Legislator Case Law & Legislation
1798/2009 AI generated

Supreme Court refers appeal on limitation period interruption to plenary session due to broad statutory interpretation issue.

Case Number 1798/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's rejection of a limitation defense raised during the main proceedings. The appellant argued that the lower court erred in finding that a specific notification of a hearing postponement constituted a procedural act interrupting the limitation period under Article 992 of the Civil Code. The court recognized the legal question regarding whether such a notification interrupts limitation as one of general interest. Consequently, the appeal was declared inadmissible and referred to the plenary session of the Supreme Court for a final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 992 and 261 of the Civil Code; The Supreme Court refers an appeal challenging a limitation defense to the plenary session when the legal issue concerns the broad interpretation of whether a specific procedural notification interrupts the limitation period.

Keywords

AI generated
limitation period interruption procedural notification Civil Code Article 992 general interest question referral to plenary session limitation defense hearing postponement

Cited Legislation

AI generated
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 117 of the Code of Civil Procedure
Article 987 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 992 of the Civil Code
Article 261 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 563 paragraph 2 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 23 paragraph 2 of Law 1756/1988
Article 16 of Law 2331/1995
Article 169 paragraph 6 of Law 2479/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1798 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1798/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βαρβαρίγο.

Του αναιρεσίβλητου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΟΙΝΙΞ ΣΥΝ ΠΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Σάββα Μαγουλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2542/2004 απόφαση, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας. Ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε 1764/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που ανέπεμψε προς εκδίκαση την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5315/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου και 4779/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-9-2007 αίτησή του και τους από 17-9-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 23-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που σύμφωνα με το νόμο τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς γ) ορισμένο αίτημα.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 987 του ΑΚ, ειδικώς για την περιγραφή διεκδικουμένου ακινήτου, αρκεί για το ορισμένο της αγωγής περί αποβολής εκ της νομής, να καθορίζονται τα όρια και η θέση αυτού, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς να είναι αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός ούτε του σχήματος αυτού, ούτε του προσανατολισμού των ορίων του, ούτε των πλευρικών του διαστάσεων, ούτε τέλος της εκτάσεώς του, εφ' όσον και άνευ τούτων δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.

Ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις, ο καθαρισμός αυτού, ως και οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 20.3.2002 αγωγής, του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί αποβολής εκ της νομής των διεκδικουμένων ακινήτων, σ' αυτή σαφώς περιγράφονται τα επίδικα κατά θέση, όρια και έκταση, μνημονευομένων επιπλέον των κατά τον τίτλο κτήσεώς τους ορίων και του εμβαδού αυτών, καθώς και των σημερινών τους ορίων, των πλευρικών διαστάσεών τους και του προσανατολισμού τους, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, επί πλέον δε εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής με σαφήνεια οι εμφανείς επί των επιδίκων πράξεις νομής, μεταξύ των οποίων και αυτές που αναφέρονται στην προστασία, διαφύλαξη και καθαρισμό αυτών, καθώς και στην καταμέτρηση και σύνταξη διαγραμμάτων, οι οποίες (πράξεις νομής) διενεργούντο, κατά τα σαφώς στην αγωγή, εκτιθέμενα, από τα εντεταλμένα όργανα (καταστατικά όργανα και υπαλλήλους) του αναιρεσιβλήτου, όπως επίσης και δια των δια λογαριασμού αυτού ενεργούντων τοπογράφων μηχανικών και υπαλλήλων του ΑΟΟΑ, κατά την κτηματογράφηση της επίδικης έκτασης, ως περιοχής αστικού αναδασμού (ΦΕΚ 867/Δ/1988).

Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό, που περιέχει και αίτημα αναγνωρίσεως της νομής του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων και αποδόσεώς τους σ' αυτόν πληροί τους όρους του άρθρου 216 του ΚΠολΔ σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκησή της κατά του εναγομένου, την ακριβή περιγραφή των επιδίκων ακινήτων και του ορισμένου αιτήματος και δεν είναι άκυρο, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής, όπως ο αναιρεσείων εσφαλμένως ισχυρίζεται, οι αρχικοί συγκύριοι των επιδίκων (απώτεροι δικαιοπάροχοι των εγγυτέρων δικαιοπαρόχων του εναγομένου - ... και ...-) που είχαν συμμετάσχει κατά το έτος 1926 στην κατάρτιση της αναφερομένης στην αγωγή ατύπου διανομής. 'Αρα το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο, λόγω αοριστίας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά τα κρίσιμα σημεία, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων ήταν νομέας των κατά την αγωγή επιδίκων ακινήτων (λωρίδων εδάφους συνολικής επιφανείας 35.467,40 τ.μ. που αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης έκτασης, η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ...

στη θέση ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της κοινότητας αυτής. Είναι όμορο με εδαφικά τμήματα του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών του στρατού ξηράς, θαλάσσης και αέρος (ΑΟΟΑ) υπό την μορφή λωρίδων γης ). Κατά τους επικαλούμενους απ' αυτόν χρόνους αποβολής του (τέλος Απριλίου για τα υπό στοιχ. 1α, 1β, 2α , 2β , 2γ, 3, 4, 5, 6, 7α, 7β, 7γ, 7δ, 7ε, 8, 9, 10α, 10β εδαφικά τμήματα και Οκτώβριο 2001 για τα υπολειπόμενα από την κατάληψη του Απριλίου τμήματα των ιδίων εδαφικών τμημάτων) ασκούσε επ' αυτών και επί της μεγαλύτερης έκτασης, τμήματα της οποίας αποτελούν, πράξεις με τις οποίες πραγματωνόταν η φυσική του εξουσία και εκδηλωνόταν η βούλησή του να τα εξουσιάζει ως κύριος, τις οποίες ενεργούσαν για λογαριασμό του τα αρμόδια όργανα και οι υπάλληλοι του και κυρίως οι υπάλληλοι του ΑΟΟΑ ενόψει του ότι με το ΠΔ 17.11-5/12/1988 ορίστηκε φορέας ανάπτυξης της ζώνης και διενέργειας του αναδασμού που δρομολογήθηκε κατόπιν ενεργειών του ίδιου και του ενάγοντος.

Ειδικότερα οι προαναφερόμενοι με επιτόπιες επισκέψεις έλεγχαν και επόπτευαν τα επίδικα μαζί με τη μεγαλύτερη έκταση και μεριμνούσαν εν γένει κυρίως για την ανατροπή καταπατήσεων όσο και για τη διατήρηση της μείζονος εκτάσεως καθαρής, σχετικώς δε είχαν τοποθετηθεί περιμετρικώς πινακίδες οι οποίες αφορούσαν και τα επίδικα με την απαγορευτική ένδειξη ρίψης μπαζών.

Εξάλλου, ο ενάγων δια των οργάνων του προέβαινε στις εκάστοτε ενδεδειγμένες ενέργειες και διατυπώσεις ενώπιον των αρμόδιων κρατικών αρχών για την ένταξη της όλης περιοχής στο σχέδιο πόλης και τον αποχαρακτηρισμό της ως δασικής, προκειμένου να επιτευχθεί η στεγαστική αποκατάσταση των μελών του. Οι ενέργειες αυτές (καίτοι μη υλικές επί των επιδίκων, μνημονευόμενες όμως διότι συνδέονται με το animus νομής και την επακολουθήσασα κτηματογράφηση της συνολικής έκτασης και αποτύπωση της σε σχεδιαγράμματα ενόψει της φύσης και του προαναφερθέντος σκοπού της μείζονος έκτασης), μάλιστα τελεσφόρησαν και το σύνολο της έκτασης που νέμονταν ο ενάγων, ο ΑΟΟΑ, άλλοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί και μεμονωμένοι ιδιώτες καθορίστηκε ως ζώνη Δασικού Αναδασμού με φορέα τον ΑΟΟΑ κατά τα προαναφερόμενα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη Απριλίου 2001 ο εναγόμενος χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος προέβη σε περίφραξη με συρματόπλεγμα στηριζόμενο σε σιδερένιους πασσάλους έκτασης συνολικής επιφάνειας 21.800 τ.μ. στην οποία περιλαμβάνονται και επίδικα εδαφικά τμήματα επί των οποίων ο ενάγων ασκούσε, όπως προαναφέρθηκε, νομή ανεπιλήπτως κατά το χρόνο της αποβολής του με τον πιο πάνω τρόπο από τον εναγόμενο.

Ο τελευταίος μέσα στην καταληφθείσα έκταση κατασκεύασε πρόχειρο παράπηγμα, φύτευσε ελαιόδεντρα και εγκατέστησε ορνιθώνα και ποιμνιοστάσιο παραλλήλως δε επέκτεινε το συρματόπλεγμα σε ευθεία γραμμή μήκους 100 μέτρων πέραν του τμήματος που είχε καταλάβει τον Οκτώβριο 2001. Επίσης παρανόμως και αυθαιρέτως επέκτεινε την ανωτέρω περίφραξη προς νότο, περιφράσσοντας συνολικώς 41.418 τ.μ.

αλλά και προς βορρά των κατά τον Απρίλιο 2001 καταληφθέντων περιφράσσοντας έκταση συνολικής επιφάνειας 1.909 τ.μ. Και στις κατά τον Οκτώβριο 2001 καταληφθείσες εκτάσεις περιλαμβάνονται τμήματα στα οποία νομέας ήταν ο ενάγων κατά τα προαναφερόμενα. Περί των ανωτέρω καταθέτουν από προσωπική αντίληψη τόσο ο μάρτυρας που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος όσο και οι μάρτυρες που επίσης με επιμέλεια του ενάγοντος κατέθεσαν ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Σαϊνη ... .

Οι ως άνω καταθέσεις επιβεβαιώνονται από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζει ο ενάγων εφεσίβλητος ..., τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αντικρούονται απ' αυτά που προσκομίζει ο εκκαλών προκειμένου να αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι ο ενάγων δεν είχε κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους τη νομή των επιδίκων, εφόσον δεν αποδεικνύεται η άσκηση επί της ανωτέρω περιφραχθείσας έκτασης, πράξεων από τον εναγόμενο δηλωτικών της βουλήσεως του να την εξουσιάζει ως κύριος, σε χρόνο προγενέστερο απ' αυτόν της προαναφερόμενης τμηματικής κατάληψης της και μάλιστα από το έτος 1979, όπως ισχυρίζεται προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου του έτους.

Αντιθέτως στις από Αύγουστο 2002 και Σεπτέμβριο 2002 τεχνικές εκθέσεις φωτοερμηνείας των μηχανικών ... και ... αντιστοίχως τις οποίες προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων, γνωματεύεται με πειστική επιχειρηματολογία ότι από αεροφωτογραφίες της ΓΥΣ των ετών 1969, 1978, 1988, 1995, 1998 και 28.5.2001 καθώς και δορυφορική εικόνα της 1.10.2000 προκύπτει ανυπαρξία ανθρώπινης δραστηριότητας στα επίδικα κατά το διάστημα από το 1969 έως 1.10.2000, τέτοιου είδους δε δραστηριότητα παρατηρείται για πρώτη φορά στην Δ/Φ της 28/5/2001 (μερική αποψίλωση σε έκταση 22 περίπου στρεμμάτων κατασκευές οικίσκων περίφραξης).

Τα περί καλλιέργειας των επιδίκων από τον εναγόμενο, αναγόμενα στο έτος 1979 ανατρέπονται με εμπεριστατωμένη αιτιολογία από το γεωπόνο ... , που ... αποφαίνεται ... περί υπάρξεως στην επίδικη έκταση κατά τις επιτόπιες επισκέψεις του (9.9.2002, 14.9.2002) και μάλιστα σε συγκεκριμένο σημείο της, κατά μήκος επτά λωρίδων με κατεύθυνση από νότια και νοτιοανατολικά προς βόρεια και βορειοδυτικά σωρευμένων καμένων κλαδιών και καρπών δέντρων ελιών ηλικίας 33 ετών με βάση τους κορμούς τους και αμπελιών από τη φωτιά του 1995 και κομμένων κλαδιών από ελιές που είχαν φυτευτεί εντός του έτους 2002 (βάσει της υποτυπώδους ανάπτυξης του ριζικού τους συστήματος) νεαρών πεύκων από φυσική αναγέννηση.

Εξάλλου κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της ευρύτερης περιοχής από τον ΑΟΟΑ ως φορέας διενέργειας του δασικού αναδασμού για την ένταξή της στο σχέδιο πόλης στα πλαίσια της οποίας κλήθηκαν με ανακοινώσεις στον τύπο και αναρτήσεις στα οικεία κοινοτικά καταστήματα οι ιδιοκτήτες των υπό ένταξη ακινήτων να καταθέσουν τους τίτλους τους, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα εφεσίβλητο, ο εναγόμενος, αν και κατά τους ισχυρισμούς του νέμεται το επίδικο ήδη από το έτος 1979 δεν αποδεικνύει με κανένα αποδεικτικό μέσο ότι εμφανίστηκε ή αξίωσε δικαιώματα επ' αυτών, ενώ αντιθέτως αποδείχθηκε ότι καμιά επέμβασή του σ' αυτό δεν παρατηρήθηκε και από τους αρμόδιους υπαλλήλους και τα συνεργεία του ΑΟΟΑ που από το 1985 και εφεξής κατασκευάζουν έργα υποδομής στην όμορη των επιδίκων περιοχή του ...

που ανήκει στον ΑΟΟΑ και είχε ενταχθεί με ενέργειές του στο σχέδιο πόλης, διαχωρίζεται δε από την ευρύτερη περιοχή των επιδίκων από την οδό ..., η οποία επίσης διανοίχθηκε από τον ΑΟΟΑ. Σημειωτέον ότι οι από 18.1.2002 και 8.2.2002 αγωγές του τελευταίου κατά του εναγομένου με αντικείμενο τη νομή των ομόρων και αλλεπάλληλων με τις επίδικες λωρίδες συνολικού εμβαδού 2784510 έγιναν οριστικώς δεκτές, με την 5578/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κατέστη αμετάκλητη εφόσον η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως του και ήδη εναγόμενου εκκαλούντος απορρίφθηκε με την 184/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ..." Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και την παραδοχή της τακτικής αγωγής περί νομής του ενάγοντος, όπως και πρωτοδίκως, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των περί αποβολής από τη νομή διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως οι έκτος και έβδομος λόγοι του κυρίως δικογράφου, όπως συμπληρώθηκαν με τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς ειδικότερες αιτιάσεις, που δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε ελλείψεις και αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πιο πάνω πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, ενόψει του ότι το πόρισμα τούτο εκτίθεται με σαφήνεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.-

III). Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.α Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, και τον τρίτο λόγους της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι " ο ενάγων συνεταιρισμός ασκούσε επί των επιδίκων πράξεις νομής με τις οποίες πραγματώνονταν η φυσική του εξουσία και εκδηλωνόταν η βούλησή του να τα εξουσιάζει ως κύριος ,τις οποίες ενεργούσαν για λογαριασμό του τα αρμόδια όργανα και οι υπάλληλοί του και κυρίως οι υπάλληλοι του ΑΟΟΑ, ενόψει του ότι με το Π.Δ 17.11-5.12/1988 ορίσθηκε ως φορέας ανάπτυξης της ζώνης και της διενέργειας του αναδασμού που δρομολογήθηκε κατόπιν ενεργειών του ίδιου του ενάγοντος ...".

Όμως όπως προαναφέρθηκε, στο δικόγραφο της αγωγής, περιελαμβάνοντο οι ως άνω ισχυρισμοί, και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου, δεύτερος, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση δε η παράθεση διευκρινιστικών περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις δεν συνιστούν, και αν αυτά δεν είχαν περιληφθεί αυτολεξεί στην ιστορική βάση της αγωγής, τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.λόγο.

Εξάλλου απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι δέχθηκε νόμιμη εκπροσώπηση του ενάγοντος από τον ΑΟΟΑ, δυνάμει του Π.Δ 17.11-5/12/1988, καθ' όσον στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή.

ΙV). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 346, 432 και 444παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα, οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα φωτογραφίες, στην έννοα των οποίων περιλαμβάνεται κάθε υλική αποτύπωση οπτικών εικόνων με μηχανικά μέσα, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέταρτο, πέμπτο, όγδοο λόγους του κυρίως δικογράφου, ως και τον τέταρτο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) τις 460/2001, 461/2001 και 178/2002 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 2) την 2542/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 3) τις ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου, 4) τις φωτογραφίες των ετών 1995, των πεύκων και ρετσινόλακου, ως και τις φωτογραφίες του οικίσκου και ζώων, τις αεροφωτογραφίες των ετών 1996, 1998 και 2001, 5) τα από 15.6.1977 και 30.7.1979 ιδιωτικά συμφωνητικά δανείου και πωλήσεως, αντιστοίχως, 6) το ...

πρωτόκολλο μηνύσεως του Δασονομείου Σπάτων, σε συνδυασμό με την από 29.1.2003 έκθεση αυτοψίας του δασικού υπαλλήλου ... και το από 10.12.2002 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., 7) το 3094/2006 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 8) την 13.10.2003 τεχνική έκθεση της εταιρείας "..." - παραγωγού της δορυφορικής εικόνας IKONOS- , 8) τις από 30.12.2002 και 31.3.2004 τεχνικές εκθέσεις του ..., 9) την ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., που διορίσθηκε με την 2721/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σχετικά με το ότι οι τίτλοι Α.Ο.Ο.Α δεν εμπίπτουν στο επίδικο, 10) την 26.1.2005 τεχνική έκθεση του τεχνικού του συμβούλου ..., 11) τις ... και ... εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ... και ..., 12) τις ..., ..., ..., ... αποδείξεις των ..., ..., ..., "...", "...", το ...

τιμολόγιο "...", ως και την ... εντολή της Εθνικής Τράπεζας, 13) την 14/18/1.4.2002 απόφαση πολεοδομίας, 14) το ... απόσπασμα Άμεσης Δράσης, 15) τεχνικές εκθέσεις ..., ..., ..., καθώς και την Δορυφορική εικόνα IKONOS με ημερομηνία λήψεως 5.2.2001, 16) το ... πιστοποιητικό Βουλγαρικού Υπουργείου Γεωργίας, ήτοι έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα ανωτέρω έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ειδικώς μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομότυπα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ως και των προσθέτων αυτής λόγων.

V). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο, πέμπτο, όγδοο λόγους του κυρίως δικογράφου, ως και τον τέταρτο των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στους λόγους αυτούς, ως και ανωτέρω, εγγράφων, από τα οποία προέκυπτε η επί του επιδίκου ακινήτου διενέργεια πράξεων νομής αποκλειστικά από τον αναιρεσείοντα.

Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω υπό στοιχ. (IV) αναφερόμενα, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, οι κρινόμενοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

VΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ οι αξιώσεις (του νομέα) από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή και τη διατάραξη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την άσκησή της, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.

Επομένως, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της προβληθείσης από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) ενστάσεως παραγραφής στη διάρκεια της επιδικίας της ένδικης περί νομής αξιώσεως του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), δεν συνυπολόγισε στο χρόνο της παραγραφής το χρονικό διάστημα από 24.9.2002, οπότε αναβλήθηκε με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου είχε αχθεί για πρώτη φορά προς συζήτηση η υπό κρίση αγωγή, για την 14.10.2003 και όχι, όπως αβασίμως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, για την 14.10.2002, δεχθέν ότι είχε επέλθει διακοπή της παραγραφής την 30.7.2003, καθ' όσον την ημέρα αυτή είχε επιδοθεί, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, προς τον εναγόμενο, κατά τα αναφερόμενα στην ...

έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ευγενίας Καραγιάννη, πιστοποιητικό του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την αναβολή της δίκης για την παραπάνω δικάσιμο της 14.10.2003 με κλήση προς παράσταση του εναγομένου στη δικάσιμο αυτή, και έτσι απέρριψε την εν επιδικία ένσταση παραγραφής του εναγομένου- αναιρεσείοντος.

Με τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους της αναιρέσεως, προβάλλονται περαιτέρω κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 992 και 261 του Α.Κ., διότι απέρριψε εσφαλμένως την εν επιδικία ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος.

Με τον λόγο αυτό της αναιρέσεως τίθεται το ζήτημα, ενόψει της ευρείας διατυπώσεως των εν λόγω διατάξεων, αν η με επιμέλεια του συμμορφωμένου προς την αναβλητική απόφαση ενάγοντος κοινοποίηση του πιο πάνω πιστοποιητικού περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως σε συγκεκριμένη δικάσιμο, που μαρτυρεί έλλειψη αδρανείας του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, αποτελεί διαδικαστική πράξη που διακόπτει την ενιαύσια παραγραφή τού άρθρου 992 του Α.Κ.

Το ζήτημα αυτό είναι γενικοτέρου ενδιαφέροντος και γι' αυτό πρέπει να παραπεμφθεί η αίτηση αναιρέσεως, κατά τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους αυτής από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 εδ β' Κ.Πολ.Δικ. και 23 παρ. 2 ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 16 ν. 2331/1995 και 169 παρ. 6 ν. 2479/1997.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την από 5.5.2006 αίτηση, ως και τους από 17.9.2008 προσθέτους λόγους του Χ, μόνο κατά τους ως άνω πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., για αναίρεση της 4.779/2007 απόφασης της Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ