Legislator Case Law & Legislation
1798/2007 AI generated

1798/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1798/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 14450/2001 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 5-10-2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με την πιο πάνω αγωγή Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 26217/2003 προδικαστική, 27560/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 964/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1798/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, οι ελλείψεις της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία και δεν ιδρύουν τον λόγο αναιρέσεως υπό το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 6.9.99 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, για διάρρηξη, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.

Keywords

AI generated
consumer behaviour undue influence fraudulent inducement economic hardship fraud on creditors changed financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1798 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1798/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-5-2007 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γρόλλιο και 2)Ψ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Ζαχαρία.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 14450/2001 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 5-10-2001 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με την πιο πάνω αγωγή Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 26217/2003 προδικαστική, 27560/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 964/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι : α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.

Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου εξάλλου ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια.

Το στοιχείο της γνώσης πρέπει τέλος να συντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης. Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει [πρβλ. 1044]. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδάφ. α΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί , ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Εξάλλου, οι ελλείψεις της αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία και δεν ιδρύουν τον λόγο αναιρέσεως υπό το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 6.9.99 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, για διάρρηξη, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.

ΑΚ, της εκεί αναφερόμενης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, την οποία απέρριψε, μετά από εξαφάνιση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις εξής ουσιώδεις πραγματικές παραδοχές: Με το με αριθμό .... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Τσεκούρα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εναγόμενος [ήδη 1ος αναιρεσίβλητος] Ψ1 και ο αδελφός του ..... [που δεν είναι διάδικος], μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον επίσης εναγόμενο [ήδη 2ο αναιρεσίβλητο] Ψ2, το ποσοστό συνιδιοκτησίας που ανερχόταν σε 12,5% για τον καθένα, επί μιας οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ....., αντί του ποσού των 70.000.000 δρχ.

συνολικά [35.000.000 δρχ. για τον καθένα], με προσδιορισθείσα αντικειμενική αξία 69.480.463 δρχ. Η εξόφληση του τιμήματος, συμφωνήθηκε να γίνει ως εξής: 1] ποσό 22.100.000 δρχ. κατά την υπογραφή του συμβολαίου, το οποίο όμως δεν παραδόθηκε στα χέρια των πωλητών, αλλά μέρος αυτού, ήτοι 7.000.000 δρχ., καταβλήθηκε στο δικηγόρο του αγοραστή Αριστείδη Καπιτσίνη, για την εξόφληση ισόποσης οφειλής των πωλητών προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης και προκειμένου να αρθεί η προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί υπέρ αυτής, επί του ανωτέρω ακινήτου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 15.000.000 δρχ., καταβλήθηκε στο ......

πληρεξούσιο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Μανδάλακας Α.Ε.", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής, επίσης για την εξόφληση ισόποσης οφειλής των πωλητών προκειμένου αφενός μεν να αρθούν οι προσημειώσεις υποθήκης που είχαν εγγραφεί υπέρ αυτής και αφετέρου να αρθεί η επιβληθείσα κατάσχεση, 2] το υπόλοιπο ποσό των 47.900.000 δρχ., συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τέσσερις άτοκες δόσεις και συγκεκριμένα:

α] ποσό 14.900.000 δρχ. στις 15-3-2000 και β] ποσό 11.000.000 δρχ. στις 30-12-2001, στις 30-12-2002 και στις 30-12-2003. Στο ίδιο συμβόλαιο, συμμετείχαν ως εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, ο Φ1 [προσημειούχος επίσης δανειστής των πωλητών] και ο ....., ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΜΕ ΑΒΕ Εταιρία ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑΤΩΝ - ΟΙΚΟΔ. & ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", επίσης δανείστριας των πωλητών.

Η απαίτηση δε των πωλητών κατά του αγοραστή για την πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος, εκχωρήθηκε στους προαναφερθέντες δανειστές αυτών που συμβλήθηκαν ως τρίτοι και συγκεκριμένα η πρώτη πιο πάνω δόση στην εταιρία "ΑΛΜΕ ΑΒΕΕ" και οι υπόλοιπες στο Φ1, οι οποίοι δήλωσαν ότι αποδέχονται την εκχώρηση αυτή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εκτός από τους προαναφερθέντες, δανειστής του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά το χρόνο σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου, ήταν και ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε γεννημένη απαίτηση κατ' αυτού συνολικού ύψους 22.800.000 δρχ. από τον Οκτώβριο του 1998, προερχόμενη από δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι 17598/1-7-1999 και 20687/28-7-1999 διαταγές πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και ότι μετά από καταβολές διάφορων χρηματικών ποσών που έγιναν προς αυτόν η απαίτησή του ανερχόταν στο ποσό των 56.856,25 ευρώ [19.373.767 δρχ.].

Από αυτά και δεδομένου ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος πριν από την κατάρτιση της πιο πάνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, είχε μεταβιβάσει στην ανήλικη κόρη του ....., με το με αριθμό ...... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Τριαντάφυλλου - Παπακωνσταντίνου, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα ποσοστού 25% επί ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στην ......, παρακρατήσας υπέρ αυτού την επικαρπία κατά το ίδιο ποσοστό, από την οποία στη συνέχεια, μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση, παραιτήθηκε, για την ίδια αιτία, με το με αριθμό .....

συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδεικνυόταν η ύπαρξη απαίτησης του αναιρεσείοντος σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, που είχε γεννηθεί πριν από την κατάρτιση του υπό διάρρηξη συμβολαίου, το ληξιπρόθεσμο αυτής κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, καθώς και η αφερεγγυότητά του, αφού δεν επικαλείτο ότι είχε στο όνομα του άλλα περιουσιακά στοιχεία, μετά τις γενόμενες πιο πάνω μεταβιβάσεις.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την απαλλοτρίωση του προαναφερθέντος ποσοστού του και την ικανοποίηση των λοιπών πιο πάνω δανειστών του, με το εισπραχθέν τίμημα της πώλησής του, λαμβανομένης υπόψη και της μεταγενέστερης παραίτησής του από το ποσοστό της επικαρπίας του στο ανωτέρω διαμέρισμα, αξίας 5.000.000 δρχ.

περίπου [που ήταν και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει], ενήργησε με πρόθεση να βλάψει τον αναιρεσείοντα, δηλαδή να στερήσει τη δυνατότητά του, να ικανοποιήσει την πιο πάνω απαίτησή του, και ότι το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος, προέβη στην πώληση του παραπάνω περιουσιακού του στοιχείου, για να εξοφλήσει τους λοιπούς δανειστές τους [ενυπόθηκους και μη], καθώς και οι μεταγενέστερες καταβολές προς τον ενάγοντα, για την εξόφληση μέρους της οφειλής του, δεν αίρουν την καταδολιευτική πρόθεση αυτού.

Εξάλλου, το Εφετείο σε σχέση με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, αγοραστή δέχθηκε τα εξής: Κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η ανωτέρω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", της οποίας διαχειριστής ήταν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ασκούσε την εμπορική της δραστηριότητα σε μισθωμένο κατάστημα της ανωτέρω οικοδομής, ποσοστό επί της οποίας απέκτησε αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τον αδελφό του, υπήρχε δε γνωριμία μεταξύ τους, από τη σχέση μισθώσεως αλλά και από το γεγονός ότι και οι αδελφοί .....

διατηρούσαν εμπορικό κατάστημα στο ίδιο ακίνητο. Έτσι αυτοί, όταν αποφάσισαν να πωλήσουν το ποσοστό τους, απευθύνθηκαν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ο οποίος είχε και στο παρελθόν ενδιαφερθεί για την αγορά ποσοστών της οικοδομής από άλλους συνιδιοκτήτες και ασφαλώς γνώριζε τις οικονομικές δυσκολίες των παραπάνω πωλητών.

Από τον έλεγχο που ενήργησε στο Υποθηκοφυλακείο αλλά και από τους ίδιους τους πωλητές, ο αγοραστής πληροφορήθηκε την ύπαρξη των παραπάνω ενυπόθηκων κοινών δανειστών του πρώτου αναιρεσίβλητου και του αδελφού του, καθώς και των λοιπών εγχειρόγραφων δανειστών, όχι όμως και την ύπαρξη του αναιρεσείοντος, ατομικού δανειστή του πρώτου αναιρεσίβλητου, και για να εξασφαλίσει την επένδυσή του απέναντι αυτών, ο ίδιος ζήτησε την εξόφληση των οφειλών προς αυτούς με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, αυτός ούτε γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, θα προέβαινε στη συνέχεια και στην εκποίηση του ποσοστού της επικαρπίας του επί του ανωτέρω διαμερίσματος, [που ήταν και το μοναδικό, μέχρι εκείνη τη στιγμή περιουσιακό στοιχείο που του είχε απομείνει], ούτε γνώριζε επίσης την προηγηθείσα μεταβίβαση του ποσοστού ψιλής κυριότητας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην κόρη του.

Συνεπώς και δεδομένου ότι άγνοια έστω και από βαριά αμέλεια δεν αρκεί, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν τελούσε σε "θετική" γνώση της καταδολιευτικής προθέσεως του πρώτου, δηλαδή ότι ο Ψ1, επεδίωκε, με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία, να περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, την οποία εάν αυτός γνώριζε, ασφαλώς και θα επεδίωκε να τύχει ανάλογης ρύθμισης με εκείνες των λοιπών δανειστών.

Σε περίπτωση δε που δεν επιτυγχάνονταν σχετική συμφωνία, θα είχε την ευκαιρία, να συμμετάσχει στον επικείμενο πλειστηριασμό και να αναδειχθεί πλειοδότης, επωφελούμενος και του γεγονότος ότι ενδεχομένως, να είχε επιτευχθεί χαμηλότερο "τίμημα", με δεδομένο ότι η τιμή πρώτης προσφοράς, είχε ορισθεί στο ποσό των 20.000.000 δρχ.

για το μερίδιο του πρώτου αναιρεσίβλητου. Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι ενόψει των ανωτέρω, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προέκυπτε δόλος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά την κατάρτιση της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής πιο πάνω δικαιοπραξίας, που αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διάρρηξη αυτής, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 939, 940, 941, 943 ΑΚ και έχει νόμιμη βάση διαλαμβάνουσα την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 305 αρ. 4 και 340 εδ. β΄ του ΚΠολΔ αιτιολογία, η οποία δεν είναι ανεπαρκής, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος προέβη στην αγορά του ακινήτου αγνοώντας το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεσή του να ματαιώσει την εκ 56.856,25 ευρώ απαίτηση του αναιρεσείοντος.

Κατ' ακολουθία, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου ότι α] παραβίασε τις άνω διατάξεις διότι "δέχθηκε ότι για την καταδολίευση απαιτείται γνώση της ύπαρξης οφειλών προς τον συγκεκριμένο δανειστή που ζητεί την διάρρηξη, ενώ αρκεί η γνώση ύπαρξης οφειλών προς τρίτους" και β] διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες όμως αναφέρονται στην αιτιολόγηση του ως άνω σαφούς πορίσματος, είναι αβάσιμος.

ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 1 και 3 και 353 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό.

Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι επί της αγωγής διαρρήξεως του αναιρεσείοντος, με βάση την λόγω πωλήσεως μεταβίβαση της κυριότητας του προαναφερόμενου ακινήτου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο προς τον δεύτερο, αντικείμενο αποδείξεως υπήρξε, εκτός από την ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη πρώτου αναιρεσίβλητου, α] η καταδολιευτική πρόθεση του τελευταίου, και β] η θετική γνώση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, αφενός μεν ότι με την μεταβίβαση του ακινήτου προκαλείται αφερεγγυότητα του πρώτου, αφετέρου δε του δόλου τούτου, δηλαδή της πρόθεσής του να βλάψει τους δανειστές του.

Επομένως τα αναφερόμενα στην προσθήκη των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου "ο Ψ2 προέβη σε ενδελεχή έρευνα προκειμένου να διαπιστώσει τις οφειλές μου και φρόντισε να καταβάλει απευθείας στους δανειστές μου το συμφωνηθέν τίμημα. Επειδή ο Ψ2, γνώριζε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών μου και επομένως και του αντιδίκου, αφού παρακολουθούσε τι μου συνέβαινε κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, πλην όμως λογικά επεδίωξε να καταβληθεί το τίμημα, το οποίο ήταν αξιόχρεο και ισότιμο της αξίας του ποσοστού επί του ακινήτου, και κατ' αρχάς στους εμπραγμάτως ασφαλισμένους, καθώς και στους επισπεύδοντες την αναγκαστική εκτέλεση", δεν αποτελούν δικαστική ομολογία τούτου περί των άνω κρίσιμων αποδεικτέων γεγονότων, δηλαδή περί του ότι αυτός [1ος αναιρεσείων] είχε καταδολιευτική πρόθεση και ότι την πρόθεσή του αυτή γνώριζε ο συνεναγόμενός του, αλλά αποτελούν συμπέρασμα του εν λόγω αναιρεσίβλητου από τα περιστατικά που αναφέρει, απλώς και μόνο για τη γνώση του δεύτερου αναιρεσίβλητου περί της ύπαρξης και του προς τον αναιρεσείοντα χρέους.

Κατ' ακολουθία, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την δικαστική αυτή (κατά τον αναιρεσείοντα) ομολογία επί του ανωτέρω ζητήματος, δηλαδή ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος γνώριζε το προς τον αναιρεσείοντα χρέος και αγόρασε το ακίνητο προς καταδολίευσή του, είναι απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.7.2006 αίτηση του ...... για αναίρεση της 964/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ