Supreme Court dismisses appeal on facts, ruling appellate court's evaluation of evidence is unreviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by two creditors against the Court of Appeal's decision to annul a property sale. The appellants argued the lower court erred in fact-finding regarding the seller's financial status and the buyer's knowledge of the debt. The court held that the appellate court's assessment of evidence constitutes a matter of fact review, which is not subject to re-examination by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the facts or the assessment of evidence made by the Court of Appeal, as such determinations are binding and unreviewable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1797/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών : 1. Σ. Λ. το γένος Ρ. Κ. κατοίκου ... και 2. Π. Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Λιανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-10-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 1-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε επί αγωγής εκ του άρθρου 939 επ. ΑΚ, που κρίθηκε βάσιμη και έγινε δεκτή. II.Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά το άρθρο 939 ΑΚ: " Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους". Κατά δε το άρθρο 941 παρ. 1 ΑΚ: " Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του".
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Ο εφεσίβλητος - ενάγων μαζί με τον Π. Π., ως προς τον οποίο απερρίφθη η αγωγή, μετά από διαπραγματεύσεις με την πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα συμφώνησαν την αγορά ενός ακινήτου της κυριότητας της τελευταίας...επιφάνειας 337, 56 τμ, μέσα στο οποίο βρίσκεται δυόροφη οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο όροφο με δυο διαμερίσματα εμβαδού 94,82 τμ και πρώτο όροφο με δυο επίσης διαμερίσματα εμβαδού 94,82 τμ.
Ο εφεσίβλητος....θα αγόραζε κατά τα συμφωνηθέντα το ισόγειο της άνω οικοδομής, αποτελούμενο από δυο διαμερίσματα αντί τιμήματος 40.000 Ευρώ και ο Π. Π. τον πρώτο όροφο αντί τιμήματος 40.000 Ευρώ. Περαιτέρω, συμφώνησαν, ότι θα κατέβαλαν στην πρώτη εκκαλούσα.... το ποσό των 20.000 Ευρώ ο καθένας τους για ανακαίνιση των διαμερισμάτων, την οποία θα πραγματοποιούσε η πρώτη εκκαλούσα...Ο εφεσίβλητος...κατά τα τέλη Απριλίου 2001 έναντι του συνολικά οφειλόμενου και από αυτόν και από τον Π.
Π. τιμήματος, κατέβαλε σε Γερμανική Τράπεζα, στην οποία είχε οφειλή η πρώτη εκκαλούσα....και προς εξόφληση της οφειλής της το ποσό των 120.000 Ευρώ και η πρώτη εκκαλούσα....από τότε του παρέδωσε τη νομή και την κατοχή των προαναφερόμενων διαμερισμάτων μέχρι την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταξύ τους.
Κατόπιν συνεννοήσεως και προτροπής της πρώτης εκκαλούσας... ο πρώτος εφεσίβλητος ...μαζί με τον Π. Π. με το υπ' αριθμ. …/26.04.2001 ειδικό πληρεξούσιο, χορήγησαν στους αναφερόμενους σε αυτό δικηγόρους, με τους οποίους συνεργαζόταν η πρώτη εκκαλούσα...την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να συμβληθούν με την πρώτη...εκκαλούσα προκειμένου να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο πώλησης του προαναφερόμενου ακινήτου.
Όμως, η πρώτη εκκαλούσα καθυστερούσε τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, ενώ παράλληλα αρνείτο να επιστρέψει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 120.000 Ευρώ, που είχε καταβάλει αυτός στην Γερμανική Τράπεζα έναντι της δικής της οφειλής προς αυτήν, σε εξόφληση του μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος της αγοραπωλησίας.
Εξαιτίας του γεγονότος αυτού με αίτηση του... εκκαλoύvτoς προς τα αρμόδια Γερμανικά Δικαστήρια εξεδόθη στις 21.02.2003 η με αριθμό 401/02-1459642-0-7 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάγιεν της Γερμανίας (τμήμα οχλήσεων), με την οποία επιτάσσετο η ...- εκκαλούσα να καταβάλει στο πρώτο ενάγοντα - εφεσίβλητο το ποσό των 120.000 Ευρώ με το νόμιμο τόκο...
Η πρώτη...εκκαλούσα, όμως, παρά τις οχλήσεις του...εφεσίβλητου αρνείτο να του καταβάλει το άνω ποσό, για το λόγο δε αυτό ο... - εφεσίβλητος κατέθεσε την υπ' αριθμ. Πρωτ. 257/2003 αίτησή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, ακριβές αντίγραφο της οποίας επέδωσε νόμιμα στην ... εκκαλούσα στις 04.07.2003, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η εκτελεστότητα του άνω αλλοδαπού τίτλου.
Παράλληλα, άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθεσης 557/2003 αίτησή του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά της ... εκκαλούσας, με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε περιουσιακού στοιχείου αυτής για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 03.09.2003. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου με την υπ' αριθμ. 453/2003 απόφασή του κήρυξε εκτελεστή την από 04.02.2003 απόφαση (όχλησης - διαταγής πληρωμής) του Ειρηνοδικείου Μάγιεν και περαιτέρω απέρριψε ως απαράδεκτη την παρέμβαση, που είχε ασκήσει με ιδιαίτερο δικόγραφο επί της αιτήσεως του πρώτου...-εφεσίβλητου η ...εκκαλούσα - ...
Μετά από άσκηση έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 453/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου από την πρώτη εκκαλούσα... εξεδόθη η υπ' αριθμ. 407/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία απερρίφθη η έφεση της πρώτης εναγόμενης - εκκαλούσας και έτσι η υπ' αριθμ. 453/2003 απόφαση κηρύξεως εκτελεστότητας του αλλοδαπού τίτλου του ....εφεσίβλητου - ...κατέστη τελεσίδικη.
Στις 04.08.2003 η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στη δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα... με το υπ' αριθμ. 797/04.08.2003 συμβόλαιο .... που μεταγράφηκε νόμιμα στις 05.08.2003 ....Η πρώτη εκκαλούσα...αμφισβητεί την οφειλή της προς τον εφεσίβλητο - εναγόμενο και ειδικότερα το ύψος και τον τρόπο καταβολής του ποσού των 120.000 Ευρώ προς αυτήν.
Ωστόσο, οι αντιρρήσεις της αυτές για τη νομιμότητα του ύψους της οφειλής και τω τόκων αυτής, που επιδικάσθηκαν με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Μάγιεν της Γερμανίας, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. 407/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης είναι απαράδεκτες διότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, για την αιτία και το ύψος της οφειλής υπάρχει δεδικασμένο (άρθρο 322 παρ. 1, 323 ΚΠολΔ) που πηγάζει από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής και αποκλείει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του νομίμου αυτής σε κάθε άλλη δίκη ..." Υπό τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει επαρκείς, σαφείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την συνδρομή των όρων των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων (των άρθρων 939 και 941 ΑΚ), οι οποίες στηρίζουν ασφαλώς το διατακτικό της αποφάσεως.
Δεν αποτελεί δε, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, ασάφεια, το ότι δέχτηκε το ουσιαστικό δικαστήριο, πως "η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου δεν υπερβαίνει την απαίτηση του ενάγοντος", ούτε το ότι "...η αφερεγγυότητα της πρώτης αναιρεσείουσας συνεχιζόταν και μετά το διαζύγιο και μέχρι της επ' ακροατηρίω συζητήσεως", ούτε το ότι η παραίτηση "από το δικαίωμα ενδεχόμενης πώλησης" περιουσιακών της στοιχείων υπέρ τρίτου προσώπου καθιστούσε την πρώτη αναιρεσείουσα αφερέγγυο οφειλέτιδα.
Άρα, ο δεύτερος, λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παράβαση των ανωτέρω διατάξεων των ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.
III. Στοιχείο της αγωγής για διάρρηξη δικαιοπραξίας είναι: α) η απαλλοτρίωση β) η πρόθεση βλάβης που ενυπάρχει, όταν ο οφειλέτης ενεργεί με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης του δανειστή, γ) ο τρίτος προς τον οποίον η απαλλοτρίωση, να τελεί εν γνώσει της πρόθεσης του οφειλέτη για ματαίωση της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή αυτός να μετέχει του δόλου του οφειλέτη, όταν η υπολειπόμενη περιουσία αυτού που κρίνεται από την εμφανή περιουσία του, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 757/2010).
Ακόμη, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής διάρρηξης είναι, εκτός των άλλων, και ο ακριβής προσδιορισμός της απαίτησης του δανειστή και της αξίας του στοιχείου της απαλλοτριωτικής πράξης (ΑΠ 846/2011), κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1677/2008). Στην ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την δέουσα θεώρηση του δικογράφου της (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αναφέρεται, πως "...
η αντικειμενική αξία του όλου μεταβιβαζόμενου ακινήτου ανήρχετο, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, στο ποσό των 48.795,94 €.." Περαιτέρω, το Εφετείο, ως προς το συγκεκριμένο θέμα δέχτηκε, πως η αξία του πιο πάνω ακινήτου προσδιορίστηκε στο ανωτέρω ποσό "...ενόψει δε αυτών, συνάγεται, ότι κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής, η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου δεν υπερβαίνει την απαίτηση του πρώτου - ενάγοντος εφεσιβλήτου, που είναι μεγαλύτερη των 120.000 Ευρώ...".
Επομένως, η αναφορά των αναιρεσειόντων σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται, προδήλως αβάσιμα. Επιπρόσθετα: α) ουδόλως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, αν η αξία του απαλλοτριωθέντος ήταν διαφορετική, κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, από την αναφερόμενη στο δικόγραφο της αγωγής και σε τι συνίσταται η τυχόν βλάβη τους.
β) σε κάθε περίπτωση, πρέπει η πιο πάνω πλημμέλεια (αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), να είχε προταθεί, νομίμως στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης, είτε νομίμως, με τις προτάσεις στο εφετείο (ΑΠ 1705/2008, ΑΠ2013/2007), έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας, αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 259/2009, ΑΠ 465/2005).
Δηλαδή, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως ακριβώς, προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο από την εκκαλούσα με λόγο έφεσης, διότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ1/1987, ΑΠ 222/2009, ΑΠ 1343/2008).
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αναιρεσείουσες: 1) ουδόλως μνημονεύουν το περιεχόμενο της αγωγής στο αναιρετήριο, κατά το κρίσιμο σημείο του 2) περιορίζονται να αναφέρουν, πως " τόσο τη νομική όσο και τη ποσοτική αοριστία προβάλαμε με την έφεση και τις έγγραφες ενώπιον του εφετείου προτάσεις μας..", χωρίς περαιτέρω, διευκρίνηση και επεξήγηση.
Όμως, επιπρόσθετα: Α) στην αγωγή γίνεται ρητά λόγος, πως " η δεύτερη εναγομένη .... ενήργησε κακόπιστα συνεργώντας σε μια παράνομη πράξη, ενώ γνώριζε και η ίδια προσωπικά τις απαιτήσεις μας που εκκρεμούν σε βάρος της πρώτης, αλλά και την εκκρεμή απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου.." Β) από την επιτρεπτή θεώρηση του δικογράφου της έφεσης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο λόγος που αναφέρεται στην αοριστία της αγωγής, είναι διαφορετικός, από τον ήδη προβαλλόμενο, εφ' όσον αναφέρεται στον προσδιορισμό, του τόπου, του χρόνου, του τρόπου της δήθεν καταβολής του ποσού των 120.000 Ευρώ.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, πού προσβάλλει την παραπάνω απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8α ΚΠολΔ: " Αναίρεση επιτρέπεται...αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν....και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι η πρώτη εκκαλούσα -εναγόμενη δεν έχει άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία, που να είναι αρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης του πρώτου εναγόμενου - εφεσίβλητου, ενώ περαιτέρω όπως προκύπτει από το άνω μεταβιβαστικό συμβόλαιο η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου προσδιορίστηκε κατά το χρόνο μεταβίβασης του σε 48.795,94 Ευρώ, ενόψει δε αυτού συνάγεται, ότι κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου δεν υπερβαίνει την απαίτηση του πρώτου ενάγοντος - εφεσίβλητου, που είναι μεγαλύτερη των 120.000 Ευρώ.
Η μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου έγινε με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του πρώτο εφεσίβλητου - ενάγοντος, προκειμένου, να αποστερηθεί ο τελευταίος της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή του, την ύπαρξη της οποίας η πρώτη εκκαλούσα - εναγόμενη γνώριζε. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα δεν έχει άλλη περιουσία στην Ελλάδα ή στη Γερμανία ικανή να ικανοποιήσει την απαίτηση του πρώτου ενάγοντος -εφεσίβλητου, γεγονός το οποίο και η ίδια δήλωσε κατά τη διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου της, όπως συνάγεται από την δήλωσή της, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση προς το Εφετείο Κόμπλεντς με αριθμό 9WF 705/2004, κατά την οποία δεν έχει καμία περιουσία, ούτε πόρους από εκμίσθωση ή εκμετάλλευση μιας σχολής ζωγραφικής, που διέθετε.
Εξάλλου η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά της από ενδεχόμενη πώληση ακινήτων των ακινήτων της στη Γερμανία υπέρ του συζύγου της, όπως προκύπτει από την από 20.07.2000 σύμβαση που συνήψε στα πλαίσια διαζυγίου με τον πρώην σύζυγο της ενώπιον των Γερμανικών Δικαστηρίων, ενώ ούτε η ίδια ισχυρίζεται, ότι διαθέτει άλλη περιουσία πλην του μεταβιβασθέντος ως άνω ακινήτου.
Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα, προς την οποία έγινε η εν λόγω μεταβίβαση, συνεδέετο με στενές φιλικές σχέσεις με την πρώτη εναγόμενη -εκκαλούσα δοθέντος ότι είναι μητέρα του νυν συντρόφου της πρώτης εναγόμενης -εκκαλούσας, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και στο μάρτυρα, που εξετάσθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, γνώριζε την οικονομική κατάσταση της τελευταίας και ότι η περιουσία που της απέμενε μετά την μεταβίβαση δεν αρκούσε για την ικανοποίηση του πρώτου εφεσίβλητου - ενάγοντος, τον οποίο επίσης γνώριζε και συνεδέετο προσωπικά, όπως γνώριζε και την οφειλή της πρώτης εναγόμενης -εκκαλούσας προς αυτόν εξαιτίας της άτυπης συμφωνίας περί αγοράς ακινήτου της πρώτης εναγόμενης από αυτόν, ενώ περαιτέρω ενόψει των παραπάνω γνώριζε, ότι ο σκοπός της πρώτης εκκαλούσας - εναγόμενης ήταν η βλάβη των δανειστών της και συγκεκριμένα του πρώτου ενάγοντος - εφεσίβλητου, την οποία απεδέχετο αυτή, δηλαδή η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα), δοθέντος ότι όσον αφορά στη γνώση του τρίτου δεν απαιτείται αυτοτελής πρόθεση του, τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη...".
Δηλαδή, πρόδηλα, πρόκειται για εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων, που είναι ανέλεγκτη από το παρόν δικαστήριο (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ως "πράγματα", δηλαδή το ύψος της αξίας του απαλλοτριωθέντος, η ύπαρξη ή μη φιλικών σχέσεων των αναιρεσειουσών, η γνώση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως προς την οικονομική κατάσταση της πωλήτριας, η γνώση της βλάβης των δανειστών, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν έχουν αυτοτέλεια.
Εξ άλλου, ούτε το δικόγραφο της αγωγής, παρατίθεται, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, σημειό του, ώστε να κριθούν, οι αναιρετικοί ισχυρισμοί. Σε κάθε περίπτωση δε, το δικόγραφο της αγωγής, αναφέρει, κατά τα προεκτεθέντα, τα κρίσιμα στοιχεία, για την θεμελίωση των σκέψεων του Εφετείου. Κατά ταύτα και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
V.Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια και εκθέτουν ότι "...ο αναιρεσίβλητος εζήτησε έννομη δικαστική προστασία για ικανοποίηση απαιτήσεως ύψους 60.000 Ευρώ...", ενώ το Εφετείο έκρινε για απαίτηση ύψους 120.000 Ευρώ και διέρρηξε την επίδικη αγοραπωλησία, " άνευ τινός περιορισμού". Όμως η προσβαλλομένη απόφαση, ρητά αναφέρει, όπως και στην αγωγή μνημονεύεται, πως προβάλλονται απαιτήσεις ύψους 60.000 ευρώ, για κάθε, αρχικό ενάγοντα. Στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση ως προς τον Π. Π. Ζ. (δεύτερο ενάγοντα), και έκανε δεκτή την αγωγή, ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, για το στην αγωγή μνημονευόμενο, ως προς αυτόν, ποσό. Δεν υφίσταται, άρα συνάφεια, εν προκειμένω, ούτε προκύπτει επιδίκαση πλέον των αιτηθέντων. Συνακόλουθα και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ο οποίος προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειουσών η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.10.2011 αίτηση των Σ. Λ. το γένος Ρ. Κ. και Π. Ν.Β. προς αναίρεση της 95/2011 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ