Legislator Case Law & Legislation
1797/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance acceptance and property ownership transfer issues.

Case Number 1797/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance and property rights. The appellants argued that the lower court failed to read a specific clause in the notarized acceptance deed and incorrectly assessed witness testimony regarding the mother's ownership of the disputed property. The court ruled that these were errors of fact and evidence evaluation, not legal errors, which the Supreme Court cannot review, and that the lower court's reasoning was internally consistent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Articles 974, 1041, 1045 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors, not errors of fact or evaluation of evidence, and rejects appeals based on contradictory reasoning if the lower court's conclusions are logically consistent.

Keywords

AI generated
inheritance acceptance property ownership notarized deed Supreme Court review evidence evaluation contradictory reasoning legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Articles 974, 1041, 1045 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1/1999
AP 194/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1797 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1797/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Αποστολόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1695/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2007 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται και πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί νομή επί εικοσαετία με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αντιφατικές αιτιολογίες κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αφού η ύπαρξη του ενός αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει και όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να προσδώσει μείζονα αξιοπιστία σε μερικούς μάρτυρες και δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 261/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Επίδικο είναι ένα αγροτεμάχιο, το οποίο φέρεται ότι βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου ..., έχει έκταση 532,34 τ.μ. (με φερόμενη, κατά τους ενάγοντες, αρχική επιφάνεια 600 τ.μ.), συνορεύει Βόρεια με αγροτική οδό ... επί προσώπου πλευράς 13,15 μ., Νότια εν μέρει με ιδιοκτησία ... επί πλευράς 11,43 μ.

και εν μέρει με ιδιοκτησία ... (φαρμακευτική εταιρία ...) επί πλευράς 0,40 μ., Ανατολικά επί πλευράς 41,91 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και Δυτικά επί πλευράς 44,79 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και εμφαίνεται στο από 9-10-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού ..., ο οποίος επί του τοπογραφήματός του παρατηρεί: 1) ότι τα όρια υπέδειξαν οι ιδιοκτήτες και 2) ότι δεν έγινε έλεγχος τίτλων ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι η από αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομηθείσα-δικαιοπάροχος μητέρα τους ΑΑ, η οποία απεβίωσε στις 23-12-1994, είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου πρωτοτύπως και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δοθέντος ότι (κατά τους ενάγοντες) το νεμόταν με διάνοια κυρίας επί τριακονταπενταετία προ του θανάτου της, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις, όπως ήταν η συλλογή του ελαιοκάρπου από τα έξι μεγάλα ελαιόδενδρα, το όργωμα, η εμβαδομέτρησή του και η εν γένει επίβλεψη αυτού.

Ισχυρίζονται, ακόμη, οι ίδιοι οι ενάγοντες, ότι το ως άνω ακίνητο αποδέχθηκαν συμβολαιογραφικώς και μετέγραψαν τη σχετική πράξη αποδοχής ... της συμβολαιογράφου Κρωπίας Χριστίνας Δημητριάδου - Τζανή και ότι έκτοτε νέμονται τούτο οι ίδιοι κατά το αδιαίρετο έκαστος 1/2 με διάνοια κυρίου, ασκώντας και αυτοί τις προαναφερθείσες, όπως η δικαιοπάροχός τους, διακατοχικές πράξεις.

Πλην όμως δεν αποδεικνύονται οι προδιαλαμβανόμενοι αγωγικοί ισχυρισμοί. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα μητέρα και φερόμενη δικαιοπάροχος των εναγόντων ΑΑ είχε στην κυριαρχική της εξουσίαση το επίδικο, νεμόμενη τούτο με διάνοια κυρίας κατά το άνω επικαλούμενο χρονοδιάγραμμα, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις.

Δεν αποδεικνύεται ωσαύτως, ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες νεμήθηκαν το επίδικο με πρόθεση οικειοποιήσεώς του, ασκώντας και εκείνοι τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις. Οι ασάφειες και γενικολογίες του μάρτυρά τους δεν επιστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός δεν έπεισε το Εφετείο για την αξιοπιστία της καταθέσεως του, γιατί εισέφερε ατεκμηρίωτες απόψεις, οι οποίες όμως τίθενται εκποδών απ' την πειστική κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, στην οποία, καίτοι η τελευταία ως γνώστρια της περιοχής λόγω του ότι είναι υπάλληλος-τηλεφωνήτρια επί σειρά ετών στην πιο πάνω εταιρία ..., δεν γίνεται αναφορά σε ιδιοκτησία ΑΑ και ήδη εναγόντων στην παραπάνω θέση και περιοχή.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι στην προμνησθείσα πράξη αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της μητέρας τους οι ενάγοντες δηλώνουν ότι αποδέχονται κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος τούτων κληρονομιαία και επαχθέντα σε αυτούς: α) Το 1/3 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου στη θέση ... της Κοινότητος ..., β) Το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε τρεις αμπέλους στη θέση ...

του Δήμου ..., σε έναν αγρό στη θέση ... του Δήμου ..., σε έναν αγρό στη θέση ... του ίδιου ..., σε έναν αγρό στη θέση ... του ίδιου Δήμου και σε έναν αγρό στη θέση ... του Δήμου ... . Στα ανωτέρω όμως κληρονομιαία ακίνητα δεν συγκαταλέγεται το φερόμενο ως επίδικο που βρίσκεται, κατά τους ενάγοντες, σε διαφορετική θέση από τις ανωτέρω εκτιθέμενες και δη στη θέση ...

της κοινοτικής περιφέρειας του Δήμου ... . Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που προέβη η ΒΒ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγελίας Γεωργακοπούλου, για κληρονομία, δυνάμει διαθήκης, της μητέρας της, ανάμεσα στα κληρονομιαία ακίνητα που αποδέχθηκε, συμπεριλαμβάνεται ένα αγροτεμάχιο, για το οποίο οι ενάγοντες υποστηρίζουν, ότι είναι όμορο του επιδίκου και δη ότι αυτό συνορεύει προς βορρά με ιδιοκτησία ... (αναφέρεται το επώνυμο των αναιρεσειόντων).

Το παραπάνω όμως κληρονομιαίο ακίνητο που με την εν λόγω πράξη αποδοχής δήλωσε ότι αποδέχεται η άνω ΒΒ, αναφέρεται ότι βόρεια συνορεύει με ιδιοκτησία ΓΓ, ενώ η δικαιοπάροχος- μητέρα των εναγόντων ήταν η ΑΑ. Επίσης, στο ..., νομίμως μεταγεγραμμένο, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου, δυνάμει του οποίου η εταιρία "...

και Σία ΕΠΕ" με τον άνω διακριτικό τίτλο ... δια του διαχειριστή και μόνου εκπροσώπου της ..., αγόρασε απ' τον ... το μνημονευόμενο σε αυτό ακίνητο, δεν αναφέρεται ότι τούτο συνορεύει με ιδιοκτησία ΑΑ, αλλά ότι βορείως συνορεύει επί πλευράς Β-Γ μήκους 11 μ. με ιδιοκτησία ιδίας αγοράστριας εταιρίας πρώην ..., μεταβιβασθέν σε αυτήν (άνω εταιρία) με το ...

συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Τα μεταβιβασθέντα, όμως, με τα ανωτέρω συμβόλαια στην εταιρία ... ακίνητα βρίσκονται στη θέση "..." του Δήμου ... και όχι στη θέση ... της εν λόγω κοινοτικής περιφέρειας, όπως επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι νοτίως συνορεύουν, κατά τα ως άνω, εν μέρει με ιδιοκτησία της εν λόγω φαρμακευτικής εταιρίας.

Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες με την από 24-5-1995 δήλωση φόρου κληρονομιάς δήλωσαν μεν, μεταξύ άλλων, και έναν αγρό 600 τ. μ. στη θέση ..., αλλά δεν μπορεί από τούτο να σχηματισθεί κρίση, ότι υπάρχει ταύτισή του με το επίδικο ακίνητο, δοθέντος ότι δεν αναφέρονται τα απαραίτητα χωροταξικά στοιχεία (σύνορα και οριοθέτηση του δηλωθέντος).

Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, στην από 19-9-2001 πράξη προσδιορισμού φόρου επί των άνω δηλωθέντων κληρονομιαίων, η έκταση του πιο πάνω δηλωθέντος ακινήτου στη θέση ... αναβιβάσθηκε σε 800 τ.μ. χωρίς και πάλι να αναφέρονται τα σύνορα αυτού, γεγονός που παρεμποδίζει τη δυνατότητα ταυτοποιήσεώς του με το επίδικο.

Οι δε εγγραφές που κατόπιν δηλώσεων των εναγόντων φέρονται να έχουν γίνει στο Κτηματολογικό Βιβλίο, αφορούν σε ακίνητο εκτάσεως 1054 τ.μ. που δεν αποδεικνύεται ότι ταυτίζεται με το επίδικο. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω κρίση του δεν διαφοροποιείται από την από 17-1-2007 και αρ. πρωτ. ... βεβαίωση του Δημάρχου Παιανίας, ότι "Η ιδιοκτησία που περιγράφεται στο από 9-10-2002 συνημμένο Τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού και η οποία είναι στη θέση ..., είναι εκτός σχεδίου, εντός Γ.Π.Σ.

και εντός ΒΙΠΑ ΒΙΟΠΑ. Έχει υποβληθεί Δήλωση Ιδιοκτησίας από την Χ2 στη διαδικασία αναρτήσεων ρυμοτομικού σχεδίου ΒΙΠΑ ΒΙΟΠΑ ...". Με βάση τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής, καθώς και με έκτακτη χρησικτησία, ακολούθως δε, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δεν αιτιολογεί α) για ποιο λόγο είναι μη αξιόπιστος ο μάρτυράς τους που είναι σύζυγος της δεύτερης από αυτούς, είναι κάτοικος της περιοχής και γνωρίζει το ακίνητο και είναι αξιόπιστη η μαρτυρία της τηλεφωνήτριας μίας ανώνυμης εταιρείας, η οποία έχει τις εγκαταστάσεις της σε γειτονικό του επιδίκου ακίνητο, β) για ποιο λόγο θεωρείται παραπαίουσα και αντιφατική η κατάθεση του μάρτυρά τους, ως προς το μέρος της κατάθεσής του ότι "μαζεύαμε τις ελιές", ενώ πιο κάτω κατέθεσε "το 2002 δεν είχε ελιές", όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι με τη λέξη "ελιές" οι αγρότες χαρακτηρίζουν τόσο τα δένδρα της ελιάς, όσο και τον ελαιόκαρπο και γ) για ποιο λόγο η τηλεφωνήτρια μίας ανώνυμης εταιρείας που εδρεύει στην περιοχή, αλλά η ίδια είναι κάτοικος ..., γνωρίζει τους ιδιοκτήτες της ευρύτερης περιοχής, ώστε, αφού δεν τους είδε στο επίδικο, όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλομένη άρα δεν αποδείχτηκε ότι έκαναν σ' αυτό πράξεις νομής.

Όμως οι επικαλούμενες αυτές πλημμέλειες δεν ανάγονται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην στάθμιση και αξιοπιστία των μαρτύρων και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν διαβάστηκε μέρος του εγγράφου. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες εγγράφου, ήτοι της ... πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Κρωπίας Χριστίνας Δημητριάδου-Τζανή, με την οποία οι αναιρεσείοντες αποδέχτηκαν την κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1994 μητέρας τους, με το να παραλείψει να αναγνώσει και τη σχετική περικοπή τούτου, στην οποία αναφέρεται ότι στην προαναφερόμενη κληρονομία περιλαμβάνεται και το επίδικο, αναφερόμενο στην εν λόγω πράξη με αύξοντα αριθμό 4.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδεικνύεται ότι η μητέρα των εναγόντων "είχε στην κυριαρχική της εξουσία το επίδικο, νεμόμενη τούτο με διάνοια κυρίας κατά το επικαλούμενο χρονοδιάγραμμα, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις".

Με τις παραδοχές αυτές, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αλυσιτελής, διότι και αν το Εφετείο διάβαζε σωστά το έγγραφο, πάντως οι ενάγοντες δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με κληρονομική διαδοχή, αφού και η μητέρα τους δεν είχε αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 2184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ