1798/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1798/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1798 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1798/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 4-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 112/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 28-8-2009 εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 17/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία έγινε δεκτή η από 20-2-2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. ... ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Καρδίτσας και ο συνοδεύων αυτήν χρηματικός κατάλογος.
Το άρθρο 2 § 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 [με έναρξη ισχύος την 1-1-2014], όριζε τα εξής: "Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν:
α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) ... γ) ...". Εξάλλου, το άρθρο 73 §§ 1, 2 και 4 του ίδιου ν.δ/τος ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη. 4.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ/τος 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε) Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ίδιου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία (ανακοπή) μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, που αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη.
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η ελλείπουσα από το νόμιμο τίτλο λεπτομερής περιγραφή του φερόμενου ως οφειλόμενου χρηματικού ποσού μπορεί να συμπληρωθεί με έγγραφα που καθιστούν την οφειλή επαρκώς συγκεκριμένη, εφόσον αυτά έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στο φερόμενο ως οφειλέτη, πριν ο τελευταίος αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την οφειλή του με άσκηση ανακοπής, ενόψει του ότι με τον τρόπο αυτό θα έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του, και κατά συνέπεια ουδεμία δικονομική βλάβη θα υφίσταται, αφού με τη γνωστοποίηση των εγγράφων αποτρέπεται η ανάγκη εξειδικεύσεως ως στοιχείο του κύρους του νόμιμου τίτλου (ΑΠ 393/2017, 434/2015, 1898/2014).
Εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη ανακοπή του να ακυρωθεί η .../20.12.2007 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας και ο χρηματικός κατάλογος που τη συνοδεύει και αφορούν συνολικό σε βάρος του ποσό 21.075,55 ευρώ, διότι πάσχουν από αοριστία ως προς την αιτία και τα επιμέρους κονδύλια του χρέους, στερούνται νόμιμης αιτιολογίας και η όλη απαίτηση δεν είναι βέβαιη ούτε εκκαθαρισμένη.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας όλα τα έγγραφα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα: "Στις 12.12.2007 οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Β' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατάρτισαν τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης φόρου οικονομικού έτους 2007 και την απέστειλαν στη Δ.Ο.Υ.
Καρδίτσας, με συνημμένο κατάλογο οικονομικού έτους 2007, ο οποίος αφορά τον οφειλέτη Ι. Σ. (αναιρεσίβλητο). Στην τριπλότυπη αυτή κατάσταση αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Προς τη Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας. Σας αποστέλλουμε συνημμένα το χρηματικό κατάλογο οικονομικού έτους 2007 και σας παρακαλούμε για τη βεβαίωση.
Οφειλέτης: Ως ο συνημμένος χρηματικός κατάλογος. Ονομασία εσόδων εκτός προϋπολογισμού ΚΑΧΚΕΕΔ. Βεβαιωμένα υπέρ Δημοσίου. Ποσά για βεβαίωση σε ευρώ. Κεφάλαιο 6.748,23. Τόκοι συμβατικοί και προμήθεια Δημοσίου 11.669,36. Τόκοι καθυστέρησης και υπερημερίας 2.657,96. Σύνολο 21.075,55". Στις 20.12.2007 ο αρμόδιος υπάλληλος της Δ.Ο.Υ.
Καρδίτσας συμπλήρωσε και υπέγραφε έντυπη βεβαίωση, τυπωμένη στο κάτω μέρος της τριπλότυπης κατάστασης, η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωση του με την καταχώρηση του στο βιβλίο καταχώρησης της Δ.Ο.Υ. με αριθμό ... και για το ποσό ευρώ 21.075,55.
Ο υπάλληλος που βεβαίωσε..." Ο συνημμένος στην ανωτέρω τριπλότυπη κατάσταση χρηματικός κατάλογος έχει το εξής περιεχόμενο: "Χρηματικός κατάλογος οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Α/α 1.Ιδιότητα: Πιστούχος. ΑΦΜ: ... Σ. Ι. του Α. Διεύθυνση: ... Ποσό (σε ευρώ) 21.075,55. Αθήνα, 12.12.2007. Εισηγήτρια...
Η Προϊσταμένη του Β' Τμήματος... Ο Διευθυντής της ...". Στις 7.1.2008 κοινοποιήθηκαν τα ανωτέρω έγγραφα στον οφειλέτη Ι. Σ. και στις 27.2.2008 κατέθεσε αυτός την ένδικη ανακοπή του... Από το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων... προκύπτει προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού και του είδους του εσόδου, όχι όμως και της αιτίας, για την οποία οφείλεται το ποσό των 21.075,55 ευρώ.
Η γενική αναφορά "Χρηματικός κατάλογος οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου" δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ακριβής αναφορά της αιτίας της οφειλής, η οποία μπορεί να καταστήσει δυνατό το δικαστικό έλεγχο της οφειλής, όταν αμφισβητείται αυτή...
Συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις περιέχουν ελλιπή αιτιολογία και πάσχουν από αοριστία, όπως παραπονείται βάσιμα ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του. Περαιτέρω, μάλιστα, ανακύπτουν αμφιβολίες σχετικά με το χαρακτήρα της επίδικης οφειλής ως εκκαθαρισμένης, διότι, ενώ αποδείχθηκε ότι η οφειλή αυτή προέρχεται από δάνειο που χορήγησε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στον ανακόπτοντα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποκαταστάθηκε στη θέση της δανείστριας τράπεζας, επειδή ο δανειολήπτης δεν εξόφλησε εμπρόθεσμα την οφειλή του προς τη δανείστρια τράπεζα, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των προσβαλλόμενων πράξεων, αν υπολογίστηκε το ύψος της οφειλής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 § 1 ν. 2789/2000, 42 ν. 2912/2001 και 39 ν. 3259/2004.
Συνεπώς οι προσβαλλόμενες πράξεις πάσχουν από αοριστία και ως προς το χαρακτήρα της οφειλής ως εκκαθαρισμένης, όπως βάσιμα παραπονείται ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την υπ' αριθ. .../20.12.2007 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Καρδίτσας και το χρηματικό κατάλογο που τη συνοδεύει. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 1 § 1, 2 §§ 2 και 3 του ΚΕΔΕ, 11 §§ 1 και 5 του ν. 2322/1995, 11 § 1 και 65 του ν. 2362/1995, 32-35 του β.δ. 757/1969 και 51 του π.δ. 16/1989 και τις κατ' εξουσιοδότηση του άνω ν. 2322/1995 εκδοθείσες Υ.Α. 2/478/0025/2006 και 2/8174/0025/2008 του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η υπ' αριθμ. ...
ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας είναι αόριστη ως προς την αιτία της οφειλής και δεν συνιστά νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του ποσού των 21.075,55 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο οφειλέτη, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, νόμιμο τίτλο, που επιτρέπει την ταμειακή βεβαίωση για την είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ του οφειλόμενου από τον αναιρεσίβλητο δανείου, ως προς το οποίο κατέπεσε η παρασχεθείσα από το Δημόσιο εγγύηση, με συνέπεια αυτό να υποκατασταθεί έκτοτε αυτοδικαίως από το νόμο στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας (ΑΤΕ), αποτελεί το απευθυνόμενο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έγγραφο της τράπεζας αυτής για την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου, μαζί με το θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
αντίγραφο της τριπλότυπης περιληπτικής καταστάσεως, που βεβαιώνει τη δανειακή οφειλή ως έσοδο του Δημοσίου, σε συνδυασμό με την ίδια τη δανειακή σύμβαση, στην οποία επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση των εγγυημένων απαιτήσεων της τράπεζας κατά κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις.
Ωστόσο τα έγγραφα αυτά, τα οποία μπορούν κατ' αρχήν να θεωρηθούν επαρκή για την εξειδίκευση της οφειλής που αφορά η ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι επιδόθηκαν ή κατ' άλλο τρόπο γνωστοποιήθηκαν στον αναιρεσίβλητο πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, ώστε να είναι εφικτός από τον αναιρεσίβλητο ή και από το δικαστήριο ο έλεγχος της υπάρξεως και του ύψους της φερόμενης οφειλής του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ