Legislator Case Law & Legislation
1797/2012 AI generated

1797/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1797/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1797/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και συζεί με άλλη γυναίκα, να μην υπάρχει πλέον μεταξύ τους κοινωνία βίου. Από την υπερτετραετή αυτή διάσταση των διαδίκων μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (19.5.2005) και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη τεκμαίρεται αμάχητα ο κατά το άρθρο 1439§1 του ΑΚ ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους και ο ενάγων δικαιούται να ζητήσει τη λύση αυτού του γάμου (ΑΚ 1439§3).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1797 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Κ. Σ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μπέζα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 674/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 282/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3240Γ/7.7.2010 έκθεση επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Ναυπλίου ..., ακριβές αντίγραφο της από 19.2.2008 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, για την αρχική δικάσιμο της 10.10.2011, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την τελευταία αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως για την αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την μετά αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

II). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικά πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω κατά το 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Ο λόγος αυτός δημιουργείται όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Τα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, που κατέστησαν αφόρητη στη συγκεκριμένη περίπτωση την εξακολούθηση της για τον ενάγοντα θα πρέπει συνεπώς να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων. Αν τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται και με τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο συζύγους βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό του γάμου, εκτός αν εκείνο που αφορά τον εναγόμενο είναι μηδαμινό σε σχέση με εκείνο που αφορά τον ενάγοντα.

Τέλος δε για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχομένου από το άρθρο 1439§1 ιδίου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητας τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 6.7.1967 στη ... σε ηλικία 20 ετών ο ενάγων και 18 η εναγόμενη, από τον οποίο απέκτησαν δύο ανήλικα ήδη τέκνα. Από τον μήνα όμως Αύγουστο 1997 διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση τους και κατοικούν έκτοτε χωριστά με πρόθεση τουλάχιστον του ενάγοντος, ο οποίος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στο ...

και συζεί με άλλη γυναίκα, να μην υπάρχει πλέον μεταξύ τους κοινωνία βίου. Από την υπερτετραετή αυτή διάσταση των διαδίκων μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (19.5.2005) και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη τεκμαίρεται αμάχητα ο κατά το άρθρο 1439§1 του ΑΚ ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους και ο ενάγων δικαιούται να ζητήσει τη λύση αυτού του γάμου (ΑΚ 1439§3).

Η εναγομένη εκκαλούσα επανέφερε στο παρόν δικαστήριο με λόγο έφεσης τον προβληθέντα και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της, προς απόκρουση της αγωγής του αντιδίκου της, ότι η άσκηση με την αγωγή του δικαιώματος για λύση του γάμου είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), προς θεμελίωση δε του εν λόγω ισχυρισμού της (ένστασης ) επικαλέσθηκε ότι ο σύζυγος της συζεί με άλλη γυναίκα, ότι της φέρεται με ιδιαίτερη σκληρότητα και ότι η ίδια είναι ασθενής (πάσχει από μηνιγγίτιδα, ηπατίτιδα, υπέρταση, ενώ έχει και ψυχολογικά προβλήματα).

Τα περιστατικά αυτά, που επικαλέστηκε η εκκαλούσα για τη θεμελίωση της ένστασης της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και αληθινά υποτιθέμενα δεν εκφεύγουν των συνηθισμένων δυσμενών συνεπειών, που ενδέχεται να προκύψουν από τη λύση του γάμου και δεν οδηγούν σε δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρα σκληρής για την εκκαλούσα, ώστε να κρίνεται αναγκαία για την αποφυγή της η διατήρηση του γάμου.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού απέρριψε την ένσταση αυτή της τότε εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ως μη νόμιμη, δέχθηκε στην συνέχεια ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και έλυσε τον γάμο των διαδίκων συζύγων, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολο της ...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1439 παρ.1 και 281 Α.Κ. Με τις ως άνω δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω, σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα.

Επομένως ο μοναδικός από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά και υπό το πρόσχημα της επικλήσεως των ως άνω πλημμελειών που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται στην πραγματικότητα, η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, και ούτε βεβαίως καθιδρύει λόγο αναιρέσεως η μη αναφορά, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στην προσβαλλομένη απόφαση της εκκλησίας που τελέσθηκε ο γάμος των διαδίκων ή το ότι με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.2.2008 αίτηση της Δ. συζ. Κ. Σ., για την αναίρεση της 282/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2012. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ