Supreme Court dismisses appeal against tax collection notices, ruling they constitute valid legal titles for revenue recovery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Larissa Court of Appeal decision confirming tax collection notices. The State argued these notices lacked specificity regarding the debt cause and failed to serve as valid legal titles for revenue collection. The court rejected this, holding that the notices, combined with the underlying loan contract and bank letter, sufficiently identified the debt and thus constituted a lawful title for collection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 § 2 of Law 356/1974 (K.E.D.E.); Tax collection requires a legal title. Tax collection notices, when combined with the underlying loan contract and bank correspondence, constitute a valid legal title for revenue recovery even if not previously served on the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ρ. του Η., 3) Η. Ρ. του Α. και 4) Α. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2005 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 11/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 728/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 10-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 728/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 728/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 19-12-2006 εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 11/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία έγινε δεκτή η από 23-6-2005 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακυρώθηκαν οι υπ' αριθμ. .../17-9-2002 και .../21-4-2005 ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ Καρδίτσας.
Το άρθρο 2 § 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 [με έναρξη ισχύος την 1-1-2014], όριζε τα εξής: "Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν:
α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) ... γ) ...". Εξάλλου, το άρθρο 73 §§ 1, 2 και 4 του ίδιου ν.δ/τος ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν, β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη. 4.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ/τος 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε) Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό, αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ίδιου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία (ανακοπή) μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαιώσεως, που αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής αποφάσεως, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη.
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η ελλείπουσα από το νόμιμο τίτλο λεπτομερής περιγραφή του φερόμενου ως οφειλόμενου χρηματικού ποσού μπορεί να συμπληρωθεί με έγγραφα που καθιστούν την οφειλή επαρκώς συγκεκριμένη, εφόσον αυτά έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στο φερόμενο ως οφειλέτη, πριν ο τελευταίος αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την οφειλή του με άσκηση ανακοπής, ενόψει του ότι με τον τρόπο αυτό θα έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του, και κατά συνέπεια ουδεμία δικονομική βλάβη θα υφίσταται, αφού με τη γνωστοποίηση των εγγράφων αποτρέπεται η ανάγκη εξειδικεύσεως ως στοιχείο του κύρους του νόμιμου τίτλου (ΑΠ 393/2017, 434/2015, 1898/2014).
Εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, μεταξύ άλλων, με την ένδικη ανακοπή τους να ακυρωθούν οι υπ' αριθ. .../17.9.2002 και .../21.4.2005 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας για ποσά αντίστοιχα 49.540,08 και 46.578,11 ευρώ, που καλούνται να καταβάλουν στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι πάσχουν από αοριστία ως προς την αιτία και τα επιμέρους κονδύλια του χρέους, στερούνται νόμιμης αιτιολογίας και η όλη απαίτηση δεν είναι βέβαιη ούτε εκκαθαρισμένη.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας όλα τα έγγραφα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η πρώτη των ανακοπτόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων), ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), συνήψε με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος: 1) τρεις συμβάσεις δανείου με αριθμό .../10.5.1989, τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των οποίων, συνολικού ύψους 2.812.000 δραχμών, από κεφάλαια, τόκους και έξοδα μέχρι την 31.3.1994 συμφώνησαν να ενοποιήσουν, ώστε να αποτελέσουν νέο δάνειο, σύμφωνα με τους όρους της με αριθμό .../4.10.1994 πρόσθετης δανειστικής σύμβασης που κατάρτισαν, 2) τις με αριθμούς .../10.12.1982, .../25.7.1995, .../19.10.1995, .../28.12.1995 και ../30.1.1996 συμβάσεις δανείου, το ποσό των οποίων, ύψους 54.599.000 δραχμών, από κεφάλαια και τόκους μέχρι 28.12.1999 συμφώνησαν να αποτελέσει νέο δάνειο κατά τους όρους της .../ 28.12.1999 πρόσθετης πράξης που κατάρτισαν, 3) την με αριθμό .../30.1.1996 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών, 4) την με αριθμό .../20.7.2000 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών και 5) την με αριθμό .../4.10.2000 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών.
Στις 21.1.2002 υπεγράφη μεταξύ της πρώτης των ανακοπτόντων και της ΑΤΕ η με αριθμό .../21.1.2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο όλων των ανωτέρω συμβάσεων μέχρι τις 31.12.2000, συνολικού ύψους 312.256 ευρώ, θα αποτελέσει νέο δάνειο προς την άνω ανακόπτουσα, το οποίο όρισαν ότι θα εξοφληθεί από την τελευταία μέχρι τις 31.12.2016, με ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις και τους όρους ειδικότερα της ως άνω πρόσθετης πράξης.
Την πληρωμή του ανωτέρω δανείου εκ μέρους της ανακόπτουσας, ως κεφαλαιοποιημένης οφειλής από τα προεκτεθέντα, δάνεια και πιστώσεις που της είχαν χορηγηθεί από την ΑΤΕ για κτηνοτροφική εκμετάλλευση, εγγυήθηκε προς την τελευταία το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση την 2/13854/0025/ 11.6.2001 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995.
Όμως η πρώτη των ανακοπτόντων δεν φάνηκε συνεπής προς τις υποχρεώσεις της και έτσι λόγω της καθυστέρησης καταβολής από αυτή των δόσεων του δανείου, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας, βάσει καταστάσεων βεβαιώσεων των ληξιπρόϋεσμων οφειλών της, που απέστειλε η ΑΤΕ προς τη Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας, εξέδωσε τις επίδικες με αριθμούς .../17.9.2002 και .../21.4.2005 ταμειακές βεβαιώσεις, για τις εγγυημένες από το Ελληνικό Δημόσιο ανεξόφλητες οφειλές της άνω ανακόπτουσας, ποσών 49.540,08 και 46.578,11 ευρώ, τις οποίες καταλόγισε σε βάρος των ανακοπτόντων ως έσοδο του Ελληνικού Δημοσίου.
Ως εκ τούτου, με μόνη την έκδοση των ανωτέρω βεβαιώσεων από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας το Ελληνικό Δημόσιο υποκαταστάθηκε εκ του νόμου για τις συναφείς απαιτήσεις του από την κατάπτωση της εγγύησης προς την ΑΤΕ, λόγω μη εξόφλησης του δανείου εκ μέρους της πρώτης των ανακοπτόντων, στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας κατά της τελευταίας και των ομορρύθμων εταίρων της, ανεξαρτήτως αν συντελέστηκε λογιστικώς από το Δημόσιο η πληρωμή προς την ΑΤΕ των οφειλών της πρώτης ανακόπτουσας...
Ωστόσο, στις ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις αναγράφονται μόνον τα ποσά των 49.540,08 και 46.578,11 ευρώ, ως οφειλόμενα από τους ανακόπτοντες, χωρίς να προσδιορίζεται σε ποιες ανεξόφλητες δόσεις του δανείου αντιστοιχούν και χωρίς να γίνεται διαχωρισμός κάθε οφειλόμενου ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Επομένως, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής που αμφισβητούν οι ανακόπτοντες, η δικονομική δε βλάβη που υφίστανται από την αόριστη περιγραφή των απαιτήσεων του Δημοσίου στις άνω ταμειακές βεβαιώσεις, δεν μπορεί να καλυφθεί παρά μόνον με την ακύρωση τους: Το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι οι ανακόπτοντες γνώριζαν το ακριβές ύψος της οφειλής τους, που απορρέει από την υπ' αριθ. .../21.1.2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης των οφειλών τους που συνυπέγραψαν με την ΑΤΕ και από τα υπ' αριθ. .../16.4.2003 και ...18.10.2004 έγγραφα, που αυτή τους απέστειλε κατόπιν αιτήσεως τους.
Όμως από την πράξη ρύθμισης προκύπτει μόνον το εκ 312.256 ευρώ συνολικό ποσό του ως άνω δανείου που συνήψε η ΑΤΕ με την πρώτη ανακόπτουσα μετά την κεφαλαιοποίηση των ληξιπρόθεσμων υπολοίπων των αναφερομένων στην πράξη αυτή συμβάσεων, από δε τα λοιπά έγγραφα, που απέστειλε η ΑΤΕ προς τους ανακόπτοντες, προκύπτει ο καθορισμός του συνολικού χρέους της πρώτης ανακόπτουσας από τις ληξιπρόθεσμες αλλά και τις άληκτες οφειλές της από τις παραπάνω συμβάσεις, αναλόγως με την υπαγωγή ή μη αυτών στις διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001 και του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, για τον επαναπροσδιορισμό των οφειλών από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα.
Συνεπώς τα ανωτέρω έγγραφα δεν αναφέρονται στα συγκεκριμένα ποσά που καταλογίστηκαν σε βάρος των ανακοπτόντων με τις επίδικες ταμειακές βεβαιώσεις. Τέλος το καθ' ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι το ύψος της οφειλής που βεβαιώθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων με τις ταμειακές αυτές βεβαιώσεις, προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στις καταστάσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών εκδόσεως της ΑΤΕ, που μετ' επικλήσεως προσκομίζει και στις οποίες αναγράφεται το συνολικό ποσό του δανείου, ο χρόνος λήξης της δόσης, το χρεολύσιο, οι τόκοι της δόσης, το σύνολο της δόσης, οι τόκοι ποινής υπέρ της ΑΤΕ, οι τόκοι ποινής υπέρ του Δημοσίου οι τόκοι υπερημερίας, οι λοιπές επιβαρύνσεις και το σύνολο της βεβαιωμένης με κάθε μια από τις επίδικες ταμειακές βεβαιώσεις οφειλής. Οι καταστάσεις δε αυτές, κατά τους ισχυρισμούς του, συγκροτούν μαζί με τις ταμειακές βεβαιώσεις τον τίτλο, βάσει του οποίου επέσπευσε διοικητική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων.
Συνεπώς ο τίτλος ήταν πλήρως ορισμένος και νόμιμος. Ωστόσο..., τις ως άνω καταστάσεις με αντίγραφα της σχετικής καρτέλας του δανείου και τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της οφειλής απέστειλε η ΑΤΕ στη Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας, προκειμένου το οφειλόμενο ποσό να πληρωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που αυτό είχε παράσχει, το δε Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε κοινοποιήσει ή γνωστοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο στους ανακόπτοντες τα ως άνω συγκροτούντα τον τίτλο έγγραφα που επικαλέστηκε".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε την ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε τις υπ' αριθμ. .../17.9.2002 και .../21.4.2005 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας και τους χρηματικούς καταλόγους που τις συνοδεύουν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 § 1, 2 §§ 2 και 3 του ΚΕΔΕ, 11 §§ 1 και 5 του ν. 2322/1995, 11 § 1 και 65 του ν. 2362/1995, 32-35 του β.δ. 757/1969 και 51 του π.δ. 16/1989 και τις κατ' εξουσιοδότηση του άνω ν. 2322/1995 εκδοθείσες Υ.Α. 2/478/0025/2006 και 2/8174/0025/2008 του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι υπ' αριθμ. .../17.9.2002 και .../21.4.2005 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ.
Καρδίτσας είναι αόριστες ως προς την αιτία της οφειλής και δεν συνιστούν νόμιμο τίτλο για την είσπραξη, αντίστοιχα, των ποσών των 49.540,08 και 46.578,11 ευρώ από τους αναιρεσίβλητους οφειλέτες, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, νόμιμο τίτλο, που επιτρέπει την ταμειακή βεβαίωση για την είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ του οφειλόμενου από τους αναιρεσίβλητους δανείου, ως προς το οποίο κατέπεσε η παρασχεθείσα από το Δημόσιο εγγύηση, με συνέπεια αυτό να υποκατασταθεί έκτοτε αυτοδικαίως από το νόμο στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας (ΑΤΕ), αποτελεί το απευθυνόμενο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έγγραφο της τράπεζας αυτής για την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου, μαζί με το θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
αντίγραφο της τριπλότυπης περιληπτικής καταστάσεως, που βεβαιώνει τη δανειακή οφειλή ως έσοδο του Δημοσίου, σε συνδυασμό με την ίδια τη δανειακή σύμβαση, στην οποία επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση των εγγυημένων απαιτήσεων της τράπεζας κατά κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις.
Ωστόσο τα έγγραφα αυτά, τα οποία μπορούν κατ' αρχήν να θεωρηθούν επαρκή για την εξειδίκευση της οφειλής που αφορούν οι ανακοπτόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι επιδόθηκαν ή κατ' άλλο τρόπο γνωστοποιήθηκαν στους αναιρεσίβλητους, πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, ώστε να είναι εφικτός από αυτούς ή και από το δικαστήριο ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους των φερόμενων οφειλών τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 728/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ