1797/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9475/1996 μη οριστική και 2051/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαϊου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1797/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειώνεται, ότι η ως άνω σύμβαση καταρτίσθηκε έγγραφα και υπεγράφη τελικά μεταξύ των εκπροσώπων των ως άνω συμβληθέντων (ΕΑΔΠ-ΔΠΘ και του ΙΣΕΚ) μόλις στις 3.2.1994, δηλαδή μετά τον χρόνο υλοποίησης των προγραμμάτων, που αφορούσαν τα έτη 1992 και 1993, όπως προκύπτει από τα με αριθμούς πρωτ. 170171 και 170172/22.11.1994 έγγραφα - αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (Δ/νση Ελέγχου και Αξιολόγησης του Υπουργείου), τα οποία αποτελούν σώμα της κρινόμενης αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1797 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1797/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9475/1996 μη οριστική και 2051/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαϊου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Από την επισκόπηση της 9475/1996 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι κατόπιν προβολής από την αναιρεσίβλητη - εναγομένη Τράπεζα ενστάσεως πλαστότητας της επίδικης εγγυητικής της επιστολής, τέθηκε, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το εξής θέμα απόδειξης: "Ότι η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 29.9.1992 με αριθμό .....
εγγυητική επιστολή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, καταστήματος ....., πλαστογραφήθηκε ως προς τα εξής σημεία: 1. Κατά την ημερομηνία εκδόσεως από 29.6.1992 σε 29.9.1992. 2. Ως προς το όνομα αυτού προς τον οποίο απευθύνεται από "ΕΚΣΤΕ - ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΔΗΜΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ" σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ".
Ως προς το όνομα του "υπερού" η εγγυητική επιστολή από "TIMES ΕΕ" σε "ΙΣΕΚ". 4. Ως προς το ποσό αντί των 333.653 δρχ. σε 400.000.000 δρχ. 5. Ως προς το χρόνο ισχύος από "μέχρι 31.12.1992" σε "μέχρι και την καταβολή και της τελευταίας δόσεως από Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο (ΕΚΤ)". Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή των ως άνω αποδείξεων, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε επί του ζητήματος της πλαστότητας της ως άνω εγγυητικής επιστολής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1992 η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Αξιοποίησης και Διαχείρισης Περιουσίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ΑΕ" (ΕΑΔΠ - ΔΠΓ) συνήψε προφορική σύμβαση συνεργασίας και εξουσιοδότησης με τους νόμιμους εκπροσώπους του Ινστιτούτου Σύγχρονης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΣΕΚ), δυνάμει της οποίας, το τελευταίο ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της ενάγουσας εταιρείας και αντί αμοιβής, ν' αναζητήσει και εξεύρει πόρους για την εκτέλεση προγραμμάτων και έργων που θα χρηματοδοτούντο από τα Διαρθρωτικά Ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και να παρέχει την τεχνική υποστήριξη που θα ήταν αναγκαία για την υλοποίηση των αναμενόμενων να εγκριθούν προγραμμάτων των ετών 1992 και 1993.
Σημειώνεται, ότι η ως άνω σύμβαση καταρτίσθηκε έγγραφα και υπεγράφη τελικά μεταξύ των εκπροσώπων των ως άνω συμβληθέντων (ΕΑΔΠ-ΔΠΘ και του ΙΣΕΚ) μόλις στις 3.2.1994, δηλαδή μετά τον χρόνο υλοποίησης των προγραμμάτων, που αφορούσαν τα έτη 1992 και 1993, όπως προκύπτει από τα με αριθμούς πρωτ. 170171 και 170172/22.11.1994 έγγραφα - αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (Δ/νση Ελέγχου και Αξιολόγησης του Υπουργείου), τα οποία αποτελούν σώμα της κρινόμενης αγωγής.
Προφανώς οι ως άνω συμβληθείσες εταιρείες αναγκάσθηκαν να προβούν στην ετεροχρονισμένη έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης, ενόψει αναμενόμενου ελέγχου που πραγματοποίησε στην ενάγουσα στις 23.5.1994 και 5.9.1994, η αρμόδια Υπηρεσία της ως άνω Δ/νσεως του Υπουργείου Εργασίας. Ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση της σύμβασης συνεργασίας και εξουσιοδότηση, το μη διάδικο στην παρούσα δίκη "ΙΣΕΚ" παρέδωσε στην ενάγουσα εταιρεία, (ΕΑΔΠ-ΔΠΘ), την επίμαχη από 29.9.1992 και με αριθμό ....
Νο ..... εγγυητική επιστολή, ποσού δρχ. 400.000.000, η οποία εφέρετο ότι είχε εκδοθεί από την εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και συγκεκριμένα από το κατάστημα της ...., την οποία η εναγόμενη προσβάλλει ως πλαστή. Με την επίμαχη εγγυητική επιστολή η εναγόμενη τράπεζα φέρεται να εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την ενάγουσα εταιρεία για την υπέρ του ΙΣΕΚ ευθύνη διαχειρίσεως και υλοποίησης των κοινοτικών προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, όπως αυτά εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο (ΕΚΤ), μέχρι του ποσού των 400.000.000 δρχ., για όλη τη διάρκεια των προγραμμάτων και μέχρι και την καταβολή της τελευταίας δόσης από αυτό (ΕΚΤ), δηλώνοντας συγχρόνως στην υπερής η εγγυητική επιστολή και ήδη ενάγουσα εταιρεία, ότι το ως άνω ποσό είναι στη διάθεσή της και θα της καταβληθεί εν όλω ή εν μέρει εντός τριών ημερών από την έγγραφη προς αυτήν (εναγόμενη τράπεζα) δήλωσή της για κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και εφόσον της επιστρέψει αυτήν.
Ακολούθως όμως, με τις προαναφερόμενες με αριθμούς πρωτ. 170171 και 170172/22.11.1994 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ακυρώθηκαν τα εγκριθέντα υπέρ της ενάγουσας εταιρείας προγράμματα, επειδή δεν υλοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις οδηγίες του Υπουργείου Εργασίας και συγχρόνως αυτή κλήθηκε να επιστρέψει τα ήδη χορηγηθέντα για την υλοποίησή τους κονδύλια, συνολικού ποσού 485.767.960 δρχ., ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Θεωρώντας η ενάγουσα ότι η ακύρωση των ως άνω προγραμμάτων οφείλεται σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά το ΙΣΕΚ, κοινοποίησε στην εναγόμενη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την από 9.1.1995 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, με την οποία, αφού την ενημέρωσε για τα ως άνω, ζήτησε εντός τριών ημερών να της καταβάλει το εγγυηθέν με την επίμαχη επιστολή της ποσό των 400.000.000 δρχ.
Την καταβολή αυτή αρνήθηκε η εναγόμενη τράπεζα με την από 10.1.1995 προς την ενάγουσα εταιρεία εξώδικη απάντησή της, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει εκδώσει την επίμαχη εγγυητική επιστολή και ότι η επιστολή που τυχόν κατέχει η ενάγουσα, είναι πλαστή, ισχυρισμό τον οποίο παραδεκτά και νόμιμα προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται και τ' ακόλουθα, αναφορικά με τον περί πλαστότητας της εγγυητικής επιστολής ισχυρισμό της εναγομένης. Η εναγόμενη τράπεζα, μέσω των εντεταλμένων υπαλλήλων της του Υποκαταστήματος ..... Υ1 και Υ2, εξέδωσε στις 29.6.1992 την με αριθμό .... Νο ... εγγυητική επιστολή της (η οποία φέρει τον ίδιο αριθμό με την επίμαχη), ποσού 333.653 δρχ.
ισχύος μέχρι 31.12.1992, εγγυώμενη ανεπιφύλακτα προς την ΕΚΣΤΕ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Δήμου Νίκαιας και υπέρ της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρείας με την επωνυμία "TDES EE", ".... την καταβολή της πρώτης δόσης του εγκριθέντος ποσού από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο (ΕΚΤ) για την εφαρμογή και εκτέλεση του κοινοτικού προγράμματος από το ΕΚΣΤΕ - ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ και ειδικότερα για την κατασκευή των έργων, όπως αυτά εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό 815/1984 της ΕΟΚ.......".
Η εν λόγω εγγυητική επιστολή, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα, παραδόθηκε αυθημερόν (στις 29.6.1992) από την εναγομένη τράπεζα στην Ζ1, για λογαριασμό της εντολέως της "TDES EE" υπέρ της οποίας και είχε εκδοθεί. Η Ζ1 στις 14.12.1992 επέστρεψε στην εκδότρια - εναγόμενη τράπεζα το πρωτότυπο της ως άνω γνήσιας εγγυητικής επιστολής, επικαλούμενη ότι εξέλιπε ο λόγος έκδοσής της.
Κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε η ως άνω γνήσια εγγυητική επιστολή και κατά το οποίο κατείχε αυτήν η Ζ1, φέρεται ως εκδοθείσα η επίμαχη από 29.9.1992 εγγυητική επιστολή των 400.000.000 δρχ., η οποία όμως δεν εκδόθηκε από τους εντεταλμένους υπαλλήλους του Υποκαταστήματος της εναγομένης (....) και είναι, ως προς όλο το περιεχόμενό της, πλαστή.
Τούτο αποδεικνύεται από τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν, για τη δημιουργία της επίμαχης εγγυητικής επιστολής χρησιμοποιήθηκε έντυπο, στο οποίο τέθηκε ο ίδιος αριθμός (.... Νο ....) που είχε τεθεί κατά την έκδοση της γνήσιας από 29.6.1992 εγγυητικής επιστολής των 333.653 δρχ., παρόλο που τα έντυπα των εγγυητικών επιστολών της εναγόμενης τράπεζας, επειδή είναι έντυπα "αξίας", δεν επανακυκλοφορούν φέροντας τον ίδιο αριθμό με αυτόν που φέρει ήδη εκδοθείσα εγγυητική επιστολή.
Πέραν τούτου, τα στοιχεία της γραφομηχανής με τα οποία αναγράφηκε στο σώμα της επίμαχης επιστολής η ημερομηνία της (29.9.1992), ο αριθμός του καταστήματος (....) και ο αριθμός εντύπου (Νο 1....) διαφέρουν από την αντίστοιχη γραφή στο έντυπο των γνήσιων εγγυητικών επιστολών, που έχει εκδώσει η εναγόμενη, επικυρωμένα αντίγραφα των οποίων αυτή προσκομίζει.
Επίσης στο έντυπο της επίμαχης εγγυητικής, η αναγραφή τόσον ολογράφως όσο και αριθμητικώς του ποσού των 400.000.000 δρχ., είναι συνεχής, ενώ στις εκδιδόμενες από την εναγόμενη τράπεζα εγγυητικές επιστολές, τα εν λόγω στοιχεία είναι διάστικτα, για λόγους ασφάλειας. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι φερόμενοι ως υπογράψαντες την επίδικη επιστολή υπάλληλοι της εναγόμενης τράπεζας και συγκεκριμένα, ο Υ1 και ο Υ2, δεν έχουν υπογράψει αυτήν, δηλαδή οι υπάρχουσες σ' αυτήν υπογραφές δεν έχουν τεθεί από τους προαναφερθέντες, αλλά από τρίτο πρόσωπο, κατ' απομίμηση των δικών τους υπογραφών.
Η ενάγουσα εταιρεία με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην προκειμένη, μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής της, δεν αμφισβητεί τα ως άνω αποδειχθέντα, αφού επί λέξει επισημαίνει, ότι "..... επί των θεμάτων (απόδειξης) οι μάρτυρες που πρότεινε η αντίδικη εταιρεία .......... βεβαιώνουν ότι πράγματι η κρίσιμη εγγυητική επιστολή είναι πλαστογραφημένη .......", περαιτέρω όμως υποστηρίζει ότι ".......
δεν αποδείχθηκε ότι η πλαστογραφία (την οποία έμμεσα συνομολογεί) δεν προέρχεται από τους υπαλλήλους της εναγόμενης .......". Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα προκύπτει, ότι την επίμαχη - πλαστή, καθόλο το περιεχόμενό της, εγγυητική επιστολή κατάρτισαν σε χρονικό σημείο μεταξύ της 1.8.1992 και 7.10.1992, από κοινού ενεργούντες, αφενός ο Ζ2, που ήταν ιδιοκτήτης και διαχειριστής του προαναφερθέντος Ινστιτούτου Σύγχρονης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΣΕΚ), το οποίο (εμφανιζόμενο παραπλανητικά στις συναλλαγές και με τις επωνυμίες "TANIS DATA EDUCATION SYSTEMS AEE" και με το διακριτικό τίτλο "TDES EE"), είχε αναλάβει, σε συνεργασία με την ενάγουσα εταιρεία, την υλοποίηση 15 συνολικά επιδοτούμενων από την ΕΟΚ προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, που όμως, όπως προαναφέρθηκε, στη συνέχεια ακυρώθηκαν και αφετέρου η αδελφή του Ζ1, η οποία, χωρίς να έχει υπαλληλική ιδιότητα, είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες και αναλάμβανε πρωτοβουλίες στις επαγγελματικές δραστηριότητες του αδελφού της και, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ήταν αυτή στην οποία η εναγόμενη τράπεζα παρέδωσε, για λογαριασμό της εταιρείας "TDES EE" την γνήσια, ταυτάριθμη με την επίμαχη, από 29.6.1992, τραπεζική επιστολή.
Σημειώνεται, ότι μετά από μήνυση κατ' αγνώστων που κατέθεσε την 31.3.1995 στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης Τράπεζας, καταγγέλλοντας την πλαστογράφηση της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, με το υπ' αριθ. 31/2000 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, μεταξύ των άλλων συγκατηγορουμένων, στους οποίους ουδείς υπάλληλος ή εκπρόσωπος της εναγόμενης τράπεζας περιλαμβάνεται, αντίθετα περιλαμβάνονται καθηγητές καθώς και ο τότε πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, παραπέμφθηκαν ο Ζ2 και η Ζ1 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης για να δικασθούν, πέραν των αξιόποινων πράξεων που τους αποδίδονται και για την από κοινού πλαστογράφηση της επίμαχης εγγυητικής επιστολής.
Κατόπιν όλων αυτών, η εναγόμενη τράπεζα δεν ευθύνεται με βάση την επίμαχη εγγυητική επιστολή, εφόσον αποδείχθηκε ότι αυτήν δεν την εξέδωσαν οι εντεταλμένοι υπάλληλοί της, αντίθετα (αποδείχθηκε ότι) είναι προϊόν πλαστογραφίας, που τελέσθηκε από τον Ζ2 και την Ζ1.
Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη". Τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Πρωτοδικείο προέκυψαν από τις αποδείξεις επί του ταχθέντος με την προδικαστική του απόφαση θέματος αποδείξεως, σε σχέση με την ένσταση πλαστότητας της επίμαχης εγγυητικής επιστολής που είχε προτείνει ως εναγομένη η αναιρεσίβλητη και δεν στηρίζεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μετά επικλήσεως προσκομίστηκαν και για την πληρότητα των αιτιολογιών της, δέχθηκε ότι, πέραν της πλαστότητας του περιεχομένου, που αρκούσε για την έλλειψη ευθύνης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης και οι υπογραφές των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στην επίμαχη εγγυητική επιστολή ήσαν πλαστές και ότι η πραγματικά γνήσια εγγυητική επιστολή, που είχε εκδοθεί, είχε τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 28-5-2003 αίτηση της Εταιρείας Αξιοποίησης και Διαχείρησης Περιουσίας του ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε. για αναίρεση της 2051/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ