Legislator Case Law & Legislation
1799/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against divorce property division due to insufficient factual findings on contribution.

Case Number 1799/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding post-divorce property division. The appellant argued the respondent failed to prove her financial contribution to the marital home and other assets, violating the statutory presumption of a one-third contribution. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the source of funds and specific amounts contributed, necessitating a remand for further fact-finding.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1400 para. 1 of the Civil Code; The court must explicitly establish the material facts proving a party's contribution to asset appreciation; failure to do so invalidates the application of the statutory presumption of contribution.

Keywords

AI generated
divorce property division contribution presumption insufficient reasoning remand for retrial appellate review marital assets statutory presumption

Cited Legislation

AI generated
Article 559, No. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 1400, paragraph 1 of the Civil Code
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 30/1997
Supreme Court 28/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1799 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1799/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Καβελαρά και Ζωή Οικονομοπούλου.Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κονομόδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/1999 προδικαστική, 260/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 327/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Δεκεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 20.11.2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 327/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΚατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, 28/1997).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 (άρθρο 12 ν.1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ.. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Τέλος, ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή, Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Ακ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 1223/2007, 661-662/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση από το δικαστήριο τούτο των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα:

Α. Με την από 31.3.1998 αγωγή του ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι με την εναγόμενη τέλεσε γάμο στην ..... την 23.7.1979, ότι από τον Αύγουστο του έτους 1994 βρίσκονται σε διάσταση, ότι κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμους τους, η εναγόμενη δεν είχε δική της περιουσία, ότι από την τέλεση του γάμου τους μέχρι την έναρξη της διάστασης, η εναγόμενη απέκτησε την κυριότητα των περιγραφομένων σ' αυτή τριών ακίνητων και του αναφερόμενου σ' αυτή επιβατικού αυτοκινήτου, συνολική αξίας 64.581.200 δραχμών και ότι στην απόκτηση από την εναγόμενη των περιουσιακών αυτών στοιχείων έχει συμβάλλει ο ίδιος με το ποσό των 38.056.000 δραχμών, ήτοι κατά ποσοστό 58,9% με τους ακόλουθους τρόπους:

α) Με την παροχή του ποσού των 16.636.000 δραχμών, δηλαδή του μισού των αποδοχών του, συνολικού ποσού 33.272.000 δραχμών, το οποίο είχε αποκομίσει από την εργασία του ως ναυτικού και από το οποίο το υπόλοιπο μισό είχε συνεισφέρει για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, β) με την κατασκευή ενός μέρους της οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο πρώτο από τα προαναφερόμενα τρία ακίνητα, για την οποία δαπάνησε εξ ιδίων α) 400.000 δρχ.

το έτος 1981 για αμοιβές τεχνιτών κατασκευής του οπλισμένου σκελετού από σκυρόδεμα και β) όλες τις δαπάνες για την αγορά όλων των αναγκαίων υλικών, από την οποία (κατασκευή), θα απεκόμιζε, ως εργολάβος, το ποσό των 11.250.000 δραχμών, το οποίο δεν εισέπραξε λόγω της συζυγικής σχέσης, γ) με την προσωπική του εργασία κατά την ανέγερση της οικοδομής αυτής, η οποία αποτιμάται στο ποσό των 1.620.000 δραχμών και δ) με την χρηματοδότηση και με προσωπική του εργασία της κατασκευής, του εξοπλισμού κατά 50% αξίας 8.550.000 δρχ.

της ιχθυοτροφικής μονάδας με τον τίτλο "Ιχθυοτροφεία ..... Σαρωνικού ΕΠΕ", την οποία έθεσε σε λειτουργία τύποις η εναγόμενη με τρίτο πρόσωπο. Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μόνο στο αναγνωριστικό αίτημα, να αναγνωρισθεί η πιο πάνω συμβολή του κατά 38.056.000 δρχ. στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 260/2003 οριστική απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων που διατάχθησαν με την υπ' αριθ. 325/1998 προδικαστική απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν συνέβαλε με δικά του χρήματα καθόλου στην αποπληρωμή του τιμήματος του πρώτου από τα προαναφερόμενα ακίνητα της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ούτε στην ανέγερση της οικοδομής στο ίδιο ακίνητο, ούτε και στην απόκτηση του δεύτερου και τρίτου από τα προαναφερόμενα ακίνητα, και απέρριψε την αγωγή κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της, δέχθηκε όμως, ότι ο αναιρεσείων συνέβαλε, με την ιδιότητα του εργολάβου του έργου στην ανέγερση της ίδιας οικοδομής και δικαιούται ως εργολαβικό κέρδος, ποσοστό 25% επί της αξίας της οικοδομής, ανερχομένης σε 102.715 ευρώ, που δεν εισέπραξε λόγω της συζυγική σχέσης, αναγνώρισε δε αντίστοιχη αξίωση του αναιρεσείοντος ποσού 26.779,25 ευρώ, στην οποία περιλαμβάνεται και το 1/4 της αξίας του αυτοκινήτου, που απέκτησε η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Κατά της οριστικής εκείνης απόφασης ασκήθηκαν από τους αντιδίκους αντίθετες εφέσεις, από τις οποίες εκείνη του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθ. 327/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, εκείνη δε της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή κατ' ουσία με την ίδια απόφαση και αφού εξαφανίστηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά τα προαναφερθέντα, απορρίφθηκε η αγωγή κατά το αντίστοιχο αγωγικό κεφάλαιο.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 327/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα επί των αντίθετων εφέσεων των αντιδίκων που συνεκδικάσθηκαν: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, στην ..... την 23-7-1979. Όμως, από τον Αύγουστο του έτους 1994 βρίσκονται σε διάσταση.

Πριν από την τέλεση του γάμου της, η εφεσίβλητη στην από 27-1-2004 έφεση εκμεταλλεύονταν κατάστημα πώλησης ειδών αλιείας, το οποίο είχε θέσει σε λειτουργία από την 6-5-1977 η μητέρα της Α. Κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου της, η εφεσίβλητη στην ίδια έφεση δεν είχε δική της περιουσία. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της απέκτησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

α) Την κυριότητα επί του αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας της ....., αποτελείται από δύο τμήματα, τα οποία έχουν συνενωθεί, έχει εμβαδόν 416,25 μ και συνορεύει ανατολικά με ακίνητο του ....., δυτικά με ακίνητο της ....., βόρεια με ακίνητο κληρονόμων ..... και νότια με αγροτική οδό, με το πωλητήριο συμβόλαιο ....., το οποίο συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Βασ.

Σπηλιόπουλο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..... των βιβλίων μεταγραφών του Α' Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου με αύξοντα αριθμό ....., β) την αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία, κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971, επί τμήματος οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "....." ή "....." της κτηματικής περιφέρειας ....., απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Ε-Ζ-Α στο από 12-1-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του ....., Πολιτικού Μηχανικού, έχει εμβαδό 1000 τμ και συνορεύει ανατολικά με το 1β ακίνητο του ....., δυτικά με ακίνητο κληρονόμων του ....., βόρεια με ακίνητο του .....

και νότια με την παλαιά εθνική οδό .....-....., με το συμβόλαιο ....., που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Αντ. Ρομπόκο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..... των βιβλίων μεταγραφών του Β' Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου με αύξοντα αριθμό ..... σε συνδυασμό με την ..... πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών, που συντάχθηκε από τον ίδιο Συμβολαιογράφο, γ) την κυριότητα επί του αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας ....., έχει εμβαδό 4.560 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια με ακίνητο του ....., νότια με ακίνητο πρώην κληρονόμων ..... και ακίνητο του ..... και δυτικά με ρέμα, με το συμβόλαιο ....., το οποίο συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Αντ. Ρομπόκο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ..... των βιβλίων μεταγραφών του Β.Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου με αύξοντα αριθμό .....

και δ) την κυριότητα ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ τύπου COROLLA, κατά το έτος 1992, Το πρώτο από τα προαναφερόμενα ακίνητα έχει αποκτηθεί από την εφεσίβλητη στην από 27-1-2004 έφεση με χρήματα δικά της και του πατέρα της Β. Ειδικότερα, με το ..... προσύμφωνο, που καταρτίστηκε, πριν από την τέλεση του γάμου των διαδίκων, από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Βασίλειο Σπηλιόπουλο, ο Γ, ενεργώντας για λογαριασμό της συζύγου του Δ, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, λόγω πώλησης, το ακίνητο αυτό στην προαναφερόμενη εφεσίβλητη με τίμημα το ποσό των 240.000 δραχμών, το οποίο η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει με εξήντα ισόποσες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί την 1-9-1976, δηλαδή πριν από την τέλεση του γάμου της με τον εκκαλούντα στην ίδια έφεση, που έγινε την 23-7-1979, όπως προαναφέρθηκε.

Συνεπώς, η κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος αυτού Ε, σύμφωνα με την οποία όλο το τίμημα για την αγορά του ακινήτου αυτού, καταβλήθηκε από τον ίδιο εκκαλούντα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Περαιτέρω, στο ακίνητο αυτό έχει ανεγερθεί οικοδομή, η οποία αποτελείται από δύο ορόφους, καθένας από τους οποίους έχει εμβαδό 150 τ.μ.

Η ανέγερση της οικοδομής αυτής άρχισε κατά το έτος 1981. Η δαπάνη για την ανέγερσή της έγινε από την εφεσίβλητη στην ίδια έφεση και τα μέλη της πατρικής της οικογένειας, από τα οποία ο πατέρας της Β και ο αδελφός της ΣΤ ήταν οικοδόμοι και διέθεταν δικό τους συνεργείο. Ο σκοπός άλλωστε, του πατέρα της ήταν να εγκατασταθεί στον μεν ισόγειο της οικοδομής η προαναφερόμενη εφεσίβλητη, στο δε πρώτο όροφο ο αδελφός της ΣΤ, με τις οικογένειές τους, όπως συμβαίνει σήμερα.

Για την ανέγερση της οικοδομής αυτής έλαβαν δάνεια τόσο η ίδια η εφεσίβλητη, ποσού 660.000 δραχμών, από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα Ελλάδος, με το συμβόλαιο ....., που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Σπ. Γαρούφη, όσο και ο αδελφός της ΣΤ, ποσού 1.000.000 δραχμών, από την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. Η ίδια εφεσίβλητη ή τα μέλη της πατρικής της οικογένειας έχουν πληρώσει τη δαπάνη για την έκδοση της άδειας οικοδομής, την αμοιβή της υπεύθυνης Μηχανικού ....., το ....., για το σκυρόδεμα, τις εισφορές στο ΙΚΑ κλπ..

Βέβαια, ο εκκαλών στην ίδια έφεση που εργάζονταν στην εταιρία με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Α.Ε.", ως ναυτικός παρέχοντας την εργασία του ανεφοδιασμού πλοίων με καύσιμα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος αφενός μεν κατασκεύασε, ως εργολάβος, την οικοδομή αυτή, εκτός από το σκελετό, με οπλισμένο σκυρόδεμα, αφετέρου δε συνέβαλε στην κατασκευή της, με την προσωπική του εργασία. 'Όμως, δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις ούτε η προαναφερόμενη εργασία του επέτρεπε να παρέχει την προσωπική του εργασία για την ανέγερση της οικοδομής αυτής, αφού, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, με την από 12-9-2002 αίτηση, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, οι συνθήκες της εργασίας του ήταν δυσχερείς λόγω των πολλών ωρών ημερήσιας και νυκτερινής απασχόλησης και λόγω προβλημάτων υγείας.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η από 27-6-1980 δήλωση του εκκαλούντος στην ίδια έφεση προς το ΙΚΑ ότι κατά την κατασκευή της οικοδομής αυτής δεν θα εργάζονταν άλλος, εκτός από τον ίδιο, έγινε για την μείωση των εισφορών στο ΙΚΑ. Από την ίδια δήλωση προκύπτει, ωστόσο, ότι για την κατασκευή της οικοδομής αυτής θα εργαζόταν ο Β και ο ΣΤ, πατέρας και αδελφός αντίστοιχα της συζύγου του εκκαλούντος.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ίδιο εκκαλούντα καταστάσεις μισθοδοσίας προσωπικού, στις οποίες ο ίδιος φέρεται ως ανάδοχος του έργου της κατασκευής της οικοδομής αυτής, αφορούν εργαζομένους (οικοδόμους) που είχαν ασχοληθεί με την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής από οπλισμένο σκυρόδεμα, η οποία δεν έγινε από εκείνον, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εκδίκαση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, των από'16-1-1995 και 2-1-1995 αιτήσεων των διαδίκων για την ανάθεση της επιμέλειας της κόρης τους Ζ και για την προσωρινή επιδίκαση διατροφής, καθώς και της από 1-7-1995 αγωγής της εφεσίβλητης στην από 27-1-2004 έφεση για την οριστική επιδίκαση διατροφής για την προαναφερόμενη κόρη των διαδίκων, οι γονείς της εφεσίβλητης Α και Β που εξετάστηκαν, ως μάρτυρές της, κατέθεσαν μεν, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά 294/1995 και 242/1997 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ότι ο εκκαλών στην ίδια έφεση "...

βοήθησε και αυτός για το σπίτι...", όμως δεν εξειδίκευσαν σε τι συνίσταται η βοήθεια αυτή. Περαιτέρω, με το ..... συμβόλαιο, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Κορίνθου Αντώνιο Ρομπόκο, η εφεσίβλητη στην ίδια έφεση είχε συστήσει με το μάρτυρα του εκκαλούντος στην ίδια έφεση Ε την εταιρία με την επωνυμία "Ιχθυοτροφεία .....

Σαρωνικού ΕΠΕ". Για την ίδρυση και τη λειτουργία της εταιρίας αυτής, η εφεσίβλητη στην ίδια έφεση είχε συμβάλει με την καταβολή χρημάτων και την παροχή του δικαιώματος εγγραφής υποθηκών επί του πρώτου από τα προαναφερόμενα ακίνητά της για την εξασφάλιση της απόδοσης δανείων, τα οποία είχε λάβει η εταιρία από την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος.

Την 10-8-1993 με τη σχετική πράξη ....., που συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Κορίνθου Αργυρώ Σκιαδοπούλου, η εφεσίβλητη αυτή μεταβίβασε στον Ε τα εταιρικά της μερίδια και αποχώρησε από την εταιρία. Ο Ε, λόγω του ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, εξαγόρασε τα εταιρικά αυτά μερίδια μεταβιβάζοντας στην εφεσίβλητη αυτή το δεύτερο και το τρίτο από τα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα.

Αυτό προκύπτει με σαφήνεια όχι μόνο από την κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης, αλλά και από εκείνη του μάρτυρα του εκκαλούντος, δηλαδή του ίδιου του Ε, ο οποίος κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη δεν είχε λάβει χρήματα για τη συμμετοχή της στην επιχείρηση του ιχθυοτροφείου και ότι το μόνο που έλαβε για την συμμετοχή της αυτή ήταν τα δύο αυτά ακίνητα.

Κατά συνέπεια, ο εκκαλών στην έφεση αυτή δεν είχε καμία συμμετοχή στην απόκτηση των δύο αυτών ακινήτων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που δέχτηκε ότι ο εκκαλών στην έφεση αυτή δεν συνέβαλε στην αποπληρωμή του τιμήματος του πρώτου από τα προαναφερόμενα ακίνητα της εφεσίβλητης στην ίδια έφεση, στην ανέγερση της προαναφερόμενης οικοδομής και στην απόκτηση του δεύτερου και του τρίτου από τα προαναφερόμενα ακίνητα, ορθά έκρινε και, επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος από τους λόγους της από 27-1-2004 έφεσης, καθώς και ο συνεχόμενος με αυτούς πρώτος λόγος της ίδιας έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.

Αντίθετα, με την παραδοχή του ότι ο εκκαλών στην ίδια έφεση συνέβαλε, με την ιδιότητα του εργολάβου του έργου της ανέγερσης της οικοδομής στο πρώτο από τα προαναφερόμενα ακίνητα, και, επομένως, δικαιούται, ως εργολαβικό κέρδος, ποσοστό 25% επί της αξίας της οικοδομής, ανερχόμενης, κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε 102.715 ευρώ, το οποίο (ποσοστό) δεν εισέπραξε, λόγω της συζυγικής σχέσης, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν σ'αυτό.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος σχετικός λόγος της από 12-2-2004 έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν η από 27-1-2004 έφεση του ενάγοντος, να γίνει δεκτή κατ'ουσίαν η από 12-2-2004 έφεση της εναγόμενης, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση 260/2003 του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, να δικαστεί κατ'ουσίαν η από 31-3-1998 αγωγή και να απορριφθεί αυτή κατ'ουσίαν ως προς την κύρια βάση της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 525, 527 και 535 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει, χωρίς ειδικό παράπονο, τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να τις εξετάσει, μη έχοντας, άλλωστε, δικαίωμα να πράξει αυτό, όταν αυτές είχαν σωρευτεί στο ίδιο δικόγραφο, κατά το άρθρο 219 του ΚΠολΔ, επικουρικά, δηλαδή με την αίρεση της απόρριψης της πρώτης (κύριας) βάσης της αγωγής, η οποία (αίρεση) όμως δεν πληρώθηκε, αφού η κύρια βάση της αγωγής έγινε πρωτοδίκως δεκτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 31-3-1998 αγωγή του ο ενάγων είχε ζητήσει επικουρικά, όπως αναφέρεται στη δεύτερη σκέψη της απόφασης αυτής, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη σύζυγός του οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 38.056.000 δραχμών, που αποτελεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, αφού η τελευταία έγινε πλουσιότερη, κατά το ποσό αυτό, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας του.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, δεν ερεύνησε την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της. Μετά την παραδοχή, συνεπώς, της έφεσης, της εναγόμενης και την απόρριψη της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, πρέπει, χωρίς ειδικό παράπονο, να ερευνηθεί αυτή (αγωγή), ως προς την επικουρική βάση της.

Εφόσον, όμως, ο ενάγων δεν συνέβαλε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της απόφασης αυτής, στην επαύξηση της περιουσίας της εναγόμενης, η τελευταία δεν έγινε πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος και, συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και ως προς την επικουρική βάση της".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ούτε με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος τους και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Ειδικότερα: 1) για την αιτιολόγηση της οποιασδήποτε συνεισφοράς των αντιδίκων στην απόκτηση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων και την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητά τους, και ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν συνεχώς στην εταιρεία με την επωνυμία "ΣΕΚΑ Α.Ε." ως ναυτικός, δεν παραθέτει τα εισοδήματα που αποκόμισε αυτός από την πηγή αυτή κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης από το 1979 μέχρι τον Αύγουστο 1994, τί ποσό από τα εισοδήματα αυτά συνεισέφερε για την αντιμετώπιση των εν γένει οικογενειακών αναγκών ή δαπάνησε και για τις ατομικές του ανάγκες, και πού διατέθηκε το υπόλοιπο ποσό.

Επίσης, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων το 1979 δεν είχε δική της περιουσία, και ότι πριν από την τέλεση του γάμου εκμεταλλευόταν κατάστημα πώλησης ειδών αλιείας, το οποίο είχε θέσει σε λειτουργία πριν από την 6.5.1977 η μητέρα της Α, δεν παραθέτει ποιά ήταν η μορφή της εκμετάλλευσης αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, τα καθαρά εισοδήματα που αποκόμισε ατομικά η αναιρεσίβλητη από την εκμετάλλευση αυτή καθ' όλο το αντίστοιχο χρονικό διάστημα από το 1979 μέχρι τον Αύγουστο του 1994, τί ποσό συνεισέφερε τυχόν αυτή για την αντιμετώπιση των εν γένει οικογενειακών αναγκών ή δαπάνησε για τις ατομικές της ανάγκες και πού διέθεσε το υπόλοιπο ποσό. 2) Εξ άλλου, σε σχέση με το πρώτο ακίνητο στη θέση ".....", ενώ δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη το απέκτησε με οριστικό συμβόλαιο το 1981 και ότι την αγορά του είχε προσυμφωνήσει συμβολαιογραφικά στις 7.8.1976 με τίμημα 240.000 δρχ., καταβλητέο δε σε 60 μηνιαίες ισόποσες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη έπρεπε να καταβληθεί στις 1.9.1976 και ότι το σύνολο των δόσεων καταβλήθηκε με χρήματα δικά της και του πατέρα της, δεν παραθέτει για τις 25 δόσεις, συνολικού ποσού 100.000 δρχ., που καταβλήθηκαν μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, δηλαδή μετά την 23.7.1979, πόσα χρήματα κατέβαλε ατομικά η αναιρεσίβλητη και ποιά η πηγή προέλευσής τους συγκεκριμένα. 3) Για την οικοδομή που άρχισε να ανεγείρεται στο ίδιο ακίνητο το 1981, ενώ δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι η δαπάνη για την ανέγερσή της έγινε από την αναιρεσίβλητη και τα μέλη της πατρικής οικογένειάς της και ότι για την ανέγερση αυτή έλαβαν τραπεζικά δάνεια, η αναιρεσίβλητη ποσού 660.000 δρχ.

και ο αδελφός της, που θα διέμενε στον πρώτο όροφο της οικοδομής 1.000.000 δρχ., δεν παραθέτει: α) πότε η αναιρεσίβλητη εξόφλησε το δικό της δάνειο και με ποιάς προέλευσης χρήματα, β) ποιό ήταν το συνολικό κόστος της οικοδομής αυτής για την άδεια και τις επί μέρους εργασίες, ποιό ποσό συνεισέφερε για την κατασκευή της ατομικά και ποιά ήταν η πηγή προέλευσης των χρημάτων συγκεκριμένα, γ) ενώ δέχεται ότι οι γονείς της αναιρεσίβλητης κατέθεσαν σε δύο άλλες δίκες διαδοχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου το 1995 και το 1997 ότι ο αναιρεσείων "βοήθησε στο σπίτι", δεν αξιολόγησε τη σχετική συνεισφορά, ενόψει και της τελικής κρίσης του για μηδενική συμβολή του αναιρεσείοντος, αντίθετα και προς το καθιερούμενο τεκμήριο από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ.

β' του ΑΚ. 4) για τα δύο άλλα ακίνητα στις θέσεις "....." ή "....." της περιφέρειας ..... και "....." της περιφέρειας ....., που απέκτησε με δύο οριστικά συμβόλαια αγοράς το έτος 1994 η αναιρεσίβλητη, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη ότι το τίμημα τους καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στον πωλητή Ε, με το ποσό της συμβολαιογραφικής εξαγοράς από τον τελευταίο το 1993 του μεριδίου κατά 50% συμμετοχής της αναιρεσίβλητης σε ιχθυοτροφική επιχείρηση, που λειτουργούσε ως ΕΠΕ, και στην ίδρυση και λειτουργία της οποίας το έτος 1990 συνέβαλε η αναιρεσίβλητη με χρήματα και την παροχή δικαιώματος εγγραφής υποθήκης στο πρώτο ακίνητό της, που είχε ανεγερθεί η πιο πάνω οικοδομή της, για την εξασφάλιση δανείων που είχε λάβει η εταιρεία από την Αγροτική Τράπεζα, δεν παραθέτει:

α) ποιό ποσό χρημάτων εισέπραξε η αναιρεσίβλητη από τη μεταβίβαση του εταιρικού της μεριδίου το 1993 και ποιά ήταν η πραγματική καθαρή αξία του μεριδίου, β) ποιό ήταν το τίμημα αγοράς των δύο ακινήτων το 1994 από την αναιρεσίβλητη και πώς καταβλήθηκε από την τελευταία, γ) ποιά ποσά είχαν δαπανηθεί το 1990 για την ίδρυση της ιχθυοτροφικής Ε.Π.Ε.

και για την κεφαλαιουχική εγκατάστασή της (εργασία, υλικά) και με τίνος χρήματα καταβλήθηκαν, δ) ποιό ήταν το ποσό με το οποίο είχε δανειοδοτηθεί η Ε.Π.Ε. από την Αγροτική Τράπεζα, πού διατέθηκε το κεφάλαιο του δανείου και τί ποσό είχε αποπληρωθεί από το δάνειο μέχρι τη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης, και από ποιόν.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 327/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ