Supreme Court annuls labor court decision for contradictory findings on employment relationship existence and duration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision regarding a labor dispute between an employee and two bakery businesses. The employee argued he was employed by the first bakery from 2010 to 2011 and by the successor second bakery from 2011 to 2013, claiming unpaid wages and severance. The lower court found no transfer of the business but contradicted itself by accepting the employment dates for both entities without clarifying the legal relationship. The Court ruled that these contradictory findings constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating a retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court decision is annulable if it contains contradictory findings regarding the existence and duration of an employment relationship, as such contradictions constitute a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Καρυώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Ζ. του Ε. και 2)Ι. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Ραβάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 634/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3450/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-7-2019 και με αριθ. κατ. 6329/624/10-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 3450/10-7-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 16-6-2016 και με αριθ. κατ. 2304/17-6-2016 έφεση των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθ. 634/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την, ως άνω, διαδικασία και είχε δεχθεί εν μέρει την από 3-2-2014 και με αριθ. κατ. 14206/370/4-2-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Με την εν λόγω αγωγή, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, από 23-12-2010 έως 7-8-2013, οπότε απολύθηκε χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση και συγκεκριμένα ότι απασχολήθηκε αρχικά, από 23-12-2010 έως 31-6-2011 (ενν. προφανώς 30-11-2011) στην επιχείρηση φούρνου του πρώτου εναγομένου και στη συνέχεια, από 1-7-2011 έως 7-8-2013, στη διαδεχθείσα αυτήν, λόγω μεταβίβασης, επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης. Ότι οι εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν την αμοιβή που εδικαιούτο για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας, καθώς και αποζημίωση λόγω απόλυσης. Ζήτησε δε, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κυρίως με βάση τη σύμβαση και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες: α) αμφότεροι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 23-12-2010 έως 31-6-2011 (ενν. 30-6-2011) συνολικό ποσό των 24.706,7 ευρώ και β) η δεύτερη εναγομένη το αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 7-8-2013 συνολικό ποσό των 79.404,04 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 2112/1920 ορίζεται ότι: "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Περαιτέρω, με τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/Ε.Κ.
του Συμβουλίου". Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του, ως άνω, π.δ., με τη μεταβίβαση της επιχείρησης και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Η κρίση για το αν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λ.π.), β) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας τωv δραστηριοτήτων, που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών ΑΠ 317/2022, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (ΟλΑΠ 4/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα εξής: "Ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση φούρνου στα ... επί της οδού ...
στην οποία εργαζόταν ο ίδιος, η γυναίκα του και ο πεθερός του. Η πορεία της επιχείρησης ήταν φθίνουσα και λόγω των γενικότερων οικονομικών συνθηκών και της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αναγκάσθηκε να διακόψει τη λειτουργία της στις 31-6-2011. [ενν. 30.6.2011]. Η δεύτερη εναγομένη διατηρεί από 6-10-2011 (βλ.
προσκομιζόμενη βεβαίωση έναρξης εργασιών) ατομική επιχείρηση φούρνου στην ίδια περιοχή επί της οδού ... Στη νέα αυτή επιχείρηση μεταφέρθηκε μεν μέρος του εξοπλισμού του φούρνου του πρώτου εναγομένου, πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι μεταβιβάσθηκε σ' αυτήν ως οικονομική μονάδα το σύνολο της επιχείρησης του τελευταίου, με ανάληψη και συνέχεια εκ μέρους αυτής της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, όπως αβασίμως ο ενάγων διατείνεται.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι πρόκειται για νέα, ανεξάρτητη της προηγούμενης, επιχείρηση με δικές της εγκαταστάσεις και δικό της προσωπικό (βλ. προσκομιζόμενο αντίγραφο του υπ' αριθ. 2303203 φύλλου από το βιβλίο προσωπικού, που τηρείται υποχρεωτικά από τον εργοδότη στο χώρο απασχόλησης με την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ).
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2010 έως και 31-6-2011 (ενν. 30-6-2011) το ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου και από 6-10-2011 έως 7-8-2013 στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης, περιστασιακά (5 ημέρες κάθε μήνα), ως συσκευαστής, ορισμένες δε φορές μετέφερε με δικό του αυτοκίνητο τα συσκευασμένα προϊόντα (ψωμάκια και χάμπουργκερ) σε πελάτες του φούρνου μόνο του πρώτου εναγομένου.
Για την εργασία του αυτή είχε συμφωνηθεί και ελάμβανε το ποσό των 20 ευρώ, έως 50 ευρώ, ανάλογα με τις ώρες απασχόλησής του κάθε φορά. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 6-10-2011 ουδεμία εργασία προσέφερε στους εναγομένους, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, καμία από τις δύο επιχειρήσεις δεν λειτουργούσε κατά το διάστημα αυτό.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, και δη προς σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο ενάγων προσελήφθη στις 23-12-2010 από τον πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μάλιστα ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου. Η κρίση αυτή ενισχύεται, πέραν του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν διέθετε το αντίστοιχο δίπλωμα οδήγησης Γ' κατηγορίας και από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δηλαδή ότι ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση φούρνου στα ...
με φθίνουσα πορεία εργασιών, την οποία εκ του λόγου αυτού αναγκάστηκε να κλείσει στις 31-6-2011, ως εκ τούτου δε, δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε οι ανάγκες της εργασίας του επέβαλαν την πρόσληψη οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, πολλώ μάλλον για απασχόλησή του επί 15 ώρες ημερησίως, κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.
Τα όσα αντίθετα κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεων δεν τα γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, αλλά μόνο με συζητήσεις με τον ενάγοντα. Οσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, η επιχείρηση της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν διαδέχθηκε την επιχείρηση του πρώτου εναγομένου και συνεπώς δεν υπεισήλθε στις υποχρεώσεις αυτής, ούτε και στη (μη υφιστάμενη εξάλλου) επικαλούμενη εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, ουδέποτε απασχόλησε τον τελευταίο κατά το μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος, που της αναλογεί (6-10-2011 έως 7-8-2013) ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου για τις ανάγκες διανομής των παραγομένων προϊόντων της, σημειουμένου ότι μέχρι 7-5-2012 δεν διέθετε καν φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο, μετά την απόκτησή του κατά την ανωτέρω ημερομηνία με αριθ.
κυκλ. ... Φ.Ι.Χ. (βλ. προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας), οδηγούσε αποκλειστικά ο κάτοχος αντίστοιχου επαγγελματικού διπλώματος οδήγησης σύζυγος της. Εντεύθεν, δεν τίθεται θέμα καταγγελίας ανύπαρκτης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ούτε καταβολής για την αιτία αυτή αποζημίωσης απόλυσης". Με αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 2112/1920, 4 παρ. 1 π.δ. 178/2002 (και όχι του π.δ. 172/2002, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης), και 648 ΑΚ, αναφορικά με την ύπαρξη ή μη αξιώσεων του ενάγοντος κατά των εναγομένων από σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με τον πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια με τη δεύτερη εναγομένη ως διάδοχο του πρώτου εναγομένου, κατόπιν μεταβίβασης σ' αυτήν της επιχείρησής του, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ειδικότερα: α) αν και δέχθηκε ότι η λειτουργία της επιχείρησης φούρνου, που ασκούσε ο πρώτος εναγόμενος στα ... διακόπηκε στις 31-6-2011 [ενν. 30.6.2022] ότι μέρος του εξοπλισμού αυτής μεταφέρθηκε στην επιχείρηση, επίσης, φούρνου, που άρχισε να ασκεί στις 6-10-2011 στην ίδια περιοχή η δεύτερη εναγομένη και ότι ο ενάγων απασχολήθηκε αρχικά από τον πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια, από 6-10-2011 έως 7-8-2013 από τη δεύτερη εναγομένη, διαμόρφωσε το αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης του πρώτου εναγομένου στη δεύτερη εναγομένη, χωρίς, ωστόσο, να διαλαμβάνει παραδοχές σχετικά με τη μεταξύ των εναγομένων σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας έλαβε χώρα η μεταφορά του εξοπλισμού του πρώτου εναγομένου στην επιχείρηση της δεύτερης, καθώς και σχετικά με τη συνδέουσα τη δεύτερη εναγομένη και τον ενάγοντα έννομη σχέση, στα πλαίσια της οποίας ο τελευταίος απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτής, β) αν και δέχθηκε ότι δεν καταρτίσθηκε και δεν υφίστατο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, δέχθηκε, όλως αντιφατικά, ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από 23-12-2010 έως 31-6-2011 [ενν. 30.6.2011] περιστασιακά επί πέντε ημέρες τα μήνα ως συσκευαστής, διαλαμβάνοντας (η προσβαλλόμενη απόφαση) ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το είδος και τους όρους της συνδέουσας τους παραπάνω διαδίκους έννομης σχέσης, γ) αν και δέχθηκε ότι δεν μεταβιβάσθηκε η επιχείρηση του πρώτου εναγομένου και έτσι δεν υπεισήλθε αυτή στις υποχρεώσεις της μη υφιστάμενης, κατά τις σχετικές παραδοχές, μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου εργασιακής σχέσης, όλως αντιφατικά δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 6-10-2011 έως 7-8-2013 κατά τον ίδιο, ως άνω, τρόπο που δέχθηκε ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Επομένως οι περί τούτου πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτών, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά παραδοχή των, ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, που προβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί τη με αριθ. 3450/10-7-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.-
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβριου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ