1797/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1797/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ’ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1797/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Γ. Σ. χήρας Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.786/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ...ς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ’ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση.
Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστήριω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις".
Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους".
Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.
Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας.
Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του.
Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ ΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής.
Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.
Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ.
γ ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν 3604/2007: "Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. εγκύρως εκδίδει αντίγραφα των πρακτικών του Δ.Σ. και για τα αντίγραφα αυτά δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του προέδρου (ΑΠ 1366/2013).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Δεν είναι δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
ΑΠ 3/2008). Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η περίπτωση δ ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως ... δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (αρ. 41 και 46) ή για το οποίο, δε δόθηκε η άδεια δίωξης (αρ. 54) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (αρ. 438).
Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με δύο όψεις ήτοι θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση και αρνητικά όταν το δικαστήριο παραλείπει (αρνείται) να ασκήσει υπάρχουσα εξουσία του, παρεχόμενη εκ του νόμου.
Σε κάθε περίπτωση υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η από τον νόμο απαιτούμενη έγκυρη έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο ...ς που δίκασε κατ’ έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό 786/2013, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος (ένορκη κατάθεση μάρτυρα υπερασπίσεως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν) προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: " ....
η κατηγορουμένη, στην ..., την 27-5-2007, με πρόθεσή της εξέδωσε έγκυρη επιταγή που δεν πληρώθηκε γιατί στον πληρωτή στον οποίο την εξέδωσε δεν είχε κατατεθειμένα αντίστοιχα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πληρωμής της και συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού (10.420,00) ευρώ, με πληρώτρια τράπεζα την ...
BANK, σε διαταγή Κ. Κ. Εταιρία ..., εμφανίσθηκε δε εμπρόθεσμα την 1-6-2007 και δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο αντίκρισμα στην Τράπεζα αυτή, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ο οποίος υποβλήθηκε στο ακροατήριο μέσω του συνηγόρου της, ότι δηλαδή η ίδια δεν έχει υπογράψει την ένδικη επιταγή αλλά ο υιός της Ι.
Σ. που στη συνέχεια την εξόφλησε, δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο ...".
-Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο, κήρυξε αυτήν ένοχο, του ότι:
"....Στην ..., την 27-5-2007, με πρόθεσή της εξέδωσε έγκυρη επιταγή, που δεν πληρώθηκε γιατί στον πληρωτή στον οποίο την εξέδωσε δεν είχε κατατεθειμένα αντίστοιχα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πληρωμής της. Συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού (10.420,00) ευρώ, με πληρώτρια τράπεζα την ... BANK, σε διαταγή ... ΑΒΕΕ, εμφανίσθηκε δε εμπρόθεσμα την 1-6-2007 και δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο αντίκρισμα στην Τράπεζα αυτή, γεγονός που το γνώριζε η κατηγορουμένη ....".
Με αυτές τις παραδοχές της απόφασης, σε συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, το Δικαστήριο που δίκασε εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, 80 ΠΚ και των άρθρων 1, 2, 3, 28, 29 και 79 παρ. 1 σε συνδυασμό με την παραγ. 3,5 Ν.5960/1933, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρ. 15 Ν.3472/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα: α) αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι η ένδικη επιταγή εκδόθηκε από την κατηγορουμένη και υπογράφεται από την ίδια και δεν απαιτείτο άλλος ειδικότερος προσδιορισμός ως προς την εκδότρια, αφού ο ισχυρισμός ότι υπέγραψε ο υιός της είναι αρνητικός της κατηγορίας, β) εκθέτει τον χρόνο εκδόσεως της ένδικης επιταγής, γ) την εμπρόθεσμη εμφάνισή της, προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων και δ) ότι η μηνύτρια ΑΒΕΕ ήτο νόμιμη κομίστρια εξ αναγωγής, όπως προέκυπτε από την ανάγνωση του σώματος της επιταγής.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι δεν αιτιολογείται ο ισχυρισμός περί μη υπογραφής της επίδικης επιταγής από την κατηγορουμένη αλλά από τον υιό της Ι. Σ. και ότι έχει εξοφληθεί η επιταγή με παράδοση άλλων μεταχρονολογημένων επιταγών της εταιρίας "Γ." είναι απορριπτέες ως αβάσιμες καθόσον δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά αρνητικούς και δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει επ’ αυτών, με την επίφαση δε της εσφαλμένης εκτίμησης προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω και σχετικά με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από την αναιρεσείουσα ότι "Το Δικαστήριο καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του, την καταδίκασε διότι, αφενός μεν δεν υπήρχε ειδική και συγκεκριμένη απόφαση του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", για άσκηση της συγκεκριμένης εγκλήσεως σε βάρος της για την επίδικη επιταγή, αφετέρου δε δεν προκύπτει η νομιμοποίηση, η ύπαρξη ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας της εν λόγω εταιρίας προς την δικηγόρο Ε.
Τ., για την υποβολή της εγκλήσεως αυτής, αφού δεν υπάρχει το ΦΕΚ στο οποίο έχει δημοσιευθεί η σύνθεση του ΔΣ της που εκπροσωπεί αυτή κατά τον χρόνο υποβολής της εγκλήσεως και από το οποίο να προκύπτει ποια είναι τα μέλη του ΔΣ της τα οποία νομιμοποιούνται να εκπροσωπούν αυτή και να παρέχουν την προαναφερόμενη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στην Ε.
Τ. κατά το χρόνο εκείνο ...". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα την από 6-8-2007 μήνυση της ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "..." αυτή, κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών από την δικηγόρο Ε. Τ. ως πληρεξουσία της ανωτέρω εταιρίας. Μαζί με την μήνυση υποβλήθηκαν και τα κάτωθι έγγραφα: 1) η με αριθμό ...
επιταγή της Γενικής Τράπεζας που φέρει ημερομηνία 27-5-2007, 2) Το από 6-8-2007 πρακτικό του ΔΣ της ως άνω ανωνύμου εταιρίας που εξουσιοδοτούν για υποβολή της ως άνω μηνύσεως το μη μέλος του ΔΣ Ε. Τ., δικηγόρο Αθηνών, 3) Το καταστατικό της ΑΕ που στο άρθρο 25 παρ. 2 ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο έχει το δικαίωμα να αναθέσει σε ένα ή μέλη ή σε πρόσωπα εκτός του συμβουλίου (υπαλλήλων ή μη της εταιρείας) την εκπροσώπησή της... 3) το υπ’ αριθ. .../21-10-2002 και 9876/2-8-2004 ΦΕΚ τεύχη Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, εκ των οποίων προκύπτει ποία ήταν τα μέλη του ΔΣ της ως άνω εταιρείας κατά το χρόνο ασκήσεως της μηνύσεως, 4) Η γνησιότητα δε της εντολής προς την ως άνω δικηγόρο φέρει βεβαίωση από δικηγόρο, όπως επιτάσσει το άρθρ. 42 παρ. 2 ΚΠΔ.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ-Ε και Η του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την εφαρμογή των διατάξεων περί ακαλύπτου επιταγής καθώς και για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 1/3-6-2015 αίτηση αναιρέσεως της Γ. χας Θ. Σ. κατά της με αριθμό 786/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ