Supreme Court partially allows appeal on sentencing, applying newer more lenient law to replace prison term with fine.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for trafficking in fake fuel. While the conviction was upheld, the court found that a newer law enacted after the judgment provided a more lenient penalty by offering a fine instead of imprisonment. Consequently, the court remitted the case for a new sentencing hearing to apply this milder alternative punishment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 511(g) of the Code of Criminal Procedure; Article 463(2) of the Criminal Code as amended by Law 4619/2019: The Supreme Court must ex officio apply the newer, more lenient law when it becomes effective after the judgment, allowing substitution of a custodial sentence with a fine if the new provision is more favorable to the accused.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7457/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.3.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 510/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20 Μαρτίου 2019 με αριθμό 239/2019 αίτηση του Ι. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7457/2018 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 20 του Ν. 4177/2013 και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 01-03-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 21-03-2019 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 473 παρ. 2,3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 5 και 6 του 4177/2013 "5. Τα πρόσωπα που κατέχουν, διακινούν και εμπορεύονται νοθευμένα καύσιμα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους και αυτά που κατέχουν, διακινούν και εμπορεύονται μη κανονικά καύσιμα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται και υπολογίζονται σύμφωνα με τα ειδικώς καθοριζόμενα στην απόφαση Δ19/Φ.11/οικ. 13098/1156/7.7.2010 (ΒΊ039), όπως εκάστοτε ισχύει. 6.
Για τα ποινικά αδικήματα του παρόντος άρθρου ως αυτουργοί διώκονται 01 νόμιμοι εκπρόσωποι και οι εν τοις πράγμασι ασκούντες τη διοίκηση και διαχείριση της επιχείρησης". Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. (Ολ.
Α.Π. 7/2005, Α.Π. 101/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμους οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26-2-2014, ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων, το οποίο βρίσκεται επί της οδού ..., στις ..., κατείχε εν γνώσει του, εντός του πρατηρίου του, νοθευμένο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο διέθετε στην κατανάλωση.
Συγκεκριμένα, το πετρέλαιο αυτό το είχε νοθεύσει με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 1,2% περίπου και γι' αυτό περιείχε: α) τον ιχνηθέτη solvent yellow 124 σε ποσοστό 0,07 mg/l αντί πλήρους απουσίας και β) θείο 15,4 mg/l αντί του μέγιστου επιτρεπόμενου για το πετρέλαιο κίνησης 10 mg/l. Τα ανωτέρω διαπιστώθηκαν κατόπιν επίσκεψης που έκανε στο πρατήριο του κατηγορουμένου στις 26-2-2014 και περί ώρα 11:10', το νομίμως συγκροτηθέν Κλιμάκιο Ελέγχου (ΚΕΔΑΚ) της Διεύθυνσης Ελέγχου Διακίνησης και Αποθήκευσης Καυσίμων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, αποτελούμενο από τους υπαλλήλους Ε.
Γ., Β. Γ. και Ν. Π.. Οι ανωτέρω υπάλληλοι έλαβαν δείγμα από το πετρέλαιο κίνησης που διέθετε προς πώληση ο κατηγορούμενος στο πρατήριό του και το απέστειλαν προς εξέταση στο Γενικό Χημείο του Κράτους (Δ' Χημική Υπηρεσία ...., το οποίο κατά την κατ' έφεση εξέταση του δείγματος, στις 8-7-2014, βρήκε αυτό μη κανονικό-νοθευμένο, όπως ακριβώς αναφέρεται παραπάνω, ενώ κατά την πρώτη εξέταση του δείγματος στις 16-4-2014, είχε βρει αυτό μη κανονικό-νοθευμένο με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 1,3% περίπου, δηλαδή σε ποσοστό μεγαλύτερο από την δεύτερη κατ' έφεση εξέταση και συγκεκριμένα, είχε βρει ότι αυτό περιείχε:
α) τον ιχνηθέτη solvent yellow 124 σε ποσοστό 0,08 mg/l αντί πλήρους απουσίας και β) θείο 16,2 mg/l αντί του μέγιστου επιτρεπόμενου για το πετρέλαιο κίνησης 10 mg/l. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μη κανονικότητα του δείγματος οφείλεται σε επιμόλυνση των σωληνώσεων ή/και της δεξαμενής του καυσίμου κατά την τροφοδοσία του πρατηρίου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Επίσης, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι τυχόν επέμβαση στο καύσιμο είναι δυνατό να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της μεταφοράς του από τα διυλιστήρια μέχρι το πρατήριο. Ο δεύτερος αυτός ισχυρισμός, πέραν της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι ο κατηγορούμενος δεν διευκρίνισε τελικά αν η μη κανονικότητα του δείγματος οφειλόταν σε επιμόλυνση των σωληνώσεων ή σε κάποια επέμβαση τρίτου στο καύσιμο και στην τελευταία αυτή περίπτωση, ποιος ήταν αυτός που επενέβη (το διυλιστήριο, η προμηθεύτρια εταιρεία ή κάποιος άλλος), κρίνεται απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι στο καύσιμο από το οποίο ελήφθη το εξετασθέν δείγμα επενέβη κάποιος άλλος πλην του κατηγορουμένου, όπως πιο πάνω αναφέρεται.
Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος, δεν παρέδωσε στο προαναφερόμενο ελεγκτικό κλιμάκιο δείγμα βυτιοφόρου τελευταίας παραλαβής, παρότι υποχρεούται να παραλαμβάνει και να φυλάσσει τέτοιο δείγμα στο πρατήριό του, μέχρι να εξαντληθεί η ποσότητα του καυσίμου από το οποίο ελήφθη. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, η οποία περιγράφεται και στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο με το διατακτικό του που παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και αποτελούν ενιαίο σύνολο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στις ..., στις 26-2-2014, ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος για τα αγορανομικά θέματα καταστήματος πρατηρίου υγρών καυσίμων επί της οδού ..., από πρόθεση νόθευσε καύσιμα που προορίζονταν για εμπορία και διέθετε αυτά προς πώληση και συγκεκριμένα, κατείχε στο προαναφερόμενο πρατήριο και διέθετε στην κατανάλωση πετρέλαιο κίνησης, δείγμα του οποίου ελήφθη από το εν λόγω πρατήριο και αφού εξετάσθηκε αρμοδίως από τη Δ' Χημική Υπηρεσία ....
του Γενικού Χημείου του Κράτους, βρέθηκε νοθευμένο με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 1,2% περίπου γιατί: α) περιείχε τον ιχνηθέτη solvent yellow 124 σε ποσοστό 0,07 mg/l αντί πλήρους απουσίας και β) είχε θείο 15,4 mg/kg αντί του μεγίστου επιτρεπομένου για το πετρέλαιο κίνησης 10mg/kg.". Με αυτά που δέχθηκε το άνω το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε, στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατοχής, διακίνησης και εμπορίας νοθευμένων καυσίμων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 περ.
α, 27 παρ. 1 περ. α του Π.Κ. και 20 παρ. 5 και 6 του Ν. 4177/2013, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις που αναιρεσείοντα κατηγορούμενου είναι αβάσιμοι. Το δικαστήριο ευθέως και χωρίς καμία αντίφαση στις παραδοχές του, έκρινε ότι θεμελιώνεται σε βάρος του αναιρεσείοντα κατηγορούμενου η πράξη της κατοχής, διακίνησης και εμπορίας νοθευμένων καυσίμων, που προβλέπεται στο άρθρο 20 παρ. 5 περίπτωση πρώτη, του Ν. 4177/2013 και για την πράξη αυτή καταδίκασε τον ίδιο και όχι για την πράξη της κατοχής και διακίνησης απλώς μη κανονικών καυσίμων, που προβλέπεται ως δεύτερη περίπτωση στην ίδια διάταξη και τιμωρείται ηπιώτερα.
Δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος πρατηρίου υγρών καυσίμων κατείχε και εμπορευόταν πετρέλαιο κίνησης νοθευμένο και αναφέρει ότι αυτή η νόθευση έλαβε χώρα με πετρέλαιο θέρμανσης σε ποσοστό 1,2%, αφού περιείχε τον ιχνηθέτη yellow σε ποσοστό 0,07 mg και 08io15,4mg/kg αντί του μέγιστου επιτρεπόμενου για το πετρέλαιο κίνησης 10mg/kg.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του ιδίου για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες γιατί υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι του δικογράφου της αναίρεσης με την οποία προβάλλονται πλημμέλειες, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξάλλου, το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος προβλέπει ότι: "Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Το δε άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ΝΔ 53 της 19/20-09-1974, ορίζει ότι: "Ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ` ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος". Το άρθρο 15 του ΔΣΑΠΔ του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, προβλέπει ότι: "Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, με την εφαρμογή, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Σύμφωνα δε με την αρχή της νομιμότητας (άρθρο 7 του Σ.), με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Σ) και με το προαναφερθέν άρθρο 15 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερσυνταγματική ισχύ, καθιερώνεται η αναδρομική ισχύς του επιεικέστερου νόμου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 511 περ. 1 ΚΠΔ ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο, που ισχύει, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 219/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 463 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον Ν. 4619/2019, ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 460 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2019: "Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα.".
Συνεπώς, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4619/2019 (έναρξη ισχύς 01-07-2019), ο οποίος είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο αφού πλέον το έγκλημα της παρ. 5 (και 6) του άρθρου 20 του Ν. 4177/2013 (κατοχή, διακίνηση και εμπορία νοθευμένων καυσίμων) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους "ή με χρηματική ποινή". Ακολούθως, κρίνεται αυτεπαγγέλτως ότι είναι δυνατόν να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου, νεότερου νόμου, σύμφωνα μετά τα άρθρα 2 ΠΚ και 511 εδ. γ' του ΚΠΔ, και συγκεκριμένα ότι είναι δυνατόν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφαρμόζοντας το επιεικέστερο νέο άρθρο 463 παρ. 2 ΠΚ (όπως ισχύει μετά τον Ν. 4619/2019), να επιβάλει στον κατηγορούμενο αντί της ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, χρηματική ποινή, η οποία ασφαλώς συνιστά, με βάση της αξιολογήσεις του ΠΚ, επιεικέστερη ποινική μεταχείριση έναντι της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, και εφόσον είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 592 ΚΠΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση δήλωση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, την υπ' αριθμ. 7457/2018 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό) και μόνον κατά την διάταξη αυτής περί της επιβλητέας ποινής στον κατηγορούμενο, κατά τα προεκτεθέντα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, από τους ίδιους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Μαρτίου 2019 με αριθμό 239/2019 αίτηση αναίρεσης του Ι. Α. του Ι., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7457/2018 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ