1797/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1797/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1797/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξανδρόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. ΒΤ 1493/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 28 Ιουνίου 2018 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28 Ιουνίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../28-6-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.
Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων.
Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, της παραλείψεως δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας, την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν.
Βλάβη της περιουσίας υπάρχει, έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος.
Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Από υποκειμενική άποψη, το ανωτέρω έγκλημα έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ιδίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος όλων όσων συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.
Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η απλή επανάληψη του διατακτικού στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό), καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής.
Όταν δε ελλείπει παντελώς η αιτιολογία και στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, τότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική. Η εν λόγω αλληλοσυμπλήρωση προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της.
Κατά συνέπεια, αν δεν αναφέρεται κανένα εκ των περιστατικών αυτών στο αιτιολογικό, αλλά γίνεται καθολική παραπομπή δι’ αυτού στο διατακτικό δεν πληρούται η απαίτηση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως. Η αναφορά, εξάλλου, των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των γεγονότων που εμπίπτουν στο πραγματικό της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε.
Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότα περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητας και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί δε να μνημονεύονται με γενικές και τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλ’ απαιτείται να διαλαμβάνονται οντολογικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα, με αναφορά τους (έστω και μερικώς στο αιτιολογικό, που θα αλληλοσυμπληρωθεί με το διατακτικό) κατά την ουσία, το ποσό, το ποιόν, τον τόπο, το χρόνο και τις σχέσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος στην προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ΒΤ1493/2018, απόφασή του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό αυτής, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, επί λέξει, τα ακόλουθα: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την αποδιδόμενη με το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, καθώς αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ειδική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, οπότε και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, στο οποίο και παραπέμπει.
Σημειωτέον δε, ότι ο παθών αναγνώρισε στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία τον παρόντα κατηγορούμενο Π. Ν., ως το πρόσωπο, το οποίο συνάντησε αλλά και επικοινωνούσε τηλεφωνικά, απ’ την πρώτη δε στιγμή τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης, ο παθών ομιλεί για τα ίδια πραγματικά περιστατικά της απάτης σε βάρος του, τα οποία και επανέλαβε κατά την κατάθεσή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου".
Ακολούθως, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για το ότι: "Στην Αθήνα, σε μη επακριβώς ορισμένο χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Δεκεμβρίου 2010, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Π. ή Π.
Μ. του Ν., με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατόπιν συναπόφασης, παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Π. Μ., ότι πρόκειται να του πωλήσουν δύο αυτοκίνητα τύπου Smart, τα οποία θα έφερναν από τη Γαλλία αντί τιμήματος συνολικού ποσού 13.000 ευρώ και με αυτό τον τρόπο έπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει στις 16-12-2010 το ποσό των 2.000 ευρώ ως προκαταβολή και στις 7-1-2011 το ποσό των 3.500 ευρώ για τα έξοδα του εκτελωνισμού, χωρίς να προβούν σε καμία ενέργεια για την παράδοση των οχημάτων.
Όμως εξαρχής γνώριζαν ότι δεν διέθεταν αυτοκίνητα στη Γαλλία με σκοπό την πώληση. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στη λήψη του ποσού των 5.500 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος". Όμως, η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, αλλά τυπική, καθόσον στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης δεν περιελήφθη ίδιο σκεπτικό, στο οποίο να περιέχονται τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τα νομικώς αξιόλογα ιστορικά γεγονότα (βιοτικά συμβάντα), εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερά τους γνωρίσματα, αναλυτικά και με πληρότητα, στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η κατά τα προδιαληφθέντα αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, έστω και με μερική παραπομπή στο διατακτικό, αλλά έγινε καθολική παραπομπή διά του σκεπτικού στο διατακτικό, με συνέπεια η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως να μεταπίπτει σε τυπική και να μην πληρούται η απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, που απαιτείται κατά το Σύνταγμα και το νόμο.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός, από το άρθρο 510 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, παρελκούσης της έρευνας του άλλου λόγου αναιρέσεως ως καλυπτομένου από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΒΤ-1493/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2018 .
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ