Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific details regarding the claim of res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a defamation case. The appellant argued that a prior final judgment constituted res judicata, but the appeal petition failed to clearly identify the specific subject matter, facts, or legal errors required by law. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the petition did not sufficiently define the claim of res judicata or prove it was properly raised in the original proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 16 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of res judicata is inadmissible if the petition fails to clearly specify the subject matter of the prior judgment, the facts determining the error, and whether the claim was properly raised in the original trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Κ., τέως δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Καφαντάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Δ. Β., το γένος Κ. Π., ατομικώς, 2.Κ. Β. του Δ., κατοίκου ... και 3. Γ. Β. του Δ., κατοίκου ..., των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων παρισταμένων, το μεν ατομικώς, το δε, ως κληρονόμων του αρχικού εκ των εναγομένων και ήδη αποβιώσαντος πατέρα των, Δ. Β., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 304/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης ,Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 265/2011, ΑΠ 1591/2007).
Ακόμη, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο ρητά στο αναιρετήριο (1229/2011, ΑΠ 1054/2010).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, μολονότι αυτό είχε προταθεί νομίμως, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 2084/2007, ΑΠ 1867/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και επιδικάστηκε σ' αυτόν το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με μία σε βάρος του ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση από τους αναιρεσιβλήτους.
Ήδη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάστηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που απορρέει από την 160/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει, ως προς το δεύτερο κεφάλαιό της, την από 5.1.2005 αγωγή του κατά του δευτέρου και του τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους, με την οποία αυτός ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, αδικοπραξίες που οι τελευταίοι διέπραξαν σε βάρος του με την υποβολή ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας της από 24.12.2003 μήνυσής τους, διότι, αναφορικά με το δεύτερο κεφάλαιο της η εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και διαφοράς σε σχέση με την κριθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση αγωγή του.
Με τέτοιο όμως περιεχόμενο η αίτηση αυτή αναίρεσης είναι απαράδεκτη προεχόντως λόγω της αοριστίας της, διότι δεν διευκρινίζεται σ' αυτή, αν το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή εάν στην απόφαση αυτή δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη προταθέντος δεδικασμένου, ώστε να καταστεί δυνατό, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να εκτιμηθεί, αν προτείνεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 ή τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και με την εκδοχή όμως ότι συντρέχει η πρώτη περίπτωση, δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση 160/2006 του Εφετείου Αθηνών, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), στοιχείο το οποίο είναι αναγκαίο για την παραδεκτή θεμελίωση του λόγου αναίρεσης, τόσο από τον αριθμό 16, όσο και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.12.2011 αίτηση του Ι. Π. για αναίρεση της απόφασης 304/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ