1797/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1797/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη 6673/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και τις αντεφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και τις αντεφέσεις και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σπανέλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Καρδαμπίκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2465/2006 απόφασή του με την οποία διέταξε διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και την 4753/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6673/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 21-9-2010 έκθεσή της Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και την από 12-9-2011 συμπληρωματική του ιδίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-03-2011 κλήση του αναιρεσίλητου φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 8.4.2009 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6673/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της υπ' αριθμ. 4753/2007 οριστικής απόφασης και της υπ' αριθ.2465/2006 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αρθμ. 139/2011 αναβλητικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.
Από το άρθρο 553 παράγραφος 1 προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη 6673/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και τις αντεφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, καθώς και τις αντεφέσεις και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση.
Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων (οριστικής και προδικαστικής), οι οποίες ενσωματώθηκαν στην απόφαση του εφετείου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 919 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει την επιδίωξη, με νέα μεταγενέστερη αγωγή, περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι οι συνέπειες της αδικοπραξίας να εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και να μην μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν λήφθηκαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321,322, και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση δημιουργείται και όταν στη νέα δίκη που διεξάγεται μεταξύ των αυτών προσώπων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, το αντικείμενο είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην πρώτη εκείνη δίκη.
Αυτό δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Έτσι, σε περίπτωση βλάβης σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, εάν με την προηγούμενη αγωγή ζητήθηκε αποζημίωση για οτιδήποτε θα στερηθεί στο μέλλον για ορισμένο χρονικό διάστημα εξαιτίας της ανικανότητας προς εργασία από τον τραυματισμό του και με την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στην αγωγή αυτή, κρίθηκε ότι ο παθών κατέστη ανίκανος προς εργασία για μικρότερο του επιδίκου χρονικό διάστημα ή και καθόλου και έτσι επιδίκασε αποζημίωση για το μικρότερο χρονικό διάστημα ή απέρριψε εντελώς το κονδύλιο της αποζημίωσης, δημιουργείται από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, αν δεν προβάλλεται με τη νεότερη αγωγή μεταβολή πραγματικών περιστατικών ή απρόβλεπτη επιδείνωση ή χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του (ΑΠ 787/2010, 1075/2008).
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-2-2003 και ώρα 05.40 ο πρώτος εναγόμενος Θ.
Κ., οδηγώντας το υπ' αριθ κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας .... και στην κατοχή της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία Yassas com ΑΕ και ήταν ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη από τις κατά τη λειτουργία του ζημίες προς τρίτους στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η Εθνική ΑΕΕΓΑ", εκινείτο επί της λεωφόρου Βάρης-Κορωπίου, με κατεύθυνση από Κορωπί προς Βάρη, στην προορισμένη για την κατεύθυνση αυτή λωρίδα κυκλοφορίας.
Όταν έφθασε στο ύψος της συμβολής, από αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου αυτού, της οδού αυτής με οδό που οδηγεί προς το αεροδρόμιο "Ελευθέριος Βενιζέλος", έχοντας την πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά για να εισέλθει στην οδό αυτή, κατέλαβε την ειδική προς τούτο λωρίδα κυκλοφορίας, παρά τον άξονα του οδοστρώματος της παραπάνω λεωφόρου, στη συνέχεια όμως δεν διέκοψε την πορεία του για να παραχωρήσει την οφειλόμενη προτεραιότητα στα κινούμενα επί της ιδίας λεωφόρου με αντίθετη κατεύθυνση οχήματα, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει και του ότι ο φωτεινός σηματοδότης για την πραγματοποίηση της σχετικής αριστερής στροφής έδειχνε κίτρινο παλλόμενο φως με τη μορφή βέλους , αλλά συνέχισε αυτήν (πορεία του) για την πραγματοποίηση αριστερής στροφής, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί κάθετα στην ευθεία πορεία του επί της παραπάνω λεωφόρου, με αντίθετη προς την αρχική δική του κατεύθυνση, κινουμένου επί της προορισμένης για την κατεύθυνση αυτή (αντίθετης) λωρίδα κυκλοφορίας, υπ' αριθμ … ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησία του ενάγοντος, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, ο οποίος για να αποφύγει τη διαγραφόμενη σφοδρή πλαγιομετωπική σύγκρουση, επιχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό.
Με τον ελιγμό του αυτό απέφυγε ο ενάγων τη σφοδρή πλαγιομετωπική σύγκρουση, όχι όμως και τη σύγκρουση της εμπρόσθιας δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να υποστεί φθορές το αυτοκίνητο του ενάγοντος στην εμπρόσθια πλευρά του και να τραυματιστεί ο ίδιος.
Ο ενάγων με την από 22-5-2003 προηγούμενη αγωγή του ζήτησε από τους ίδιους εναγόμενους αποζημίωση για ζημίες που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ως άνω ατύχημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ 1749/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά από έφεση, η υπ' αριθμ 1140/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Με την τελευταία αυτή απόφαση έχουν γίνει τελεσιδίκως δεκτά: Ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος Θ. Κ. οδηγός του … ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν κυριότητος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Eurolease ΑΕ", κατοχής της τρίτης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "Yassas com ΑΕ" και ασφαλισμένο στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η Εθνική ΑΕΕΓΑ".
Ότι ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίστηκε και υπέστη κάκωση αυχένος και συγκεκριμένα κάκωση των δίσκων Α3, Α4, Α5, Α6 και Α7. Ότι πριν το ατύχημα εργαζόταν ως υαλουργός Α' στην εταιρία "Βιοκεφ - Ν. Κάκος ΑΕ", αντί μηνιαίων αποδοχών 1.688,53 ευρώ και ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για εργασία μέχρι 15-4-03.
Περαιτέρω και αναφορικά με τη δεύτερη ένδικη αγωγή αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων από 1-5-2003, δεδομένου ότι τα συμπτώματα των ζαλάδων, διπλωπίας και αστάθειας που είχε, είχαν υποχωρήσει, επανήλθε στην εργασία του, πιστεύοντας ότι είχε ξεπεράσει τα εκ του τραυματισμού του προβλήματα υγείας και ήταν υγιής. Όμως μετά από λίγες ημέρες εργασίας, χωρίς ιδιαίτερο λόγο (καταπόνηση, έντονη άσκηση, κλπ) αισθάνθηκε έντονες ενοχλήσεις στον αυχένα, συνεπεία των οποίων δεν μπόρεσε να εργαστεί από 15-5 έως 15-6-2003.
Επειδή τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν υποβλήθηκε στις 3-8-2004 σε μαγνητική τομογραφία και διαπιστώθηκαν "αλλαγές εκφυλιστικής δισκοπάθειας Α5/Α6 και Α6/Α7 με στένωση των μεσοσπονδυλίων διαστημάτων, σκληρυντικές αλλοιώσεις επιφανειακών πλακών, χαμηλό Τ2 σήμα των δίσκων και διαπλάτυνση του οινώδους δακτυλίου με συμπίεση δεξιάς/αριστεράς νευρικής ρίζας.
Μικρότερου βαθμού παρόμοιες αλλαγές διαπιστώθηκαν και στους Α3/Α4 αυχενικούς δίσκους". Τα παραπάνω συμπτώματα αντιμετωπίστηκαν αρχικά με συντηρητική αγωγή, η οποία και επέφερε βελτίωση των συμπτωμάτων αυτών. Η βελτίωση όμως αυτή διήρκεσε μόνο μερικούς μήνες, αφού από τις αρχές του 2005 επανήλθαν τα προβλήματα στον αυχένα του ενάγοντος ενώ του παρουσιάστηκε και νέο σύμπτωμα, ήτοι σταδιακά επιδεινούμενη αδυναμία δεξιού άνω άκρου και ατροφία αυτού.
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία, γεγονός που τον ανάγκασε να διακόψει παντελώς την εργασία του από 14-2-2005 και να εισαχθεί επειγόντως στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας στις 8-3-2005, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι 11-3-2005 και υποβλήθηκε σε λεπτή χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να σταματήσουν τα συμπτώματα της αδυναμίας και ατροφίας του δεξιού άνω άκρου, αφού υπήρχε κίνδυνος να επέλθει στο σώμα του πλήρης παραμόρφωση, του δεξιού μέρους, δηλαδή άνω και κάτω άκρου.
Συγκεκριμένα, εισήχθηκε στη νευροχειρουργική κλινική του παραπάνω νοσοκομείου με ένδειξη, σύμφωνα με το υπ' αριθμ πρωτ 1044/β/18-3-2005 πιστοποιητικό νοσηλείας αυτού, "αυχενική δισκοπάθεια με άλγος, αδυναμία άνω άκρου και ατροφία. Ο ασθενής προ διετίας υπέστη τροχαίο με θλάση αυχένος και έκτοτε άρχονται τα συμπτώματα.
Ο έλεγχος με μαγνητική τομογραφία αυχένος έδειξε δισκοπάθεια στους Α5/Α6 και Α6/Α7 με παρουσία οστεοφύτου και αστάθειας σπονδυλικής αυχενικής μοίρας. Εγένετο δισκεκτομή Α%/Α6 και Α6/Α7 και τοποθέτηση μοσχευμάτων τύπου Plus 5Β και μιμι. Χρήζει κολάρου για ένα μήνα με επανεκτίμηση σε δύο μήνες. Επί δύο μήνες να μην εργαστεί".
Μετά τη έξοδό του από το νοσοκομείο οι θεράποντες ιατροί του, εκτός από την σύσταση να φέρει κολάρο για μεγάλο χρονικό διάστημα, του συνέστησαν και αποφυγή κινήσεων υπερέκτασης και υπερκάμψης του αυχένος για τουλάχιστον έξι μήνες. Λόγω δε της αδυναμίας και της εμφανούς ατροφίας του δεξιού άνω άκρου και της αστάθειας της αυχενικής μοίρας, γνωμάτευσαν ότι δεν είναι δυνατόν ο ενάγων να κάνει πλέον χειρωνακτική εργασία και χρήζει συνεχούς φυσικοθεραπείας.
Έτσι μέχρι και σήμερα παραμένει σχεδόν σε ακινησία μη δυνάμενος να κάνει οποιαδήποτε εργασία, επιπλέον -συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ατύχημα- κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% από την ΑΥΕ του ΙΚΑ για δύο χρόνια, ήτοι από 22-5-2006 έως 31-5-2008 , με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του τεχνίτη υαλουργού.
Περί της ως άνω κατάστασης αποφαίνονται σχετικά και οι παραπάνω πραγματογνώμονες στις οικείες εκθέσεις τους. Ειδικότερα, αμφότεροι οι πραγματογνώμονες αποφαίνονται ότι ο ενάγων εμφανίζει αυχενοβραχιόνιο νευραλγία δεξιά με μυϊκή αδυναμία και δυσχρησία του ΔΕ άνω άκρου και ελαφρά αδυναμία του ΔΕ άνω άκρου και ότι η κατάσταση αυτή, η οποία οφείλεται στο επίδικο ατύχημα της 6-2-2003, του έχει προκαλέσει μόνιμη και ολική ανικανότητα για την άσκηση του επαγγέλματός του (τεχνίτη υαλουργού) ή οποιουδήποτε άλλου χειρονακτικού επαγγέλματος.
Με τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι οι δυσμενείς συνέπειες που εκδηλώθηκαν στην υγεία του ενάγοντος μετά το Μάιο 2004 και συνεχίζονται επιδεινούμενες, οφείλονται στον εκ του ατυχήματος τραυματισμό του και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, από αυτόν κατά την άσκηση της προηγούμενης από 22-5-2003 αγωγής του.
Κατά συνέπεια ..... ο ενάγων εξαιτίας της ως άνω απρόβλεπτης δυσμενούς εξέλιξης της υγείας του και της ανικανότητάς του για εργασία δικαιούται, εκτός από αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και την αντέφεση της αναιρεσείουσας, και αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από 15-5-2004 έως 31-12-2008 και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δέχεται ότι με την ένδικη αγωγή, μεταγενέστερη της από 22-5-2003 αγωγής του με την οποία επιδικάστηκε απώλεια εισοδήματος μέχρι 15-4-2003 και απορρίφθηκε η αγωγή για το πέραν του χρόνου αυτού διάστημα και μέχρι την 30-4-2003 με την παραδοχή ότι δεν ήταν ανίκανος προς εργασία κατά το διάστημα αυτό (Εφετείου Αθηνών 1140/2005), προβάλλεται μεταβολή των πραγματικών περιστατικών και απρόβλεπτη επιδείνωση και χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του, και το αίτημα αναφέρεται δε διαφορετικό μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 556 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την κρίση του πως οι δυσμενείς συνέπειες που εκδηλώθηκαν στην υγεία του αναιρεσιβλήτου μετά το Μάιο του έτους 2004 δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά την άσκηση της από 22-5-2003 αγωγής του.
Με τις ανωτέρω αναπτυσσόμενες παραδοχές του όμως το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται σε ποια ακριβώς συντηρητική αγωγή υποβλήθηκε ο αναιρεσείων, ούτε σε ποιους μήνες αναφερόταν αυτή και διευκρινίζεται σαφώς ποιος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εμφανίστηκε ο κίνδυνος παραλυσίας, έτσι ώστε είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την κρίση του ότι υπήρξε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, ενώ δέχεται α) ότι ο αναιρεσίβλητος από 1-5-2003 επανήλθε στην εργασία του, πιστεύοντας ότι είχε ξεπεράσει τα εκ του τραυματισμού του προβλήματα υγείας και ήταν υγιής, ότι μετά από λίγες όμως ημέρες εργασίας αισθάνθηκε έντονες ενοχλήσεις χωρίς ιδιαίτερο λόγο, συνεπεία των οποίων δεν μπόρεσε να εργαστεί από 15-5 έως 15-6-2004 (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ως έτος το 2003, ενώ τόσο στην εκκαλουμένη οριστική απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και στην ένδικη αγωγή αναφέρεται το έτος 2004, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών), β) ότι επειδή τα συμπτώματα δεν υποχωρούσαν στις 3-8-2004, (δηλ. 13 μήνες μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων) υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, από την οποία διαπιστώθηκαν εκφυλιστικές αλλαγές δισκοπάθειας, που αντιμετωπίστηκαν με συντηρητική αγωγή, η οποία επέφερε βελτίωση των συμπτωμάτων αυτών, που διήρκεσε μόνο λίγους μήνες, γ) ότι εισήχθη στο Ασκληπιείο Βούλας στις 8-3-2005, νοσηλευθείς μέχρι την 11-3-2005 με ένδειξη αυχενική δισκοπάθεια με άλγος, αδυναμία άνω άκρου και ατροφία, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, αφού υπήρχε κίνδυνος να επέλθει στο σώμα του πλήρης παράλυση, δ) ότι δεν είναι δυνατόν να κάνει οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία και κρίθηκε ανάπηρος 67% για 2 χρόνια, έκρινε, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ότι οι δυσμενείς συνέπειες που εκδηλώθηκαν στην υγεία του μετά το Μάιο του έτους 2004 δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά την άσκηση της από 22-5-2003 (προηγούμενης) αγωγής του.
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού η αποδιδόμενη μομφή ότι από αυτές (παραδοχές) δεν προκύπτει ότι συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσιβλήτου ως απρόβλεπτης, αναφέρεται στην από το δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην εφαρμογή ή ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία είχαν νόμιμα προσκομιστεί από την αναιρεσείουσα, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη του 1) το από 20-2-2003 ιατρικό πιστοποιητικό του ιδιώτη ιατρού χειρουργού-ορθοπεδικού Γ.
Κ., και 2) το από 28-2-2003 ιατρικό πιστοποιητικό του νευροχειρουργικού τμήματος του ΠΓΝ Πειραιώς Τζάνειο. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Η αίτηση μπορεί να αφορούσε τόκους, επιτρέπεται δε αναίρεση όταν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε τόκους πλέον εκείνων που είχε ζητήσει ο ενάγων και ο εναγόμενος με την έφεσή του είχε ζητήσει την εξαφάνιση στο σύνολό της, της πρωτοβάθμιας απόφασης (συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί τόκων) με την οποία επίσης είχαν επιδικασθεί τόκοι πλέον των αιτηθέντων από τον ενάγοντα με την ένδικη αγωγή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των διαδικαστικών και λοιπών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία της ένδικης υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 15.06.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και άλλων τριών ομοδίκων της, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 26.07.2005, ζητούσε ο ενάγων, εκτός των λοιπών κονδυλίων, και διαφυγόντα κέρδη του ως παθών από το τροχαίο ατύχημα που είχε συμβεί στις 06.02.2003, για το χρονικό διάστημα από 15.04.2004 έως 31.12.2008, προσδιοριζόμενα με βάση τους μισθούς, επιδόματα, δώρα εορτών και λοιπές παροχές που θα λάμβανε ως εργαζόμενος κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ως τεχνίτης Α - υαλουργός στην εταιρεία με την επωνυμία ΒΙΟΚΕΦ Ν.
ΚΑΚΚΟΣ Α.Ε. Ειδικότερα ως προς την επιδίκαση τόκων επί των αιτουμένων κεφαλαίων ζήτησε την επιδίκαση αυτών (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) για τα αναφερόμενα στο μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα από τότε που κάθε παροχή προς αυτόν θα καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μέχρι την εξόφλησή της (βλ. 21, 22 και 23 σελίδες της ένδικης από 15.06.2005 αγωγής).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 4753/ 2007 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή για το ποσό των 135.502,33 ευρώ συνολικά και υποχρέωσε, εκτός των άλλων εναγομένων, την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 37.000,56 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, και επιπλέον αναγνώρισε ότι οφείλει η αναιρεσείουσα να καταβάλει το ποσό των 98.501,77 ευρώ, νομιμότοκα ωσαύτως από την επίδοση της αγωγής, χωρίς διάκριση, εάν οι απαιτήσεις αυτές (μερικές), από αυτές θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμες μετά την επίδοση της αγωγής και η τοκοφορία αυτών θα άρχιζε έντοκα από την επόμενη ημέρα που θα καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Κατά της παραπάνω πρωτοβάθμιας απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 05.11.2007 έφεσή του και η αναιρεσείουσα την από 02.11.2007 έφεση, ζητώντας ο μεν πρώτος την εξαφάνιση, μεταρρύθμιση αυτής με συνέπεια να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του, η δε αναιρεσείουσα την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του αντιδίκου της.
Επίσης η υπεισελθούσα στη δίκη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΥΟΤΑ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Αυτοκινήτων και Μηχανημάτων" ως καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "EUROLEASE A.E." και η αναιρεσείουσα άσκησαν παραδεκτά αντεφέσεις ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης (πρόσθετης) στον ενάγοντα-εκκαλούντα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και τις δυο αντεφέσεις και δέχθηκε την από 05.11.2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Δικάζοντας δε στη συνέχεια την από 15.06.2005 αγωγή αυτού (αναιρεσιβλήτου) που δέχθηκε εν μέρει, περισσότερο όμως εκείνου που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφενός μεν υποχρέωσε όλους τους εναγόμενους, δηλονότι και την αναιρεσείουσα, να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 23.480 ευρώ, αφετέρου δεν αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα το ποσό των 133.992,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αμφότερα τα ως άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής, υποπίπτοντας στο ίδιο λάθος του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλονότι επιδικάζοντας τόκους πλέον των αιτηθέντων από τον ενάγοντα, κατά παράβαση της από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιούμενης δικονομικής αρχής της διάθεσης και συζήτησης στα πολιτικά δικαστήρια, που ενεργούν με βάση τις αιτήσεις των διαδίκων και όχι πλέον αυτών.
Συνεπώς το Εφετείο Αθηνών με το να επιδικάσει τόκους που δεν ζητήθηκαν και συγκεκριμένα νόμιμους τόκους επί κεφαλαίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκείνου που σύννομα ζήτησε ο ενάγων, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. β του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εκ του προαναφερομένου αριθμού και άρθρου του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά από όλα τα προεκτεθέντα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μόνο ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης των τόκων κατά ένα μέρος) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) . Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6673/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της αποφάσεως στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλου, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στην 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ