Legislator Case Law & Legislation
1797/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal on insufficient reasoning regarding future personality infringement claims.

Case Number 1797/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Aegian Court of Appeal's decision, which had accepted claims for a future cessation of personality infringement. The appellants argued the lower court failed to prove a credible threat of future harm, violating substantive law requirements for such claims. Consequently, the Court annulled the appellate judgment only regarding the specific claim for future cessation and remitted the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 57(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The court must explicitly establish a credible threat of future infringement to support a claim for future cessation of personality rights, and failure to do so constitutes insufficient reasoning warranting annulment.

Keywords

AI generated
personality rights future cessation insufficient reasoning annulment appeal threat of infringement substantive law remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 57(1)(a) of the Code of Obligations
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1797 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1797/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χαραλαμπίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3. Οι 1ος και 2ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βαγιάνο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και ο 3ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φλωρόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-2-2005, 1-2-2005 και 9-3-2005 αντίστοιχες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 152/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή μόνο του έβδομου λόγου της από 24-9-2007 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών λόγων, και τη μερική αναίρεση της υπ' αριθ. 152/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου κατά τα εις το σκεπτικό.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δίκαιου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1995).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του ΠΚ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ. " αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ: όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.), απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις :

α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ.

θεσπίζει τις δύο μορφές πταίσματος δηλαδή το δόλο και την αμέλεια, πλην όμως δίνει μόνο τον ορισμό της αμέλειας, ενώ ο προσδιορισμός του δόλου γίνεται δεκτός στο πεδίο του αστικού δικαίου όπως και στο ποινικό δίκαιο (αρθ. 27 παρ. 1 του Π.Κ.), γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη), και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί υποκειμενικά να αποδοθεί στο πρόσωπο του εναγόμενου δράστη ή μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 889/2000, 1063/1990, 478/1996).

Τέλος, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξ άλλου κατή τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο απαγορευτικό κανόνα δικαίου αλλά και όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) πταίσμα του προσβολέως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 152/2007 του Εφετείου Αιγαίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο με την από 1.2.05 (και με αρ. εκθ. κατ. 25/05) αγωγή ενάγων Ψ2 διαθέτει δυο καταστήματα-κρεοπωλεία στη .....

και επιπλέον εκτρέφει αιγοπρόβατα στη νήσο "....." σε εδαφική έκταση (χορτονομή) που μισθώνει από το δήμο ..... στη βόρεια πλευρά του νησιού. Ο με την από 1.2.05 (και με αρ. εκθ. κατ. 24/05) αγωγή ενάγωνΨ1 εργάζεται ως εκδορέας στο δημοτικό σφαγείο ..... και ως βοηθός του ανωτέρω ενάγοντα στην προαναφερόμενη εμπορική επιχείρηση.

Ο με την από 9.3.05 (και με αρ. εκθ. κατ. 72/05) αγωγή ενάγων Ψ3 είναι πρόεδρος του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Μισθώσεως Γαιών του Δήμου ....." που εδρεύει στη ..... και έχει ως σκοπό την εκμετάλλευση, εκ μέρους των μελών του, των μισθωμένων (από τον δήμο .....) εδαφικών εκτάσεων στις νήσους "....." ή "....." και ".....".

Ο τελευταίος ενάγων κατά καιρούς ασχολείται και με την εκτροφή αιγοπροβάτων. Ο εναγόμενος (Χ) είναι κτηνοτρόφος και τον Απρίλιο 2003 διατηρούσε ένα κοπάδι που αποτελούνταν από 483 συνολικά αιγοπρόβατα, το οποίο είχε εγκαταστήσει και εξέτρεφε στη νήσο ".....", όντας υπομισθωτής του Α που είχε μισθώσει από το δήμο .....

ορισμένες "παρτίδες" στη θέση "....." και ".....". Στις 20.6.03 ο εναγόμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου την από 3.6.06 μήνυσή του, με την οποία εγκαλούσε τους ενάγοντες ότι αυτοί κατά το χρονικό διάστημα από 12 έως και 14.4.03 τέλεσαν σε βάρος της περιουσίας του το έγκλημα της ζωοκλοπής από κοινού και από κρεοπώλη (άρθρο 1 παρ. 1-2 περ.

α και δ ν. 1300/1982). Ειδικότερα, ο εναγόμενος με την παραπάνω μήνυσή του, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι δικαστικοί λειτουργοί και υπάλληλοι και στη συνέχεια εν όψει της ασκήσεως της αντίστοιχης ποινικής διώξεως και της ανακρίσεως που διεξάχθηκε από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Σύρου, σε συνδυασμό με την εν γένει κοινολόγηση και διάδοση των συναφών περιστατικών, μεγάλος αριθμός κατοίκων της ....., ισχυρίσθηκε ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα οι ενάγοντες από κοινού με τέταρτο άτομο του οποίου την ταυτότητα δεν μπόρεσε να διαπιστώσει, αφού μετέβησαν στη "....." στις 12.4.03 έκλεψαν από το παραπάνω κοπάδι του, 63 ζώα (17 προβατίνες και 46 αρνιά), τα οποία στη συνέχεια πώλησαν στην αγορά της .....

διαμέσου των κρεοπωλείων του εξ αυτών Ψ2. Ο εναγόμενος και κατά τα ανωτέρω μηνυτής για την επιβεβαίωση των εκ μέρους του καταγγελλόμενων σε βάρος των αντιδίκων του επικαλέσθηκε τη μαρτυρία του υιού του Β, ο οποίος φέρεται να τον συνόδευε όταν αυτός (εναγόμενος) διαπίστωνε την επίμαχη ζωοκλοπή. Αναφορικά με το αληθές ή το ψευδές περιεχόμενο της παραπάνω μηνύσεως προκύπτουν τα εξής:

Στις 12.4.03 (ημέρα Σάββατο) οι εναγόντες Ψ2, Ψ1 και τρίτος ονόματι Γ, με ταχύπλοο που οδηγούσε ο υιός του τελευταίου (Δ), μετέβησαν στη "....." προκειμένου να επισκεφθούν το κοπάδι των αιγοπροβάτων που ο πρώτος (Ψ2) εξέτρεφε στο βόρειο μέρος της νήσου και σε διακεκριμένη χορτονομή. Ειδικότερα οι ανωτέρω ήθελαν να εκτελέσουν συγκεκριμένες ποιμενικές εργασίες (δέσιμο των ποδιών ορισμένων αιγοπροβάτων και "φρεσκάρισμα" του κόκκινου χρώματος που υπήρχε στην πλάτη των προβάτων, ως διακριτικού γνωρίσματος από τα ζώα άλλων κοπαδιών).

Οι ανωτέρω εργασίες έγιναν μέσα στο μαντρί του ενάγοντος Ψ2, εντός του οποίου υπήρχαν συνολικά 45 ζώα. Δεν αποδεικνύεται ότι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία τους ανωτέρω συνόδευσε και ο ενάγων Ψ3, διότι αυτός κατά την ημέρα εκείνη και μέχρι τις 13:09 όργωσε μαζί με τον Ε το αγρόκτημα του τελευταίου που βρίσκεται στη θέση "....." ......

Ούτε εξάλλου προέκυψε ότι ο ενάγων Ψ3 την ίδια χρονική περίοδο εξέτρεφε αιγοπρόβατα στη ".....". Οι Ψ2, Ψ1 και Γ, αφού περάτωσαν τις προαναφερόμενες ποιμενικές εργασίες, επέστρεψαν την ίδια ημέρα στη ..... . Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω κατά το χρόνο παραμονής τους στη "....." στις 12.4.03, έλαβαν στην κατοχή τους με το σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεως ξένα αιγοπρόβατα δηλαδή ζώα που ανήκαν στην κυριότητα άλλου και συγκεκριμένα του εναγόμενου.

Ούτε επίσης προέκυψε ότι οι ενάγοντες ή κάποιος εξ αυτών τις επόμενες ημέρες, δηλαδή στις 13 και 14.4.03 μετέβησαν στη νήσο ".....". Τα εκ μέρους του εναγόμενου εκτιθέμενα και διαδιδόμενα με την από 3.6.03 μήνυσή του, υποστηρίζονται αποκλειστικά από τον ίδιο, χωρίς κάποια στοιχειώδη αποδεικτική τεκμηρίωση. Ειδικότερα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις συνάγεται η αναλήθεια του κρίσιμου και επιβαρυντικού για τους ενάγοντες περιστατικού, περί του ότι δηλαδή ο εναγόμενος κτηνοτρόφος στις 12.4.03 (ημέρα Σάββατο) μετέβη στη "....." μαζί με τον υιό του Β, προκειμένου να επισκεφθεί και να ελέγξει το κοπάδι των αιγοπροβάτων του και περαιτέρω ότι ο ίδιος διαπίστωσε με τις αισθήσεις του ότι οι ενάγοντες και μηνυόμενοι κατά τα ανωτέρω έκλεψαν κατά την ανωτέρω ημέρα και τις δύο επόμενες (13 και 14.4.03, ημέρα Κυριακή και Δευτέρα αντίστοιχα) 63 ζώα, όπως προέκυψε από την μεταγενέστερη καταμέτρησή τους.

Ο μοναδικός και επίσης από τον εναγόμενο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας της καταγγελόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς των εναγόντων, ως άνω υιός του, κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γενόμενη ακροαματική διαδικασία εξεταζόμενος σε ανταπόδειξη της ιστορικής βάσεως των ένδικων αγωγών με κατηγορηματικότητα και χωρίς κάποια επιφύλαξη τελικά αναφέρει ότι "αυτός δεν είδε κάποιον τη συγκεκριμένη ημερομηνία να παίρνει τα ζώα τους", ότι "από ό,τι του είπε ο πατέρας του έλειπαν 63 ζώα" και ότι "αυτός δεν ήταν εκεί να να ξέρει τι είδε ο πατέρας του".

Το ότι πράγματι ο Β δεν ήταν παρών κατά την στιγμή της φερόμενης από τους ενάγοντες ως τελεσθείσας κλοπής (12.3.04 και περί ώρα 15:00), προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτός στην αρχή της καταθέσεώς του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και αντίθετα από τα όσα τελικά υποστηρίζει, αναφέρει ότι στις 12.4.03 και τις απογευματινές ώρες μαζί με τον πατέρα του (εναγόμενο) έχοντας μεταβεί στη "....." αντιλήφθηκαν αριθμό ζώων (νεαρής ηλικίας πρόβατα) να φεύγουν από το "μαντρί" του ενάγοντος Ψ2 και να πηγαίνουν προς το δικό τους "μαντρί" που απείχε περί τα 1.500 μέτρα, διότι τα φώναζαν οι "μανάδες" τους.

Πλην όμως όπως ο παραπάνω μάρτυρας καταθέτει, αυτός με τον πατέρα του σε ουδεμία κίνηση προέβησαν, αλλά αρκέσθηκαν να βλέπουν τους ενάγοντες να φεύγουν, με τον εναγόμενο να επιθυμεί αντί άλλης ενέργειας να καταφύγει αμέσως (την ίδια ημέρα ή τουλάχιστον την επομένη) στο Α.Τ. Μυκόνου για να καταγγείλει τη σε βάρος του ζωοκλοπή.

Η προαναφερόμενη περικοπή της μαρτυρικής καταθέσεως του Β άρδην ανατρέπει τα από τον εναγόμενο πατέρα του υποστηριζόμενα με την από 3.6.03 μήνυσή του ότι αυτοί (πατέρας και υιός) μόλις αντιλήφθηκαν τους ενάγοντες να τους παίρνουν τα ζώα αμέσως έτρεξαν προς το μέρος τους και τους φώναξαν, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τραπούν σε φυγή, επιστρέφοντας στη .....

με το ταχύπλοο σκάφος. Ακόμη ο εναγόμενος και εγκαλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες και εγκαλούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 12 έως και 14.4.03 του αφαίρεσαν 63 πρόβατα, χωρίς να δίδει κάποια λογική εξήγηση πώς ήταν δυνατή η μεταφορά ενός τόσο μεγάλου αριθμού ζώων (63 προβάτων) από την "....." στη ..... με ένα μικρών διαστάσεων ταχύπλοο σκάφος, που είχαν στη διάθεσή τους, εκτός του ότι μια ενδεχόμενη μεταφορά ενός τέτοιου αριθμού προβάτων, θα γινόταν αντιληπτή από τους κατοίκους της ..... .

Εξάλλου, όπως ο ίδιος εναγόμενος και μηνυτής αναφέρει, οι ενάγοντες και μηνυόμενοι το έβαλαν στα πόδια μόλις τους φώναξε, με τα πρόβατα να επιστρέφουν στο "μαντρί" του, ώστε να τυγχάνει λογικά αδύνατο οποιαδήποτε συμπέρασμα για τυχόν ισόποση μείωση των ζώων του κοπαδιού του, κατά τη γενόμενη την επόμενη ημέρα (Κυριακή 13.4.03) καταμέτρησή τους που ο ίδιος διενήργησε.

Επίσης η στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατάθεση του ΣΤ που εξετάσθηκε ως μάρτυρας με την επιμέλεια του εναγόμενου, περί του ότι αυτός μαζί με τον εναγόμενο στις 14.3.04 (ημέρα Δευτέρα) επισκέφθηκαν την οικία του ενάγοντος Ψ1 στη ....., όπου η σύζυγος του τελευταίου τους ανέφερε ότι αυτός είναι κουρασμένος και κοιμάται γιατί όλο το προηγούμενο βράδυ "έγδερνε τα αρνιά του "Σβέρκου", εννοώντας τον εναγόμενο τυγχάνει κατά το αναφερόμενο περιστατικό αναξιόπιστη εφ' όσον δεν επιβεβαιώνεται από τη με ημερομηνία 7.4.04 προανακριτική κατάθεση του ίδιου εναγόμενου στο Α.Τ.

Μυκόνου, στην οποία ουδεμία μνεία κάνει περί τυχόν συνοδείας του από τον προαναφερόμενο μάρτυρα κατά την επίσκεψη που φέρεται να διενήργησε στην οικία του ενάγοντος Ψ1. Τέλος όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 11.1.06 έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου σε ουδεμία καταγγελία ο εναγόμενος προέβη για απώλεια ζώων του κατά το χρονικό διάστημα από 12.4.03 έως 20.4.03, παρά τις σχετικές προθέσεις του.

Προσθέτως επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου με το υπ' αρ. 69/05 βούλευμά του κατόπιν συνεκτιμήσεως των αποδείξεων που συνελέγησαν κατά τη διεξαχθείσα επί της από 3.6.03 μηνύσεως του εναγόμενου κυρία ανάκριση, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των εναγόμενων για την αποδιδομένη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της ζωοκλοπής από κοινού και από κρεοπώλη για παντελή απουσία ενδείξεων ενοχής και συγχρόνως επέβαλε στον εναγόμενο μηνυτή τα δικαστικά έξοδα της οικείας διαδικασίας, καθ' ότι επρόκειτο περί εντελώς ψευδούς μηνύσεως, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του εναγόμενου (ΚΠΔ 585 παρ. 1).

Το παραπάνω απαλλακτικό για τους ενάγοντες βούλευμα και κατόπιν ασκήσεως κατά αυτού της από 24.1.06 εφέσεως του εναγόμενου, μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα, πλήρως επικυρώθηκε με το υπ' αρ. 68/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε και διέδωσε με την από 3.6.03 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου και ιδίως για την εκ μέρους των εναγόντων τέλεση του εγκλήματος της ζωοκλοπής, ήταν ψευδή, όπως και οι προταθέντες και εξετασθέντες από τον ίδιο μάρτυρες βεβαιώνουν.

Ο ίδιος δε ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Περαιτέρω οι εν λόγω ισχυρισμοί του εναγόμενου ήταν άκρως προσβλητικοί της τιμής και της υπολήψεως των εναγόντων ως ατόμων και επαγγελματιών της κοινωνίας της ..... και εντόνως δυσφημιστικές για τους ίδιους, εφ' όσον ευθέως και εκ του πράγματος περιέχουν και αποδίδουν ονειδισμό, καταφρόνηση και σε κάθε περίπτωση αμφισβήτηση της προσωπικής και της επαγγελματικής τους εντιμότητας, εμφανίζοντάς τους να μετέρχονται εγκληματικές, απαξιωτικές και αποκρουόμενες από την έντιμη κοινωνική συνείδηση μεθόδους για τον εν γένει βιοπορισμό τους και τη μεγέθυνση της ατομικής περιουσίας με αντίστοιχη βλάβη άλλων.

Επομένως και ενόψει του ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του εναγομένου περιέχει τα στοιχεία της συκοφαντικής των εναγόντων δυσφημήσεως (ΠΚ 362, 363, 27) τυγχάνει -ανεφάρμοστη η ΠΚ 367 παρ. 1 και ο επ' αυτής θεμελιούμενος αυτοτελής του εναγόμενου ισχυρισμός για την άρση του αδίκου της επίμαχης συκοφαντικής εκδηλώσεως του και συνεπακόλουθα για τον αποκλεισμό του παρανόμου εναντίον των εναγόντων γενόμενης προσβολής (ΑΚ 20, 57, 914) ως δήθεν γενόμενης κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος και συγκεκριμένα ως αποτελούσας προϊόν και συνέπεια διαφυλάξεως και προστασίας της περιουσίας του.

Περαιτέρω όσον αφορά την κατά το ανωτέρω περιεχόμενο προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων από την προαναφερόμενη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου, καθένας τους προσβλήθηκε στα αγαθά που απορρέουν από την ψυχική, την κοινωνική και την επαγγελματική του ατομικότητα και οντότητα, ως μέλους της κοινωνίας της .....

και κατά συνέπεια όλοι τους υπέστησαν ηθική βλάβη, η οποία εν όψει του είδους και της βαρύτητας της εναντίον τους προσβολής, της ειδικότερης υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγόμενου, των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή πραγματώθηκε, της οικονομικής καταστάσεως και θέσεως των ανωτέρω διαδίκων και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, επιβάλλεται να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των 5.000 € για τον καθένα τους".

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 299, 330, 914, 932 του Α.Κ. 27 παρ. 1, 361 - 363 του Π.Κ. τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων ιδιαίτερα για τη διαπίστωση ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσής του κατά των αναιρεσίβλητων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετήριου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξ άλλου, ο ίδιος τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το δεύτερο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της γνώσης του αναιρεσείοντος ότι τα διαδοθέντα με τη μήνυσή του για τους αναιρεσίβλητους ήταν ψευδή και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά του αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι α) πίστευε ειλικρινά ότι εθίγησαν τα συμφέροντά του, β) οι αναιρεσίβλητοι έγιναν παραίτιοι της καταμηνύσεώς τους και γ) άσκησε το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογικά ακόλουθο τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κρίση ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το ψευδές του περιεχομένου της μήνυσής του, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετήριου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 30.10.2003 μεταγενέστερη μήνυση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων, 2) το από 1-11-2004 κατηγορητήριο που συντάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημ/δικών Σύρου και 3) αντίγραφο του κλητηρίου θεσπίσματος που συντάχθηκε από τον ίδιο Εισαγγελέα επί της ίδιας πιο πάνω μήνυσης κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Ψ3, του Ε, μάρτυρα των αναιρεσίβλητων στην ένδικη υπόθεση, και κατά του Χ, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/δικείου Σύρου για να δικασθούν, εκτός άλλων, και για την πράξη της ζωοοκλοπής, δηλαδή για παρόμοια υπόθεση, που αφορούσε και η προγενέστερη από 3-6-2003 μήνυση του αναιρεσείοντος, που στις ένδικες αγωγές των αναιρεσίβλητων εμφανίζεται ως ψευδής και δυσφημιστική.

Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων προς θεμελίωση επιχείρημα, ότι εφόσον ο τρίτος αναιρεσίβλητος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για μεταγενέστερη πράξη υποκλοπής άρα διέπραξε και την προγενέστερη που αποδόθηκε σ' αυτόν με την ένδικη μήνυση του αναιρεσείοντος.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η κατά των αναιρεσίβλητων υποβληθείσα από 3.6.2003 μήνυση ήταν αληθινή και όχι ψευδής και συκοφαντική, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα ως τεκμήρια για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν. Ο προκείμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί αλλά δεν είχαν επικληθεί με τις προτάσεις κανενός από τους διαδίκους, διότι δεν αρκεί να βρίσκεται το αποδεικτικό μέσο στη δικογραφία, αλλ' απαιτείται να γίνεται και επίκληση αυτού με τις προτάσεις οποιουδήποτε από τους διαδίκους και όχι από όλους (ΑΠ 278/1978).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετήριου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως τεκμήριο το από 11-1-2005 έγγραφο του Α.Τ. Μυκόνου, για το οποίο βεβαιώνεται ότι: "ο αναιρεσείων σε ουδεμία καταγγελία προέβη για απώλεια ζώων του κατά το χρονικό διάστημα από 12.4.2003 έως 20.4.2003".

Από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης, που κατά το άρθρο 568 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. έχουν προσαχθεί από τον αναιρεσείοντα για τη διάγνωση της βασιμότητας των λόγων της ένδικης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής: Με τις από 1-2-2005, 1-2-2005 και 9-3-2005 αντίστοιχα τρεις χωριστές αγωγές τους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, μετά παραδεκτό περιορισμό μόνο στο αναγνωριστικό αίτημά τους, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος - εναγομένου να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 100.000 ευρώ, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν στην προσωπικότητά τους, από την υπαίτια ψευδή και συκοφαντική καταμήνυσή τους στις 20-6-2003 εκ μέρους του αναιρεσείοντος ως ζωοκλεπτών.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου συνεκδίκασε κατ' άρθ. 246 Κ.Πολ.Δ. λόγω του ενιαίου της προσβολής τις τρεις αγωγές και με την υπ' αριθ. 58/2006 απόφασή του τις απέρριψε. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκαν εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, η από 11-9-2006 κοινή έφεση, εκ μέρους δε του τρίτου αναιρεσίβλητου Ψ3 η από 14-8-2006 έφεση.

Οι εφέσεις αυτές συνεκδικάσθηκαν επίσης από το Εφετείο Αιγαίου κατ' άρθ. 246 του ΚΠολΔ, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 58/2006 απόφαση. Κατά τη συζήτηση των δύο εφέσεων στο ίδιο Εφετείο στις 20-4-2007 οι εκ των αναιρεσίβλητων Ψ1 και Ψ2 ως από κοινού με ενιαίο δικόγραφο εκκαλούντες, υπέβαλαν τις από 14-4-2007 κοινές έγγραφες προτάσεις τους, με τις οποίες επικαλέσθηκαν (σελ. 7 του κύριου σώματος) και δήλωσαν ότι προσκομίζουν το πιο πάνω από 11-1-2006 έγγραφο του Α.Τ.

Μυκόνου (με αριθμό σχετικού 17). Η δε προσβαλλόμενη απόφαση ρητά βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε: "όλα τα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα εκατέρωθεν έγγραφα". Επομένως, ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη (ανύπαρκτη) προϋπόθεση ότι το πιο πάνω έγγραφο δεν το επικαλέσθηκε κανένας από τους αναιρεσίβλητους στο Εφετείο.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, η δεν προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει προαποδεικτικά, τις προτάσεις του αντιδίκου του, αλλιώς ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται, ως αναπόδεικτος.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α '- δ' του Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361-363 του ίδιου ΠΚ πιο πάνω πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (Π.Κ. 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914 επ και 57-59 του ΑΚ. (Α.Π. 1573/2005). Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.

Κ, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. εκ μέρους του εναγομένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου, δηλαδή (ένσταση) που οδηγεί σε άρση, του παρανόμου της προσβολής.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα ενάγοντα περίπτωση από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ., που μπορεί να αποτελέσει και περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος), αποτελεί η άσκηση αγωγής ή ανακοπής για την προστασία δικαιώματος, όπως και η κατάθεση μήνυσης ενώ η διαφύλαξη και η κατάθεση κάποιου ως μάρτυρα συνιστά εκτέλεση νομίμου καθήκοντος, με συνέπεια την άρση του αδίκου, εφόσον τα περιλαμβανόμενα στην αγωγή, την ανακοπή ή την μήνυση, ή όσα κατέθεσε κάποιος μάρτυρας, δεν υπερβαίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικό αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος ή το δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη και προστασία του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των ένδικων αγωγών των αναιρεσίβλητων, με τις οποίες ζητούσαν την αναγνώριση της υποχρέωσης του αναιρεσείοντος για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη αδικοπρακτική υπαίτια και συκοφαντική δυσφήμισή τους με την υποβολή ψευδούς από εκείνο μήνυσης, ο αναιρεσείων προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον καταλυτικό ισχυρισμό από τη διάταξη του άρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. "ότι η υποβολή της μήνυσης σε βάρος των αναιρεσίβλητων αποσκοπούσε στην άσκηση νόμιμου δικαιώματός του και στη διαφύλαξη και προστασία της περιουσίας του".

Ο ισχυρισμός αυτός, που επαναφέρθηκε και στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη με την αιτιολογία ότι "η συμπεριφορά του περιέχει τα στοιχεία της δυσφημήσεως των αναιρεσίβλητων (εναγόντων) και τυγχάνει ανεφάρμοστη η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ.". Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ ότι ο αναιρεσίβλητοι προέβαλαν απαράδεκτα (αρθ. 269 του ΚΠολΔ) για πρώτη φορά στο Εφετείο την αντίστοιχη αντένστασή τους με τις εφέσεις τους, ενώ παρόμοιο ισχυρισμό δεν είχαν προβάλει με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί παρόμοιος ισχυρισμός "για συκοφαντική" συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν ήδη στα δικόγραφα των αγωγών των αναιρεσιβλήτων και στήριζε αυτοτελώς τα αγωγικά αιτήματά τους.

V. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι, απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαδικασία (Α.Π. 1933/2006).

Εξ άλλου, για να δημιουργηθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα του ο νόμος δεν επιτρέπει, και για να είναι ορισμένος ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ότι ο λόγος του μη επιτρεπτού και του απαραδέκτου του αποδεικτικού μέσου είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας.

Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνεξετίμησε ως τεκμήριο απαράδεκτα και αντίθετα προς το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., το απαλλακτικό για τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθ. 68/2006 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, που εκδόθηκε επί της μήνυσής του κατά των αναιρεσίβλητων, παρά το γεγονός ότι δεν είχε καταστεί αμετάκλητο.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός απαραδέκτου του αποδεικτικού αυτού μέσου, προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο).

VI. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση χωριστά και αναλυτικά: α) τα ονόματα των μαρτύρων, τις καταθέσεις των οποίων εξετίμησε, β) η χρονολογία της κατάθεσης και γ) το αντικείμενο κάθε κατάθεσης, αρκεί ότι εκτιμήθηκαν όλες, το αντίθετο του οποίου μπορεί να στηρίξει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο αντίστοιχος έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν ειδικότερα τα πιο πάνω στοιχεία που αφορούσαν τις συνεκτιμηθείσες μαρτυρικές καταθέσεις, και εκείνης της ποινικής διαδικασίας επί της μήνυσης του αναιρεσείοντος, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

VII. Κατά τη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ. "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον". Από τη διάταξη αυτή αλλά και εκείνη του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αξίωση για παράλειψη της παράνομης προσβολής στο μέλλον προϋποθέτει την αναγκαία επίκληση με το δικόγραφο της αγωγής της ύπαρξης βάσιμης απειλής επικείμενης προσβολής στο μέλλον. Εάν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράλειψη στο μέλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου των τριών αγωγών των αναιρεσίβλητων επί των οποίων έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με κάθε μία από αυτές εκτός άλλων, υποβλήθηκε και το ταυτόσημο αυτοτελές αγωγικό αίτημα με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Επειδή κατά το ανωτέρω δέον να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε άρση της προγενόμενης προσβολής της προσωπικότητάς του και σε παράλειψη της στο μέλλον".

Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που αναφέρονται σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει τις αγωγές τους (αναιρεσίβλητων) τις οποίες δέχθηκε στη συνέχεια ως νόμιμες και βάσιμες στην ουσία τους και ως προς το αυτοτελές αίτημά τους να παραλείπει δηλαδή στο μέλλον ο αναιρεσείων κάθε νέα προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων.

Με το πιο πάνω όμως περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά τους οι αγωγές των αναιρεσίβλητων είναι (νομικά) αόριστες ειδικά ως προς το ίδιο αγωγικό αίτημα, αφού δεν περιέχονται σ'αυτές όλα τα από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ. απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για παύση στο μέλλον και ειδικώτερα δεν περιέχεται σ'αυτήν το κατά τα ανωτέρω αναγκαίο στοιχείο ότι "υπάρχει βάσιμη, απειλή επικείμενης προσβολής και στο μέλλον".

Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι οι αγωγές ήταν νομικά ορισμένες και νομικά βάσιμες στο σύνολό τους χωρίς ν' αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου τους σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη και παρασχεθείσα έννομη προστασία, την αναφορά σ' αυτές και του πιο πάνω αναγκαίου στοιχείου για τη νομική συγκρότηση και θεμελίωσή τους, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 57 παρ. 1 εδ.

α' του Α.Κ. Επομένως, ο έβδομος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε κατ' άρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ από τον Εισηγητή, κρίνεται βάσιμος, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά αντίστοιχο μέρος της που αφορά το πιο πάνω αυτοτελές αγωγικό αίτημα της παράλειψης στο μέλλον της συκοφαντικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη λόγω της ανάλογης νίκης και ήττας καθενός.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ.152/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, μόνο κατά το μέρος της που δέχθηκε το αυτοτελές αγωγικό αίτημα των αναιρεσίβλητων για παράλειψη στο μέλλον παρόμοιας προσβολής της προσωπικότητάς τους εκ μέρους του αναιρεσείοντος και για απειλή σε βάρος του τελευταίου προσωπικής κράτησης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Συμψηφίζει στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ