυτό είναι η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., ... . γ) Τέλος, τα εισοδήματα της μητέρας των εναγομένων από την περιστασιακή εργασία της ως καθαρίστριας εν όψει και της κακής καταστάσεως της υγείας της, δεν της επέτρεπαν να ανεγείρει με δικές της δαπάνες την επίδικη οικία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι περί το έτος 1977, όταν πλέον ο ενάγων με την οικογένειά του επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα και η πρώτη οικία που ανήγειρε το έτος 1968 δεν επαρκούσε για τις στεγαστικές ανάγκες όλων των διαβιούντων σ' αυτήν [της τετραμελούς οικογένειας του ενάγοντος, της μητέρας του και της μητέρας των εναγομένων] παραχώρησε [ο ενάγων] στην αδελφή του [μητέρα των εναγομένων] τη χωρίς αντάλλαγμα χρήση της επίδικης οικίας και δη του ανωγείου ορόφου της, ενώ χρησιμοποιούσε ο ίδιος τον κάτω όροφο ως αποθηκευτικό χώρο, με τη συμφωνία να κάνει αυτή χρήση της οικίας όσο ζει και μετά το θάνατό της να περιέλθει στη θυγατέρα του ενάγοντος ..., για την οποία εξ αρχής προοριζόταν.
Πράγματι, η μητέρα των εναγομένων διέμενε στην επίδικη οικία μέχρι το χρόνο του θανάτου της το έτος 2003 -ενώ μέρος της οικίας συνέχιζε να χρησιμοποιεί πάντοτε και ο ενάγων για την αποθήκευση αντικειμένων και γεωργικών προϊόντων-, αμέσως όμως μετά το θάνατό της, αναζήτησε την απόδοση της οικίας από τον πρώτο εναγόμενο-, ο οποίος την κατέλαβε μετά το θάνατο της μητέρας του-, τόσο προφορικά όσο και με την από 28-5-2003 εξώδικη πρόσκληση του, ενώ στη συνέχεια άσκησε κατ' αυτού, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής και ακολούθως την ένδικη από 23-9-2003 αγωγή.
Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων, που επαναφέρονται ως λόγοι εφέσεως, περί α) ιδίας κυριότητος, β) παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος και γ) καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, διότι, α) δεν έγιναν κύριοι της επίδικης οικίας οι εναγόμενοι κληρονομικώ δικαιώματι ή με έκτακτη χρησικτησία με την προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους διότι η τελευταία δεν ήταν κυρία αλλά κατείχε την επίδικη οικία δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου και δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησε στον ενάγοντα -σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένο τρόπο- τη βούλησή της να αντιποιηθεί τη νομή του, ώστε να αποκτήσει εκείνη την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
β) Δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή η ένδικη αξίωση του ενάγοντος διότι το δικαίωμα του χρήστη, κυρίου του πράγματος, να εγείρει τη διεκδικητική αγωγή εναντίον του χρησάμενου δεν γεννάται από το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως χρησιδανείου, αλλά από τη λήξη της. γ) Τέλος δεν παρίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος διότι δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε συμπεριφορά του η οποία να καθιστά καταχρηστική τη μετά το θάνατο της χρησαμένης αδελφής του διεκδίκηση της οικίας, ούτε η τελευταία προέβαλε, όσο ζούσε, αξιώσεις ιδίας κυριότητας στην επίδικη οικία, αλλά απλώς τη χρησιμοποιούσε, χωρίς να προβεί σε οποιουδήποτε είδους επεμβάσεις επ' αυτής, ο δε ενάγων, ευθύς μετά τη λήξη του χρησιδανείου δεν αδράνησε αλλά επιδίωξε άμεσα την απόδοση της επίδικης οικίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της απόφασής του, ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος είχε γίνει κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αφού δέχθηκε (ολικά ως προς τον πρώτο και μερικά ως προς το δεύτερο εναγόμενο) τη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου, αναγνώρισε τον τελευταίο κύριο του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο - πρώτο αναιρεσείοντα να αποδώσει αυτό στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όμως περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, και έτσι δέχθηκε την αγωγή του τελευταίου κατά των αναιρεσειόντων, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας των τελευταίων.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο οικόπεδο ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης οικοπεδικού κλήρου με τον ... τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα νομή και κατοχή του ΑΑ δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου μητέρας των εναγομένων και ότι ο ενάγων έγινε κύριος του ανωτέρω επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθείς αυτό από το έτος 1968, οπότε απέκτησε τη νομή του ύστερα από άτυπη διανομή του μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου με τους κληρονόμους του δικαιοπαρόχου του ΑΑ, την οποία (νομή) άσκησε αυτός συνεχώς έκτοτε και μέχρι το έτος 2003, συμπληρώνοντας έτσι στη νομή του χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές και κατ' επέκταση επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο κυρώθηκε η οριστική διανομή της επικοισθείσας περιοχής ... Ν. ..., στην οποία μη παραμεθόρια περιοχή, όπως δεν αμφισβητείται, κείται το επίδικο, αφού από του χρόνου αυτού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, απεκδύεται της κυριότητας του το Δημόσιο και είναι δυνατή η απόκτηση της κυριότητας αυτού από τρίτο με χρησικτησία.
Επομένως, το Εφετείο για το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας των πιο πάνω ανεπαρκών αιτιολογιών, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ και εκείνων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε και τις οποίες εφάρμοσε.
Έτσι, οι από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πέμπτος κατά το τρίτο τμήμα του περίπτωση α και β, καθώς και κατά το πρώτο τμήμα του και τέταρτος κατά τα δεύτερο και τρίτο τμήματά του, όπως εκτιμώνται και κατ' ορθή υπαγωγή τους, λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1166/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ