Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to prove document forgery at lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance judgment regarding a property dispute. The appellants argued that a cadastral map used as evidence was forged, but they failed to present witnesses or formally challenge the signature's authenticity at the appellate level. The court ruled that the appeal was inadmissible because the forgery claim was not properly raised before the Court of Appeal, and the argument was also rejected as vague for failing to specify the exact signature defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 457 paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure; Articles 559 and 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure: A party alleging the falsity of a private document must immediately declare whether they recognize or deny the signature's authenticity; failure to do so results in deemed recognition, and an appeal based on a forgery claim not properly substantiated at the lower court is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1798 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1798/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:........., οι 22η 23η και 24η ως κληρονόμοι της Ιφιγένειας συζ. Μιχαήλ Αλεξάκη το γένος Φροσυνάκη. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: ..... Από τους παραπάνω η 2η παραστάθηκε με τον Ιωάννη Κούρκουλο και Θωμά-Βασίλειο Βελιανίτη και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους πιο πάνω πληρεξούσιους δικηγόρους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 12-12-1980 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 291/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 285/04 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης, ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3481/15-11-2005, 3482/15-11-2005, 3492/17-11-2005, 3468/11-11-2005, 3469/11-11-2005, 3484/15-11-2005, 34483/15-11-2005, 4439/9-12-2005, 761Β/22-11-2005, 4434/9-12-2005, 2785/15-12-2005, 4449/13-12-2005, 4492/23-12-2005, 3478/15-11-2005, 3479/15-11-2005, 3480/15-11-2005, 3909/3-4-2006, 4432/8-12-2005, 4435/9-12-2005, 4419/6-12-2005, 4420/6-12-2005, 3346Β΄/14-12-2005, 4436/9-12-2005 και 4437/9-12-2005 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Κων/νου Δρακάκη του Πρωτοδικείου Λασιθίου, Χρυσούλας Κολλάτου του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σάββα Παπαδόπουλου του Πρωτοδικείου Κώ, Γιαννούλας Φέκα του Πρωτοδικείου Λαμίας και Βασιλείου Λάζου του Πρωτοδικείου Νάξου, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσιβλήτους, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ. Πολ. Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων[ άρθρ. 561 παρ.1 Κ. Πολ. Δ.] και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών, αρκεί μόνο το πόρισμα που συνάγεται από αυτές να εκτίθεται με σαφήνεια [Ολ. ΑΠ 24/1999]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 33.801 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ..... του ..... και εικονίζεται στο από μηνός Αυγούστου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την υπ' αριθμ.50/1988 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων μηχανικών Ελευθερίου Σταματάκη και Γεωργίου Ταυλάκη, με περιμετρικά στοιχεία ΕΙΖΗΘΜΔΕ, είναι πετρώδες και ακαλλιέργητο και διασχίζεται κάθετα από ανατολάς προς δυσμάς, πλησίον της έκτασης που έχει υπαχθεί στο σχέδιο πόλεως, από την αντιπλημμυρική τάφρο της πόλεως ......
Ανατολικά του επιδίκου υπάρχει συνεχόμενη έκταση με περιμετρικά στοιχεία στο πιο πάνω διάγραμμα ΑΒΓΟΗΖΙΕΑ που ανήκε στους ενάγοντες, ενώ δυτικά του επιδίκου υπάρχει άλλη συνεχόμενη έκταση με στοιχεία στο ίδιο διάγραμμα ΔΜΘΤΞΝΚΔ ,η οποία ανήκε στις αρχικώς εναγόμενες ...... Το μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο των εναγόντων ανήκε αρχικά στο ....., ο οποίος αποβίωσε το έτος 1901 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πέντε τέκνα του ....., ......
Αυτοί υπεισήλθαν στην κληρονομία του πατέρα τους και κατά το έτος 1943 , με το υπ' αριθμ. 115/1943 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..... Μιχαήλ Κουτουφάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, διένειμαν μεταξύ τους ένα τμήμα, εμβαδού 50 στρεμμάτων, από το μεγαλύτερης έκτασης κληρονομιαίο ακίνητο και από τη διανομή αυτή, για την οποία συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό .....
το από 18 Φεβρουαρίου 1943 ρυμοτομικό διάγραμμα οικοπέδων, έλαβε ο καθένας τους ανάλογο αριθμό από τα δημιουργηθέντα οικόπεδα, καθώς και αντίστοιχη μερίδα από την αγριάδα που εκτεινόταν βόρεια της ρυμοτομηθείσης έκτασης. Οι εν λόγω κληρονόμοι του ..... από το έτος 1901 και μέχρι το χρόνο του θανάτου τους νέμονταν, μαζί με την υπόλοιπη ιδιοκτησία τους, ο καθένας κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, και το τμήμα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την από 5-8-1985 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, αρχιτέκτονα, .....
προσδιορίζεται με τα στοιχεία ΡΚΝ και κατά μήκος της νότιας πλευράς με τη δημοτική τάφρο, μετά δε τους θανάτους αυτών, που συνέβησαν στις 22-1-1968, 27-1-1977, 12-8-1958, 21-10-1950 και 24-1-1954, αντίστοιχα ,συνέχισαν να ασκούν την ίδια νομή επί του τμήματος τούτου, μέχρι την έγερση της αγωγής, οι αρχικά ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνων.
Συγκεκριμένα εκμίσθωναν το τμήμα αυτό, μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό τους, σε τρίτους για να το χρησιμοποιούν ως βοσκότοπο, το επισκέπτονταν τακτικά και επέβλεπαν τα όριά του. Έτσι οι αρχικά ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του ως άνω διακεκριμένου τμήματος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού, προσμετρώντας στη δική τους νομή και το χρόνο νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, νεμήθηκαν το τμήμα αυτό επί συνεχή εικοσαετία.
Αντίθετα ούτε οι αρχικά ενάγοντες, ούτε οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στα υπόλοιπα τμήματα του επιδίκου ακινήτου, ήτοι 1) στο τριγωνικό τμήμα που στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα ..... προσδιορίζεται από την ανατολική πλευρά με τα στοιχεία ΚΝ και στη νότια πλευρά με την τάφρο του .....
και που είναι συνεχόμενο της υπόλοιπης ιδιοκτησίας των αρχικώς εναγομένων ..... και ..... και 2) στο τμήμα που εκτείνεται δυτικά της οδού ..... και περικλείεται από την οδό αυτή και την οδό ....., όπως εμφανίζεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, και εφάπτεται με τη δημοτική τάφρο από τη βόρεια πλευρά, καθόσον τα τμήματα αυτά του επιδίκου τα νεμόταν από το έτος 1905, μαζί με το υπόλοιπο συνεχόμενο ακίνητό του, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων ....., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά το έτος αυτό πατρός του ....., συνεχώς μέχρι το έτος 1951, κατά το οποίο μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθμ. 15149/1951 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Παπαγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το όλο ακίνητο που μέχρι τότε είχε στη νομή του στη θυγατέρα του .....
χήρα ....., η οποία και συνέχισε έκτοτε να ασκεί τη νομή επ' αυτού, εκμισθώνοντάς το σε τρίτους. Ακόμη, μετά από σχετική εντολή της τελευταίας, ο πέμπτος των αρχικά εναγομένων ....., πολιτικός μηχανικός, κατά το έτος 1954 διαχώρισε σε οικόπεδα, με επισήμανση στο έδαφος, την όλη έκταση που περικλείεται από τις οδούς ....., .....
και τη δημοτική τάφρο και στη συνέχεια συνέταξε το από 20-5-1955 σχεδιάγραμμα της περιοχής που οικοπεδοποιήθηκε, η δε ..... παραχώρησε έκτοτε σ' αυτόν ατύπως, ως αμοιβή, ένα τμήμα της οικοπεδοποιηθείσης εκτάσεως, εμβαδού 400τ.μ. ,το οποίο αυτός περιέφραξε με τοίχο και εκμίσθωσε στον ....., ο οποίος καλλιεργούσε σ' αυτό φυτώρια ελαιοδένδρων.
Ακολούθως η ....., δια μεν του υπ' αριθμ. 927/1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Χλουβεράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε προίκα υπέρ της 2ης αρχικά εναγομένης θυγατέρας της ....., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί όλοκλήρου του προαναφερομένου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα ως άνω δύο τμήματα του επιδίκου, δια δε του υπ' αριθμ. 35886/1968 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Πετράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε προίκα στο άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου υπέρ της 4ης αρχικά εναγομένης θυγατέρας της ......
Έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής το όλο ακίνητο μαζί με τα πιο πάνω επίδικα τμήματα αυτού νέμονταν από κοινού οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, ήτοι οι ως άνω δύο θυγατέρες της ..... και οι σύζυγοι αυτών οι οποίοι τα εκμίσθωναν σε τρίτους κτηνοτρόφους. Οι ενάγοντες ουδέποτε όχλησαν τους εναγομένους και τους δικαιοπαρόχους τους κατά την άσκηση των προαναφερομένων πράξεων νομής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως κυριότητας ήταν ουσιαστικά βάσιμη μόνο ως προς το τμήμα του επιδίκου ακινήτου με στοιχεία ΡΚΝ και αβάσιμη ως προς τα ανωτέρω υπόλοιπα τμήματα αυτού και συνακόλουθα απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσης πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους, ως προς τα ανωτέρω τμήματα του επιδίκου ακινήτου για τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή, των όρων της έκτακτης χρησικτησίας ,στην οποία στηριζόταν η μοναδική βάση της αγωγής τους.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.8περ.α΄ ΚΠολ.Δ .αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α΄ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα έλαβε υπόψη τους μη επαναφερθέντες νομίμως στο Εφετείο, όπως ορίζει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφενός με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τα υπ' αριθμ.927/1955 και 35886/1968 προικοσυμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Γεωργίου Χλουβεράκη και Παναγιώτη Πετράκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αφετέρου δε πρωτοτύπως με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τα περιγραφόμενα στην απόφαση αυτή τμήματα του επιδίκου ακινήτου, όχι γιατί έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας αυτών κυριότητας, αλλά γιατί δέχθηκε ανελέγκτως ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως προς τα τμήματα αυτά οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους ως μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας τούτων.
Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ Κ.Πολ.Δ.πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο που την εξέδωσε αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα την από 5-8-1985 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αρχιτέκτονα .....
και την από Αύγουστο 1988 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων πολιτικών μηχανικών Ελευθερίου Σταματάκη και Γεωργίου Ταυλάκη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις πιο πάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης , αφού ρητώς κάνει μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή ο από τον αριθ. 8 εδ.β΄ του άρθρου 559 Κ. Πολ Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να το λάβει υπόψη. [Ολομ. Α.Π΄2/2001 και 12/2000]. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 463 Κ.
Πολ. Δ. όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφου, είτε δημοσίου είτε ιδιωτικού, χωρίς την ταυτόχρονη προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά ονομαστικώς των μαρτύρων.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β΄ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ,ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στην προταθείσα με τις προτάσεις τους ένσταση πλαστότητας ιδιωτικού εγγράφου που είχαν προσκομίσει με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό αυτών ότι το συνημμένο στο υπ' αριθμ.115/1943 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου .....
Ι. Κοτσιφάκη με ημεροχρονολογία 18-2-1943 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..... , δικαιοπαρόχου των υπό στοιχ. Β6 έως 8 αναιρεσιβλήτων, είχε αλλοιωθεί από τον ίδιο με τη διόρθωση των στοιχείων του ιδιοκτήτη του ακινήτου με το οποίο συνόρευε κατά τη δυτική πλευρά του το εμφαινόμενο στο διάγραμμα αυτό ακίνητο που διένειμαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, από "...." σε ".....".
Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και εκτίθεται στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν την πλαστότητα του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος και κατονόμασαν ως πλαστογράφο τον παραπάνω πολιτικό μηχανικό, χωρίς ταυτόχρονα να αναφέρουν μάρτυρες για την απόδειξη της πλαστογραφίας .
Συνεπώς ,αφού ο περί πλαστότητας ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο Εφετείο, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρου 457 παρ. 2και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξή της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του.
Ο αντίδικός αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε πρώτος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί και β) εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή, η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από το άρθρο 559αριθ.11 εδ.α΄Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι δηλαδή έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το από 18- 2- 1943 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..... που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, το οποίο ήταν απαράδεκτο ως αποδεικτικό μέσο ,καθόσον αυτοί [αναιρεσείοντες] με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και ενώπιον του Εφετείου, είχαν προβάλει τον στον προηγούμενο λόγο αναφερόμενο ισχυρισμό περί νοθεύσεως του διαγράμματος τούτου από τον ίδιο πολιτικό μηχανικό που το κατήρτισε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι οι αναιρεσείοντες , με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της επί του άνω ιδιωτικού αυτού εγγράφου υπογραφής του ..... , ο οποίος το συνέταξε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2004 αίτηση αναιρέσεως των: ...., για τον εαυτό τους κ.λ.π., κατά της υπ' αριθμ. 285/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα ( 1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ