1798/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1798/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ" αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Full text
Απόφαση 1798 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1798/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. - Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3352/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ" αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν.
Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ’ αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποία ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο.
Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Τέλος η ψευδής κατάθεση πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να έχουν σχέση με την υπόθεση και να αναφέρεται προκειμένου μεν για αστική διαφορά στο αποδεικτέο θέμα ή σε άλλα περιστατικά που συνδέονται αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά. Μπορεί δε τα περιστατικά που κατατέθηκαν να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση, αλλά πρέπει και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.
Ειδικότερα, πρέπει τα περιστατικά αυτά, αν πρόκειται για πολιτική δίκη, είτε να εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα, είτε να συνδέονται αναπόσπαστα με περιστατικά που εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη, ως άνω με αριθμό 3352/2015 απόφασή του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη και μνημονεύει κατά το είδος τους, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα κάτωθι: "Η κατηγορουμένη, πρώην σύζυγος του εγκαλούντος Γ.
Κ., εξεταζομένη ενόρκως στην Αθήνα στις 23-10-2009 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών επί της από 18-11-2008 αγωγής διατροφής της Έ. Κ., θυγατέρας των διαδίκων, κατά του εγκαλούντος κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι ο νυν εγκαλών έχει στην κυριότητά του δύο ακίνητα με 100% κυριότητα, ένα 80 τ.μ. στην Αθήνα, οδός ... και ένα 127 τ.μ.
στο ... Αθηνών, από τα οποία έχει εισοδήματα από τη μίσθωση τους τουλάχιστον 800 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, η αλήθεια την οποία καλώς γνώριζε ήταν ότι ο εγκαλών, πρώην σύζυγός της ήταν κύριος ενός διαμερίσματος επιφανείας 143 τ.μ. επί των οδών ..., στο οποίο διέμενε για κάποιο διάστημα με την τωρινή σύζυγό του Ό. Κ.
το οποίο όμως έχει πωλήσει από τις 24-7-2006, καθώς και ενός διαμερίσματος επιφανείας 51 τ.μ. επί της οδού ..., το οποίο πώλησε στις 27-7-2009 και συνεπώς δεν λαμβάνει μισθώματα από τα εν λόγω διαμερίσματα. Το γεγονός της ανωτέρω μεταβίβασης του διαμερίσματος επί της οδού ... η κατηγορουμένη το γνώριζε καθώς εργαζόταν ακριβώς δίπλα ενώ το γεγονός ότι ο πρώην σύζυγός της δεν είχε εισοδήματα από μισθώματα από τα εν λόγω διαμερίσματα, ήταν σε γνώση της, δεδομένου ότι είχε λάβει αντίγραφα των φορολογικών του δηλώσεων.
Κατόπιν τούτων στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και ως εκ τούτου η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν πράξης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχο του ότι "Στην Αθήνα, στις 23-10-2009, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, εξεταζόμενη ενόρκως επί της από 18-11-2008 αγωγής διατροφής της Έ.
Κ., κόρης του μηνυτή Γ. Κ., κατά του τελευταίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς η κατηγορουμένη Σ. - Ε. Χ., ότι ο πρώην σύζυγός της, μηνυτής, "έχει στην κυριότητά του δύο ακίνητα με 100% κυριότητα, ένα 80 τ.μ. στην Αθήνα, οδός ..., ένα στο ... Αθηνών, από τα οποία έχει εισοδήματα από τη μίσθωσή τους τουλάχιστον 800 ευρώ μηνιαίως".
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 3352/2015 απόφασή του, με τις κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 27, 51, 53, 224 παρ.2 -1 και 227 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Συγκεκριμένα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εν λόγου εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους.
Επίσης και ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογία και ιδίως τη συλλογιστική του σκεπτικού που μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της αποφάσεως, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζεται και η υποκείμενη δόλια προς τούτο προαίρεση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η αναλήθεια των όσων αυτή διέλαβε στην κατάθεσή της, στηρίζεται σε προσωπική της αντίληψη και δεν απαιτείτο η παράθεση άλλων περιστατικών για την κατάδειξη της εκ μέρους της επίγνωση της αναλήθειας των όσων ενόρκως κατέθεσε.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επι μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)ότι από το υπ’ αριθμ..../9-7-2008 πιστοποιητικό της ΙΒ Δ.Ο.Υ. Αθηνών και του υπ’ αριθμ..../27-3-2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Γιαλούση, εκ των οποίων κατά την θέση της αναιρεσείουσας προέκυπτε η ύπαρξη εισοδημάτων από εκμίσθωση ακινήτων, πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο τα έγγραφα αυτά τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε προσηκόντως για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, η δε περί αυτών κρίση του, ως αναγόμενη στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη β)ως προς το στοιχείο της γνώσεως ότι το επί της οδού ...
διαμέρισμα το οποίο έχει μεταβιβασθεί με το αναγνωσθέν .../24-7-2006 συμβόλαιο αναφέρεται στο μη αμφισβητηθέν γεγονός ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν "ακριβώς δίπλα" και επομένως έβλεπε ότι δεν διαμένει σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τη γνώση από το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων, που είχε λάβει, στις οποίες δεν περιείχετο το ακίνητο αυτό ούτε και μίσθωμα για το ακίνητο γ)δεν ήτο αναγκαίο να αναφέρεται "το που εργαζόταν" καθόσον αρκούσε κατά τ’ ανωτέρω η παραδοχή ότι εργαζόταν "ακριβώς δίπλα" ούτε είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη η παραδοχή ότι πληροφορήθηκε την πώληση του ως άνω ακινήτου.
Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι ως εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθησαν ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την ενοχή της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η αναίρεση ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2016 αίτηση αναιρέσεως της Σ. - Ε. Χ. του Ε. και της Β. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.3352/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ