Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, rejecting arguments regarding apparent contract and witness credibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the employer against the Single Member Court of Athens regarding a labor dispute. The appellant argued that the employment contract was fictitious and the lower court contradicted itself by accepting the worker's continued employment while citing economic crisis as the reason for reduced profits. The court rejected these claims, noting that the employer's own actions in reducing costs did not create a contradiction, and that the lower court's assessment of witness testimony falls under the non-reviewable discretion of the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an employer's argument regarding a reduction in profits due to economic crisis does not constitute a contradiction if the employer initiated the reduction to lower costs, and that the assessment of witness credibility is a matter of non-reviewable discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1798 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1798/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. Μ. του Α. και 4) Μ. Μ. του Α., κατοίκων Αιγάλεω Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Στανέλλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Α. Ζ. του Π., κατοίκου Αγίας Βαρβάρας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαντέλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1663/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6079/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3/1/2020 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 171/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 5/5/2021 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 5-5-2021 κλήση της αναιρεσίβλητης νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 171/2021 απόφασης του παρόντος Τμήματος, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ελλείψει κλητεύσεως, η από 3-1-2020 και με αριθ. κατάθεσης 1433/135/12-2-2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6079/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 1-11-2018 και με αριθ. καταθ. 103246/7218/2018 έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 1663/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί
η από 10-6-2016 και με αρ. καταθ. 32478/1100/2016 εργατική αγωγή επιδικάσεως διαφοράς δεδουλευμένων, καταβολής αμοιβών υπερεργασίας και παράνομων υπερωριών και για οφειλόμενη συμπλήρωση αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και, αφού εξαφάνισε αυτή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 57 7 § 3).
Κατά το άρθρο 38 § 1 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του v. 2639/1998 που συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 ν. 2874/2000 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε στο σύνολό τους με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α' 66/11.5.2010), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε 8 ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την κατάρτιση της σύμβασης μερικής απασχόλησης, απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, που αφορά τη μερική απασχόληση, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, κατ' άρθρο 159 του ΑΚ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται δε και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της έλλειψης του απαιτούμενου τύπου.
Το τεκμήριο περί του οποίου γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της § 1 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990 και τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων του εργαζομένου, δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη, προϋποθέτει έγκυρη συμφωνία περί μερικής απασχόλησης, δηλαδή εγγράφως καταρτισθείσα και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποίησης της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 987/2022, 703/2020, 202/2015).
Δεν συντρέχει όμως περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθείς ίσχυσε κατά τον επίδικο χρόνο, περί μερικής απασχόλησης και των εξ αυτής συνεπειών στο ύψος του οφειλομένου μισθού κατά την παρ. 9 αυτής, στην περίπτωση που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η κατάρτιση της έγγραφης συμφωνίας για μερική απασχόληση και η εν συνεχεία αυτής γνωστοποίηση στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας έλαβε χώρα προσχηματικά για λόγους που αφορούν τον εργοδότη ή το μισθωτό, ενώ στην πραγματικότητα ο μισθωτός απασχολήθηκε ή εξακολούθησε ν' απασχολείται με πλήρες ωράριο εργασίας (ΑΠ 202/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 56/2020, 275/2017).
Ειδικότερα, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες και δεν τους εφάρμοσε, ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε σ' αυτούς (ΑΠ 1210/2008, 2197/2007) και να παρατίθενται οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όπου η επικαλούμενη παραβίαση.
Ενώ, επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 791/2020, 574/2010, 225/2009, 2174/2007), β) να προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 225/2009, 1207/2005), δηλ.
να εκτίθεται η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 1097, 737/2008) και γ) να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όπου η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1467/2008, 1097/2008, 2174/2007, 1300/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, 24/1992). Ενώ, κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (Ολομ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 104/2020, 2081/2017, 1299/2009, 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).
Εξάλλου, ο παρών αναιρετικός λόγος (559 αρ. 8 εδ. β') απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, προκύπτει από την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ("πράγμα") που προτάθηκε και τον απέρριψε είτε ρητά είτε με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 403/2009), ενώ δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος (Ολομ ΑΠ 14/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), Α. Ζ., προσλήφθηκε το Μάιο του 2002 από τον πρώτο εναγόμενο (ήδη 1° αναιρεσείοντα), Α. Μ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, στην ατομική επιχείρηση (εμπορίου ειδών εξοπλισμού και διακοσμήσεων καταστημάτων), που διατηρούσε ο εναγόμενος στο Αιγάλεω Αττικής.
Το ωράριο εργασίας της ενάγουσας συμφωνήθηκε πλήρες, δηλαδή, οκτάωρο ημερησίως επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών, τις οποίες, μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010, πράγματι τις λάμβανε. Ειδικότερα, η ενάγουσα, με βάση την προϋπηρεσία της (έξι τριετίες συμπληρωμένες τον 9°/2010) και το γεγονός ότι ήταν έγγαμη, δικαιούταν (με βάση τη ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού γραφείων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας") μηνιαίο μισθό 1.162 ευρώ, τα οποία ο εναγόμενος της κατέβαλλε κανονικά μέχρι τότε.
Ωστόσο, από την 1η.10.2010, ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε δραστική μείωση των αποδοχών της ενάγουσας, καταβάλλοντάς της, από τότε και στο εξής, μόνο το ποσό των 581 ευρώ το μήνα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο εκείνο, έλαβε χώρα τροποποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης της ενάγουσας, με βάση την οποία το ωράριο εργασίας της μεταβλήθηκε από πλήρους απασχόλησης σε μερικής και προσκομίζει την από 1.10.2010 σχετική έγγραφη "γνωστοποίηση", κατατεθειμένη αυθημερόν και στην Επιθεώρηση Εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2639/1998.
Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας πλήρους απασχόλησης, συναφθείσα ήδη από το 2002, δεν τροποποιήθηκε στην πραγματικότητα ποτέ, ούτε λύθηκε, αλλά παρέμεινε σε λειτουργία όπως είχε αρχικά συνομολογηθεί και βάσει αυτής η ενάγουσα συνέχιζε να εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, η δε, από 1.1.2010 (ενν. 1.10.2010) τυπική "γνωστοποίηση όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας" της ενάγουσας, ήταν εντελώς προσχηματική.
Πιο συγκεκριμένα, προκύπτει ότι, η εν λόγω "γνωστοποίηση" έγινε ενόψει της μείωσης των κερδών της ατομικής επιχείρησης του πρώτου εναγομένου, οφειλόμενης στην εν γένει οικονομική κρίση από το έτος 2009, με πρωτοβουλία του ιδίου και προκειμένου να μειωθούν τα έξοδα αυτής (της επιχείρησης) από τη συγκεκριμένη εργαζομένη της, η οποία (ενάγουσα) την υπέγραψε προκειμένου να συνεχίσει να εργάζεται (δηλ.
υπό το φόβο της απόλυσης), χωρίς, όμως, ποτέ να συμφωνήσει οποιαδήποτε τροποποίηση του βασικού (πλήρους) ωραρίου εργασίας της. Εξάλλου, η προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο, ως ανωτέρω, γνωστοποίηση όρων "μερικής απασχόλησης", δεν μπορεί να ασκήσει έννομη επιρροή στο καθεστώς εργασίας με πλήρη απασχόληση, με το οποίο η ενάγουσα παρείχε την εργασία της και το οποίο διατηρήθηκε και μετά την κατάρτιση του ως άνω εγγράφου. [...] Το ωράριο εργασίας της ενάγουσας, για όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ήταν οκτώ ώρες τις καθημερινές, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και συγκεκριμένα από τις 9.00 έως τις 17.00.
Δεν αποδείχθηκε ότι εργαζόταν καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου, ούτως ώστε να δικαιούται αμοιβή για τέτοια απασχόλησή της, ειδικά για το χρονικό διάστημα που ακολούθησε την ως άνω μείωση των αποδοχών της. [...] Ο καταβαλλόμενος στην ενάγουσα μηνιαίος μισθός ανερχόταν στο ποσό των 581 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011, από το οποίο η ενάγουσα αιτείται τις αξιώσεις της, έως και το Μάρτιο του 2013, οπότε απολύθηκε από τον πρώτο εναγόμενο.
Ο μισθός αυτός ήταν κατώτερος του καθορισθέντος με την οικεία κλαδική ΣΣΕ που προαναφέρθηκε (βλ. τη ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού γραφείων βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων όλης της χώρας ετών 2010-2011" από 6.12.2010, Π.Κ. 58/20.12.2010), τον οποίο (νόμιμο μισθό) η ενάγουσα λάμβανε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010.
Συνεπώς, δικαιούται να λάβει ως διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων μηνιαίων αποδοχών για το διάστημα από 1.1.2011 μέχρι την απόλυσή της, το τέλος Μαρτίου 2013, δηλαδή, για χρονικό διάστημα 27 μηνών το ποσό των 581 ευρώ για κάθε μήνα και συνολικά το ποσό των (1.162 ευρώ νόμιμος μισθός, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος, μείον 581 ευρώ καταβληθείς μισθός = 581 ευρώ διαφορά Χ 27 μήνες) 15.687 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσού από τη δήλη ημέρα πληρωμής του, δηλαδή, από το τέλος κάθε δεδουλευμένου μήνα του χρονικού αυτού διαστήματος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, το Νοέμβριο του έτους 2014, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που συνάφθηκε την 3η.11.2014 μεταξύ της ενάγουσας και του τρίτου εναγομένου (ήδη 3ου αναιρεσείοντος), Δ. Μ., ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης (ήδη 2ης αναιρεσείουσας) ομόρρυθμης εταιρείας (της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι αυτός και η αδελφή του, τέταρτη εναγομένη (4η αναιρεσείουσα) Μ.
Μ., αμφότεροι δε παιδιά του πρώτου εναγομένου, Α. Μ.), αυτή (η ενάγουσα) προσλήφθηκε, ομοίως ως υπάλληλος γραφείου, για να εργαστεί στην ομοειδή επιχείρηση που στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με την ατομική επιχείρηση του πρώτου, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή, επί οκτάωρο ημερησίως (από 09.00 έως 17.00) και πενθήμερο εβδομαδιαίως, αντί των νομίμων μηνιαίων αποδοχών.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε προκειμένου να εργαστεί με ωράριο μερικής απασχόλησης και προσκομίζουν την σχετική από 3.11.2014 έγγραφη "αναγγελία πρόσληψης". Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων δεν αποδεικνύεται βάσιμος, η δε έγγραφη σύμβαση - "αναγγελία πρόσληψης με καθεστώς μερικής απασχόλησης" αποδεικνύεται, ομοίως όπως και η προηγούμενη, προσχηματική, αφού στην πραγματικότητα τα δίάδικα μέρη συμφώνησαν την επί οκτάωρο ημερησίως και επί πενθήμερο εβδομαδιαίως εργασία της ενάγουσας, η οποία αποδέχθηκε την προσχηματική αυτή δήλωση, καθώς είχε ανάγκη την ανάληψη της εργασίας αυτής και υπό την προσδοκία λήψης της αποζημίωσης απόλυσης για την από Μαρτίου 2013 καταγγελία της προηγούμενης εργασιακής της σύμβασης, την οποία ακόμη δεν είχε λάβει και την καταβολή της οποίας διαρκώς υποσχόταν, αλλά και ανέβαλλε ο πρώτος εναγόμενος [...]. 'Αλλωστε, οι εναγόμενοι κατέβαλλαν στην ενάγουσα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 415 ευρώ, που ήταν κατώτερο του καθοριζομένου βάσει των ΕΓΣΣΕ της επίδικης περιόδου που καθορίζουν τις αποδοχές ασφαλείας και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση (ΕΓΣΣΕ 2013, από 14.5.2013, σύμφωνα με την οποία ο βασικός μισθός ήταν 586,08 ευρώ, το επίδομα προϋπηρεσίας για 9 έτη συμπληρωμένα και άνω 175,82 ευρώ συν επίδομα γάμου, τέκνου), διότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης από τις επίδικες εργασιακές συμβάσεις της ενάγουσας δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι οικείες κλαδικές ΣΣΕ που προαναφέρθηκαν (Ν. 4093/2012 και όπως αξιώνει η ενάγουσα και δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι).
Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2014 μέχρι και το Δεκέμβριο 2015, οπότε καταγγέλθηκε και η δεύτερη σύμβαση εργασίας της, το ποσό των (830 ευρώ νόμιμες μηνιαίες αποδοχές - το ύψος των οποίων δεν αρνούνται ειδικά και αιτιολογημένα οι εναγόμενοι - μείον 415 ευρώ καταβληθείσες μηνιαίες αποδοχές = 415 ευρώ Χ 14 μήνες) 5.810 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει εις ολόκληρον από καθέναν από τη δεύτερη (ως εργοδότρια), τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων (ως ομόρρυθμα μέλη της εργοδότριας εταιρείας), για την ανωτέρω αιτία (διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών δεδουλευμένων αποδοχών), το συνολικό ποσό των 5.180 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κάθε επιμέρους ποσού (415 ευρώ) από τη δήλη ημέρα πληρωμής του που είναι το τέλος κάθε δεδουλευμένου μήνα του διαστήματος αυτού.
Τελικά, η ενάγουσα απολύθηκε την 31η.12.2015. Κατά την απόλυσή της έλαβε αποζημίωση ποσού 968 ευρώ, αντιστοιχούσα στο χρονικό διάστημα από 3.11.2014 και εντεύθεν και με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Η αποζημίωση, όμως, την οποία δικαιούταν, ενόψει του χρόνου απασχόλησής της στους εναγόμενους (δεκατεσσάρων μηνών) και του ως άνω νομίμου μισθού της, ανερχόταν σε 1.936 ευρώ (830 ευρώ Χ 2 μήνες + 1/6 = 1.936 ευρώ).
Εφόσον η καταβολή της δεν ήταν η προσήκουσα, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει τη διαφορά (1.936 - 968) και δη το ποσό των 968 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, δηλαδή, από 1.1.2016, και μάλιστα, εις ολόκληρον από καθέναν από τους τρεις εναγόμενους (2η, 3ον και 4η)". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους - αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα -αναιρεσίβλητη, ο μεν πρώτος το συνολικό ποσό των 15.687€ νομιμότοκα κατά τα ανωτέρω, οι δε λοιποί εις ολόκληρον καθένας από αυτούς το συνολικό ποσό των (5810 + 968) 6.778 € με το νόμιμο τόκο ως ανωτέρω.
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλομένη, για πλημμέλειες εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349-351 ΑΚ, 7 § 1 ν. 2112/1920 και 5 § 3 ν. 3198/1955 ως προς τις νόμιμες συνέπειες από την άσκηση από τον εργοδότη του διευθυντικού του δικαιώματος, αλλά έκρινε τη νέα έγγραφη σύμβαση που συνήφθη με την από 1η-10-2010 έγγραφη γνωστοποίηση των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας, και αφορούσε στην τροποποίηση του ωραρίου της αναιρεσίβλητης από πλήρη απασχόληση σε μερική με αντίστοιχη μείωση των μηνιαίων αποδοχών της στο ποσό των 681€ μηνιαίως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ, ως προσχηματική.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αφορά στην παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο αν και πού το Εφετείο εσφαλμένα προσέφυγε ή όχι στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε, αλλά αρκούνται στην επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεων και στην ερμηνεία αυτών.
Επομένως, ο λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Ως προς την παράβαση εκ του αριθ. 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 653 ΑΚ και 38 § 1 του ν. 1892/1990, υπήγαγε σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους και έκρινε την από 1η-10-2010 έγγραφη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης, ως προσχηματική, που δεν μπορεί να ασκήσει έννομη επιρροή στο καθεστώς εργασίας με πλήρη απασχόληση, με το οποίο η αναιρεσίβλητη παρείχε την εργασία της και το οποίο διατηρήθηκε και μετά την κατάρτιση του ως άνω εγγράφου και δεν δέχθηκε ότι συνιστά άσκηση διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ή ότι η αναιρεσίβλητη μετά την απόφαση του πρώτου αναιρεσείοντος για μείωση του ωραρίου απασχόλησής της και συνακόλουθα των αποδοχών της δέχθηκε αυτήν και συνέχισε ν' απασχολείται με μειωμένο ωράριο.
Επομένως, ο λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια στην αναιρεσlβαλλομένη εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεχόμενη τα παραπάνω (ότι η σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης ήταν προσχηματική) υπέπεσε σε αντιφάσεις, το μεν δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε να εργάζεται αδιαμαρτύρητα στην επιχείρηση για τρία χρόνια, το δε με την περαιτέρω παραδοχή της ότι υπήρξε μείωση των κερδών της ατομικής επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος που οφειλόταν στην εν γένει οικονομική κρίση από το έτος 2009.
Και κατά το σκέλος αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η εν λόγω "γνωστοποίηση" έγινε ενόψει της μείωσης των κερδών της ατομικής επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος, οφειλόμενης στην εν γένει οικονομική κρίση από το έτος 2009, με πρωτοβουλία του ιδίου και προκειμένου να μειωθούν τα έξοδα αυτής (της επιχείρησης) από τη συγκεκριμένη εργαζομένη της, η οποία (αναιρεσίβλητη) την υπέγραψε προκειμένου να συνεχίσει να εργάζεται (δηλ.
υπό το φόβο της απόλυσης), χωρίς, όμως, ποτέ να συμφωνήσει οποιαδήποτε τροποποίηση του βασικού (πλήρους) ωραρίου εργασίας της αλλά απασχολούμενη πάντα (μέχρι την απόλυσή της) με πλήρες οκτάωρο εργασίας και συνεπώς ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις παραδοχές της και η απόφαση κατά το προσβαλλόμενο μέρος της δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, με τον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι ενώ δέχθηκε τον ισχυρισμό που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, ότι υπήρξε μείωση των κερδών της ατομικής επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος που οφειλόταν στην εν γένει οικονομική κρίση από το έτος 2009, αντίθετα θεώρησε ότι καμιά αλλαγή δεν υπήρξε στο ωράριο της αναιρεσίβλητης, ενώ στην πραγματικότητα η μεταβολή αυτή έγινε καθώς δεν υπήρχε λόγος να απασχολούν εργαζόμενους με πλήρες ωράριο.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελεί επιχειρηματολογία του διαδίκου, την οποία, μάλιστα, το Εφετείο έλαβε υπόψη. Επίσης δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το γεγονός ότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε πειστικές τις μαρτυρικές καταθέσεις ως προς ορισμένες αξιώσεις και μη πειστικές ως προς άλλες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, αφού τούτο ανάγεται στην κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και της αξιοπιστίας αυτών από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1587/2007).
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2020 και με αριθ. κατάθεσης 1433/135/12-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6079/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ