Legislator Case Law & Legislation
1796/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against child abduction order, ruling it admissible but unfounded under Hague Convention.

Case Number 1796/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court order rejecting his request to return his minor child to Greece. The appellant argued the lower court failed to properly assess the abduction claim under the Hague Convention, while the respondent maintained the order was legally sound. The court upheld the original decision, finding the appeal admissible but substantively unfounded, and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals against decisions rejecting applications for security measures in child abduction cases under the Hague Convention are admissible and must be decided on their merits.

Keywords

AI generated
Hague Convention child abduction security measures appeal admissibility legal costs Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 699 of the Code of Civil Procedure
Law 2102/1992
Law 3226/2004
Law 4689/2020
Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1796 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1796/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: E. (Ε.) V. (Β.) του Α. (A.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Σταυρούλας - Σοφίας Σταυροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8678/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5577/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/2/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 5577/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 8678/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αίτηση που άσκησε ο αναιρεσείων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να επιστρέψει άμεσα στον τόπο της κύριας και συνήθους διαμονής του, στο ...

της επαρχίας ... ..., το ανήλικο τέκνο τους, το οποίο η τελευταία έχει μεταφέρει και κρατεί στην Ελλάδα. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι δε, παραδεκτή, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά από απαγωγή παιδιού κατά τους όρους της από 25.10.1980 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών που κυρώθηκε και από την Ελλάδα με το ν. 2102/1992 και όπως αυτή συμπληρώνεται με το άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας" (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 598/2015).

Πρέπει συνεπώς, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της.

Β. Η από 25-10-1980 Διεθνής Σύμβαση της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία κυρώθηκε και από την Ελλάδα με τον νόμο 2102/1992 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ.28 παρ.1 του Συντάγματος), εφαρμόζεται δε, κατά το άρθρο 4 αυτής, για κάθε παιδί, νεότερο των δέκα έξι ετών, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας, έχει σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1, την εξασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, προληπτικά με την αποθάρρυνση των γονέων που σχεδιάζουν απαγωγές και κατασταλτικά με την άμεση επαναφορά του παιδιού που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη, στην προηγούμενη κατάσταση.

Προβλέπει, όμως, και εξαιρέσεις στην επαναφορά, όπου το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει άλλη αντιμετώπιση, διασφαλίζοντας ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Στη διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης ορίζονται τα ακόλουθα: "η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες, εφόσον:

α) έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά, είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης, ή θα είχε ασκηθεί κατ` αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Το δικαίωμα επιμέλειας του παιδιού που αναφέρεται στην περίπτωση α' μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους". Η συγκεκριμένη διάταξη συνιστά τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι οριζόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της, δηλαδή μετακίνηση ανηλίκου παιδιού κατά παραβίαση υφιστάμενου δικαιώματος επιμέλειας, το οποίο και πράγματι να ασκούνταν από το πρόσωπο που επικαλείται την εφαρμογή της Σύμβασης κατά τον χρόνο της μετακίνησης και θίγεται από αυτή, θέτει σε λειτουργία τον μηχανισμό της Σύμβασης και οδηγεί στη λήψη του προβλεπόμενου απ` αυτή μέτρου προστασίας.

Το μέτρο αυτό συνίσταται στην υποχρέωση επιστροφής του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής και στο πρόσωπο που ασκούσε την επιμέλειά του, από το οποίο το ανήλικο παιδί έχει παράνομα αφαιρεθεί. Η υποχρέωση επιστροφής υπάρχει μόνον αν η αφαίρεση ή κατακράτησή του είναι παράνομη. Το δικαίωμα επιμέλειας (που διακρίνεται και διαχωρίζεται από το ευρύτερο δικαίωμα της γονικής μέριμνας, χωρίς το τελευταίο να αποτελεί αντικείμενο προστασίας της Σύμβασης) μπορεί να απορρέει είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από τη δικαστική απόφαση (ή απόφαση διοικητικής αρχής) που ρύθμισε το σχετικό θέμα και ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας σε κάποιο πρόσωπο, είτε και με βάση ιδιωτικές συμφωνίες περί της επιμέλειας που αναπτύσσουν έννομες συνέπειες στη χώρα της συνήθους διαμονής του παιδιού.

Εξάλλου, η Διεθνής Σύμβαση, στο άρθρο 5 εδάφιο α` αυτής, καθορίζει την έννοια που η ίδια, για την εφαρμογή των διατάξεών της, προσδίδει στον όρο "δικαίωμα επιμέλειας" και ειδικότερα ορίζει ότι: "Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης: α) το "δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του".

Είναι πρόδηλο ότι μόνο το πρόσωπο που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να προσδιορίζει και τον τόπο της συνήθους διαμονής του τέκνου. Αν την επιμέλεια έχουν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο γονείς, από κοινού θα πρέπει να επιλέγουν τον τόπο (χώρα, πόλη, περιοχή, σπίτι) της συνήθους διαμονής του. Το δικαίωμα επιμέλειας του γονέα κατά τη Διεθνή Σύμβαση, επιδέχεται προσβολής, όχι μόνο από κάποιον τρίτο, αλλά, στην περίπτωση που το ασκούν και οι δύο γονείς, με βάση το δίκαιο του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού, και από τον ένα γονέα σε βάρος του άλλου, όπως συνιστά η μονομερής ενέργεια του ενός γονέα, που θα πάρει μόνος του το παιδί και θα το μετακινήσει σε άλλη χώρα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος κατάργησε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, έχει δε δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 72 αυτού), και αποσκοπεί, κατά το προοίμιο αυτού, να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί...9.

Ο όρος "δικαίωμα επιμέλειας" περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του... 11. Ο όρος "παράνομη μετακίνηση" ή "κατακράτηση" παιδιού σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού: α) εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από τον νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του και β) με την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ` αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

Η επιμέλεια θεωρείται ότι ασκείται από κοινού όταν ο ένας από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας δεν μπορεί, σύμφωνα με απόφαση ή απευθείας από τον νόμο, να αποφασίζει για τον τόπο διαμονής του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση άλλου δικαιούχου της γονικής μέριμνας". Κατά δε το άρθρο 11 του ίδιου Κανονισμού: "Επιστροφή του παιδιού 1.

Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής "σύμβαση της Χάγης του 1980"), απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8".

Έτσι, συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης (ΑΠ 136/2022). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η έννοια της "συνήθους διαμονής" του παιδιού αποτελεί καίριο στοιχείο για να εκτιμηθεί αν η αίτηση επιστροφής αυτού, με βάση τις άνω διατάξεις, είναι βάσιμη. Πράγματι, η αίτηση μπορεί να ευδοκιμήσει μόνον εφόσον το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του, αμέσως πριν την προβαλλόμενη μετακίνηση ή κατακράτηση, στο κράτος μέλος προς το οποίο ζητείται η επιστροφή.

Ο όρος "συνήθης διαμονή" του παιδιού πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου, στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις της σύμβασης της Χάγης του 1980, που τον μνημονεύουν και των σκοπών του Κανονισμού 2201/2003, ιδίως δε του συναγομένου από την αιτιολογική σκέψη 12 του τελευταίου, κατά την οποία οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζονται με τον Κανονισμό έχουν διαμορφωθεί με γνώμονα το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και ειδικότερα το κριτήριο της εγγύτητας.

Έτσι, η "συνήθης διαμονή" του παδιού, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, αντιστοιχεί στον τόπο όπου αυτό έχει ενσωματωθεί σε ορισμένο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Για τον προσδιορισμό του τόπου αυτού πρέπει, εκτός της φυσικής παρουσίας του παιδιού εντός κράτους μέλους να λαμβάνονται υπόψη κι άλλοι παράγοντες, όπως η χρονική διάρκεια, η σταθερότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής του παιδιού εντός κράτους μέλους, καθώς και η ιθαγένειά του.

Εξάλλου, οι κρίσιμοι ως άνω παράγοντες ποικίλλουν αναλόγως της ηλικίας του παιδιού. Οσάκις η υπόθεση αφορά βρέφος, το περιβάλλον του είναι κυρίως το οικογενειακό, που καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα αναφοράς, με τα οποία διαβιεί το παιδί και τα οποία έχουν στην πράξη την επιμέλειά του και το φροντίζουν.

Έτσι, το παιδί εντάσσεται κατ' ανάγκη στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον των προσώπων αυτών. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που βρέφος βρίσκεται στην πράξη υπό την επιμέλεια της μητέρας του, σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου όπου βρίσκεται ο τόπος συνήθους διαμονής του πατέρα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, αφενός μεν, η διάρκεια, η σταθερότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής του παιδιού εντός του πρώτου κράτους μέλους, αφετέρου δε, οι γεωγραφικές και οι οικογενειακές καταβολές της μητέρας, καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που διατηρεί η μητέρα και το παιδί στο ίδιο κράτος.

Η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν με το παιδί σε ορισμένο κράτος μέλος, λαμβάνεται μεν υπόψη, εφόσον εκδηλώνεται μέσω ορισμένων απτών μέτρων, όπως είναι η αγορά ή μίσθωση κατοικίας στο κράτος μέλος υποδοχής, πλην όμως δεν μπορεί, καταρχήν, να έχει καθοριστική ή πρωταρχική σημασία για τον καθορισμό του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003, αλλά, όπως οι νομικοί σύνδεσμοι, μεταξύ των οποίων και η ιθαγένεια του παιδιού, αποτελεί, κατά το μάλλον ή ήττον, "ένδειξη" δυνάμενη να συμπληρώσει δέσμη άλλων συγκλινόντων στοιχείων.

Βεβαίως, η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στο στοιχείο αυτό, προκειμένου να καθοριστεί ο τόπος συνήθους διαμονής του παιδιού εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε περίπτωσης (βλ. σχετικά με τ' ανωτέρω τις αποφάσεις: 8-6/2017 ΔΕΚ C-111/2017 PPU, εκδοθείσα μετά από προδικαστικό ερώτημα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την κρινόμενη υπόθεση, 22-12/2010 ΔΕΚ C-497/2010 PPU, 2-4/2009 ΔΕΚ C-523/2007).

Τέλος, στις υποθέσεις απαγωγής παιδιού απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση για την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης επιστροφής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από περισσότερες της μιας διατάξεις της από 25-10-1980 Σύμβασης της Χάγης και συγκεκριμένα: α) από το άρθρο 12 αυτής που επιτρέπει στο δικαστήριο να μην διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού αν αποδειχθεί (και όχι απλώς πιθανολογηθεί) ότι το παιδί έχει ήδη προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, β) από το άρθρο 13 αυτής, κατά το οποίο η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του απαχθέντος παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει (και άρα όχι απλώς πιθανολογεί) κάποια από μνημονευόμενα στο ίδιο άρθρο γεγονότα και γ) από το άρθρο 14 της ίδιας Σύμβασης, στο οποίο γίνεται λόγος για διαπίστωση (και όχι απλώς για πιθανολόγηση) παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού (ΑΠ 136/2022 και ΑΠ 317/2016).

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1εδ.α ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 8, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών" (Ν. 2102/1992), καθώς και τις διαταξεις των άρθρων 1510 και 1518 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η συνήθης διαμονή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων δεν είναι αυτή των γονέων του στην Ιταλία πριν την γέννησή του, αλλά στην Ελλάδα, όπου αυτό γεννήθηκε και διαμένει και ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να επιστρέψει το τέκνο στην Ιταλία δεν συνιστά παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών, Ιταλός Υπήκοος και η καθ' ης που έχει την ελληνική ιθαγένεια τέλεσαν νόμιμο γάμο στην Ιταλία στις 1.12.2013 και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στον ...

της επαρχίας ... .... Ενώ η καθ' ης διένυε τον όγδοο μήνα της κύησης, οι διάδικοι συμφώνησαν να γεννήσει το παιδί τους στην Αθήνα, όπου μπορούσε η καθ' ης να τύχει της συμπαράστασης της πατρικής της οικογένειας και ακολούθως να επιστρέψει στην ευρισκόμενη στην Ιταλία οικογενειακή στέγη μαζί με το τέκνο τους.

Οι διάδικοι μετέβησαν στην Αθήνα, όπου η καθ' ης γέννησε στις 3.2.2016 ένα θήλυ τέκνο τη Β., το οποίο έκτοτε διαμένει με την καθ' ης στην ..., επί της οδού ... αρ. 74. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι συνήνεσε να διαμείνει το τέκνο στην Ελλάδα μέχρι τον Μάιο του έτους 2016, οπότε ανέμενε την επιστροφή της καθ' ης και του νεογέννητου τέκνου τους και ότι από τον Ιούνιο η τελευταία αποφάσισε μονομερώς να παραμείνει στην Ελλάδα μαζί με το τέκνο και έκτοτε παρακρατεί παράνομα το τέκνο στην Ελλάδα στην ανωτέρω κατοικία της χωρίς τη συγκατάθεσή του.........

Είναι γεγονός ότι το τέκνο γεννήθηκε στην Ελλάδα όχι για λόγους τυχαίους ή ανωτέρας βίας, αλλά σύμφωνα με την κοινή βούληση των διαδίκων γονέων του, προκειμένου ως προαναφέρθηκε, να τύχει η καθ' ης της συμπαράστασης της πατρικής της οικογενείας πριν τον τοκετό καθώς και κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών ζωής του τέκνου.

Επιπλέον ουδέποτε υπήρξε γεωγραφική μετακίνηση του παιδιού από ένα τόπο σε έναν άλλο. Το τέκνο έχει γεννηθεί σε κράτος μέλος (Ελλάδα) το οποίο είχε καθοριστεί με κοινή βούληση των διαδίκων και διαμένει αδιαλείπτως με την καθ' ης μητέρα του υπό την επιμέλειά της για μεγάλο χρονικό διάστημα (ήδη κατά τη συζήτηση της αίτησης 19 μήνες), ήτοι σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου στο οποίο βρισκόταν ο τόπος συνήθους διαμονής των διαδίκων - γονέων του - πριν τη γέννησή του (Ιταλία).

Συνεπώς, η αρχική πρόθεση των διαδίκων περί επιστροφής της καθ' ης και του τέκνου στο τελευταίο αυτό κράτος (Ιταλία), δεν συνεπάγεται ότι η συνήθης διαμονή του τέκνου είναι κατ' ανάγκη αυτή των γονέων του πριν τη γέννησή του. Τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της έννοιας της "συνήθους διαμονής" κατά τον Κανονισμό 2201/2003 και θα αντέβαινε στην αποτελεσματικότητα της διαδικασίας επιστροφής και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.

Συνεπώς, η άρνηση της καθ' ης να επιστρέψει με το τέκνο στην Ιταλία, δεν συνιστά "παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση" του τέκνου κατά την έννοια του άρθρου 11 του Κανονισμού..". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5, 8, 12 και 13 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης "για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών" (Ν. 2102/1992) και του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 ΑΚ., καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η συνήθης διαμονή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων είναι στην Ελλάδα, όπου γεννήθηκε και διαμένει έκτοτε και δεν μετακινήθηκε ούτε κατακρατείται παράνομα από την αναιρεσίβλητη σε τόπο όπου δεν έχει τη συνήθη διαμονή του. Και τούτο διότι, η βούληση των διαδίκων ήταν το τέκνο τους να γεννηθεί στην Ελλάδα και να διαμείνει εκεί κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του μαζί με τη μητέρα του (αναιρεσίβλητη), η δε άρνηση της τελευταίας να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο στην Ιταλία, δεν συνιστά παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση αυτού, αφού ο τόπος της συνήθους διαμονής του δεν ήταν στην Ιταλία. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1-3 ν.4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013) και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (18-9-2023), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ.8 α` του ν. 4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ. 8 β` του ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κλπ, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ.

α` του ν. 3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών κλπ, που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, ενώ το εδ.

β` της εν λόγω παραγράφου, που προέβλεπε ότι η αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης και παράστασης ενώπιον του μικτού ορκωτού δικαστηρίου κλπ, καταργήθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4689/2020, από την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΦΕΚ Α 103/27-5-2020). Περαιτέρω, με την ΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β 3578/2014) των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης κλπ, α) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές και β) στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ, μετά την παραπάνω κατάργηση του παραπάνω αναφερόμενου εδ.

β` της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3226/2004, δεν τυγχάνει εφαρμογής η ρύθμιση αυτή ότι σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), αφού μετά την κατάργηση κατά τα άνω της προβλέπουσας τη μείωση αυτή ως άνω διάταξης του εδ. β` της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3226/2004, με το άρθρο 46 του Ν. 4689/2020, ελλείπει η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση με την ΥΑ 98535/2014 της μείωσης της εν λόγω αμοιβής κατά 20%.

Τέλος, με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του ν.4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κλπ (ΑΠ 361/2023, AΠ 1317/2019, ΑΠ 974/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την 324/2022 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσίβλητης περί παροχής σ` αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν. 3226/2004, η δικηγόρος Αθηνών Σ. - Σ.

Σ., προκειμένου να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Νοεμβρίου 2022 και κατά την μετ'αναβολή ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσίβλητη απαλλάχθηκε από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004.

Από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην παραπάνω δικάσιμο η αναιρεσίβλητη παρέστη μετά της ορισθείσας ως άνω δικηγόρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 KΠολΔ), θα επιδικασθούν δε υπέρ του Δημοσίου, ταυτίζονται με την αποζημίωση της ορισθείσας ως άνω δικηγόρου της για την παράστασή της και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και ανέρχονται στο ποσό των 1.231,32 ευρώ, υπολογιζόμενο σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω (νόμιμη αμοιβή 459 ευρώ για παράσταση συν 534 ευρώ για προτάσεις, επί ΦΠΑ ποσοστού 24% ίσον 569,16 και 662,16 ευρώ, αντίστοιχα).

Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5577/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων τριάντα ενός ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (1.231,32) και επιδικάζει αυτά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ