Supreme Court dismisses appeal for vague evidence error claim without citing sworn statements' content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a labor dispute regarding lump-sum benefits. The appellant argued the lower court erred by failing to consider specific sworn testimonies submitted by the appellant, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appellant failed to specify the content of these testimonies in the appeal document, making the error claim vague and unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a procedural error regarding evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the content of the evidence in the appeal document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1796/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. συζ. Λ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μπουρνάζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1950/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4418/2019 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/2/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 22-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1582/160/08-04-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 680/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.
του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), με αριθμό 4418/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε :
α) την από 10-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2015/10-06-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ε. συζ. Λ. Λ., το γένος Ι. Β. και β) τους από 12-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11559/894/14-12-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η άνω έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά της με αριθμό 1950/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επίσης είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 24-10-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 200364/5745/18-11-2011 αγωγή, με αντικείμενο τη καταβολή της εφάπαξ παροχής, του τηρουμένου, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", ειδικού λογαριασμού.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 08-04-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-07-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 361 του Α.Κ., μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό και δη για την παροχή εφάπαξ βοηθήματος. Τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς, δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά ειδικά τους προέβλεπε, στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, η εφαρμοστέα, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου σύστασης του αναφερομένου στη συνέχεια ειδικού λογαριασμού, διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946.
Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες, κατά περίπτωση, διατυπώσεις, ούτε αποτελούν αστικές εταιρείες (Ολ. Α.Π. 9/2012, Ολ. Α.Π. 25/2008, ΑΠ 134/2016, Α.Π. 1599/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 159 του Α.Κ. : "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι, επίσης, άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας, με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή". Περαιτέρω, με το β.δ/μα από 04-05-1881 είχε ιδρυθεί και λειτουργήσει με την μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου το "Θεραπευτήριον Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", το οποίο, σύμφωνα με το π.δ/μα 305/1989 υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ/τος 2592/1953 και του ν.1397/1983 και μετετράπη σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και λειτουργούσε, έκτοτε, με την επωνυμία "Περιφερειακό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", σύμφωνα με την Υ.Α.
Α.3Β/Οικ.3766/1987. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της υπ' αριθμ. Υ4α/οικ.123908 "Ενοποιημένος Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών Ευαγγελισμός", του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Πολυκλινική" και του Ειδικού Νοσοκομείου "Οφθαλμιατρείο Αθηνών" (ΦΕΚ Β' 3515/31.12.2012), ορίστηκε ότι : "Τα λειτουργούντα υπό ενιαία διοίκηση διασυνδεόμενα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. :
α) Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ευαγγελισμός", β) Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Πολυκλινική" και γ) Ειδικό Νοσοκομείο "Οφθαλμιατρείο Αθηνών", που υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "Περί οργανώσεως της Ιατρικής Αντίληψης" (ΦΕΚ 254 Α'), αποτελούν εφεξής αυτοτελές και ενιαίο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ 41Α'), το οποίο υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, διέπεται από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου και φέρει την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών O Ευαγγελισμός ? Οφθαλμιατρείο Αθηνών - Πολυκλινική".
Ήδη, δε, με την παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4764/23-12-2020 (ΦΕΚ 256 Α') ορίστηκε ότι: "1. α) Η αποκεντρωμένη οργανική μονάδα "ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" του ενιαίου Νοσοκομείου "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" επανέρχεται σε καθεστώς αυτοτέλειας την 31.1.2021, αποτελώντας εφεξής ανεξάρτητο, αυτοτελές και αυτόνομο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) του Ε.Σ.Υ., που φέρει την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" και υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, β) Το ενιαίο και αυτοτελές Νοσοκομείο (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία : "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" μετονομάζεται από την ημερομηνία ισχύος της παρ. 1α και φέρει εφεξής την επωνυμία : "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" και υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", ενώ με την παρ. 4 ορίστηκε ότι : "4.
Το "ΕΙΔΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", καθίσταται ειδικός διάδοχος του ενιαίου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία: "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ", του οποίου αποτελούσε οργανική μονάδα, στο σύνολο των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων, που απορρέουν από οποιαδήποτε έννομη σχέση με τρίτους, που είχε αναληφθεί κατά την περίοδο οργανικής του ένταξης στο νομικό πρόσωπο "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" ...
Οι εκκρεμείς δίκες του ενιαίου και αυτοτελούς Νοσοκομείου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία : "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΟΦΘΑΛΜΙΑΤΡΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ" συνεχίζονται από κοινού από τα νέα ν.π.δ.δ. της παρ. 1, που αποτελούσαν τις οργανικές μονάδες τους".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 1388/2019).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (Α.Π. 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π. 109/2020).
Εξάλλου οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Οι από τα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. τιθέμενοι κανόνες - με τους οποίους ορίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη - εφαρμόζονται, σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία, ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, δέχθηκε ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010), ή προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και, ιδίως, στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (Α.Π. 1041/2018, Α.Π. 603/2017, Α.Π. 672/2014), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, αναιρετικά ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, κατά την διατύπωση των δηλώσεων βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν, έτσι, κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας, με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (Α.Π. 854/2020, Α.Π. 113/2017, Α.Π. 1098/2011, Α.Π. 426/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 254/2003). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, ναι, μεν, μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί, όμως, να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (Α.Π. 220/2016).
Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (Ολ.
Α.Π. 324/1978, ΑΠ 355/2020, Α.Π. 738/2018, Α.Π. 1597/2017). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 1431/2022).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή οσάκις, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018), ενώ λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην από 24-10-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 200364/5745/18-11-2011αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" την 03-09-1966, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως διπλωματούχος αδελφή νοσοκόμος και εργάστηκε έως τις 30-06-2011 οπότε και αποχώρησε, λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι την 01-01-1977, με αίτησή της, ενεγράφη στον τηρούμενο από το έτος 1953 στο εναγόμενο "Λογαριασμό Προνοίας Αδελφών του εν Αθήναις Θεραπευτηρίου Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", που σκοπό είχε την παροχή εφάπαξ βοηθήματος, κατά τη συνταξιοδότηση, στις διπλωματούχες αδελφές νοσοκόμες, οι οποίες εργάζονταν σε αυτό. Ότι το τελευταίο αρνείται να της καταβάλει, μετά τη συνταξιοδότησή της, το οφειλόμενο εφάπαξ βοήθημα, διότι την 01-06-1991 μονομερώς και αντισυμβατικά κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, σχετικά με τον τηρούμενο λογαριασμό και έπαυσε να εισπράττει τις εισφορές της, ενέργεια που η ίδια δεν αποδέχθηκε, διαμαρτυρόμενη προς αυτό.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν δέκα εννέα χιλιάδων εκατόν δέκα εννέα ευρώ και δέκα τριών λεπτών (119.119,13), που αντιστοιχεί στο εφάπαξ βοήθημα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της αποχώρησής της, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1950/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση:
α) της από 10-06-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2015/10-06-2016 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) των από 12-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11559/894/14-12-2018 πρόσθετων λόγων αυτής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4418/2019 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα [αναιρεσείουσα] προσλήφθηκε από το εναγόμενο [αναιρεσίβλητο] νοσοκομείο, που αρχικά είχε την νομική μορφή του Ν.Π.Ι.Δ.
και ήδη έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 και μετατραπεί σε Ν.Π.Δ.Δ. (το οποίο έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ν.Π.Ι.Δ.), ως διπλωματούχος αδελφή νοσοκόμος την 3-9-1966, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το εναγόμενο με την από 13-1-1953 απόφαση του Δ.Σ., ίδρυσε λογαριασμό με την ονομασία "Λογαριασμός Προνοίας Αδελφών του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός", που ενέκρινε με την ίδια απόφαση Κανονισμό Λειτουργίας του.
Με την από 4-5-1957 απόφαση του Δ.Σ., ενέκρινε το νέο κανονισμό του λογαριασμού, που συνέταξε η διοικούσα επιτροπή. Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, σκοπός του λογαριασμού είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στις αδελφές νοσοκόμους, που αποχωρούν μετά από τρία τουλάχιστον χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στο θεραπευτήριο.
Πόροι του λογαριασμού είναι, μεταξύ άλλων, κράτηση επί του μισθού των μετόχων αδελφών, η οποία με την από 1-4-1977 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου ορίστηκε σε 4% στις μηνιαίες αποδοχές τους. Η διοίκηση του λογαριασμού ασκείται από πενταμελή επιτροπή, με πρόεδρο μέλος του Δ.Σ. του εναγομένου, μέλη ένα πρώην μέλος του Δ.Σ., το γενικό διευθυντή και δύο εν ενεργεία μετόχους του λογαριασμού και γραμματέα ένα μόνιμο υπάλληλο του θεραπευτηρίου, οριζόμενο από τον γενικό διευθυντή.
Ο προϋπολογισμός και ο ισολογισμός του, καταρτίζονται από τη διοικούσα επιτροπή, αλλά εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου. Ο παραπάνω λογαριασμός δεν απέκτησε ποτέ νομική προσωπικότητα, ούτε αποτέλεσε ένωση προσώπων, για επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού ή αστική εταιρεία ή περιουσία για ορισμένο σκοπό και περιλαμβάνεται στις υπηρεσίες του εναγομένου νοσοκομείου, το οποίο με τη σύσταση και διατήρησή του προβαίνει σε πρόταση σε κάθε αδελφή νοσοκόμο, που παρέχει σε αυτό τις υπηρεσίες της, για σύναψη σύμβασης (πρόσθετης συμφωνίας), που καταρτίζεται με την αποδοχή της πρότασης αυτής από κάθε μία νοσοκόμο, η οποία εγγράφεται στο λογαριασμό και αποδέχεται τους όρους του κανονισμού.
Από τη σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο, δημιουργείται πρόσθετη υποχρέωση του εναγομένου νοσοκομείου να καταβάλει σε κάθε νοσοκόμο, μέτοχο του λογαριασμού, το παραπάνω χρηματικό βοήθημα, κατά το χρόνο αποχώρησης από το νοσοκομείο, το χρηματικό δε αυτό βοήθημα έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από πόρους, που σχηματίζονται, κατά κύριο λόγο, από τις εισφορές των μετόχων, δεδομένου ότι από τους λοιπούς πόρους, η μεν ενίσχυση εκ μέρους του εναγομένου θεραπευτηρίου είναι δυνητική, οι δε λοιποί πόροι, ήτοι δωρεές, κληροδοσίες ή κληρονομίες και οι πρόσοδοι της περιουσίας του λογαριασμού, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο, για το χαρακτηρισμό του βοηθήματος, ως αμιγώς ανταποδοτικού ή μη, αφού δεν προβλέπεται μόνιμη και σταθερή καταβολή τους, οι εργαζόμενοι δε που λαμβάνουν μεγαλύτερες αποδοχές και υποβάλλονται σε υψηλότερες κρατήσεις, δικαιούνται υψηλοτέρου βοηθήματος, όπως τούτο ορίζεται ευθέως στις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 5 του κανονισμού, κατά τις οποίες, οι μέτοχοι του λογαριασμού, που αποχωρούν από την υπηρεσία θα λαμβάνουν ποσό ίσο προς τόσους μηνιαίους μισθούς, όσα τα έτη υπαγωγής τους στην ασφάλιση, μισθός δε νοείται ο μέσος όρος των αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών, πριν από την έξοδό τους, επί των οποίων ενεργήθηκαν κρατήσεις.
Συναρτάται, επομένως, άμεσα το δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος με την καταβολή των εισφορών μέχρι την έξοδο των μετόχων από το λογαριασμό, αφού ακόμη και για τον προσδιορισμό του ύψους αυτού, λαμβάνεται υπόψη, ως μισθός, ο μέσος όρος, όχι απλά των αποδοχών των 12 τελευταίων μηνών πριν από την έξοδο, αλλά εκείνων των αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος επί των οποίων πραγματοποιήθηκαν κρατήσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του κανονισμού του λογαριασμού αυτού, η συμμετοχή στο λογαριασμό είναι προαιρετική και γίνεται μετά από υπεύθυνη δήλωση της ενδιαφερομένης, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι αυτή έχει λάβει γνώση των διατάξεων του κανονισμού. Από τη σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω άρθρο, κάθε εργαζομένη μπορεί να αποχωρήσει, υποβάλλοντας υπεύθυνη δήλωση, το εναγόμενο δε της επιστρέφει τις εισφορές της άτοκα, χωρίς να δικαιούται άλλο βοήθημα.
Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται, όμως, εφόσον μάλιστα δεν ορίζεται ρητά, ο έγγραφος τύπος, ως συστατικός της δήλωσης περί διαγραφής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, που αποχώρησε από την υπηρεσία της, λόγω συνταξιοδότησης την 30-6-2011, με αίτησή της, που υπέβαλε την 1-1-1971, ζήτησε και εγγράφηκε στον ανωτέρω λογαριασμό συνάπτοντας, έτσι, την ανωτέρω αναφερόμενη σχετική σύμβαση, η οποία εξελίχθηκε ομαλά μέχρι την 1-6-1991.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι από την 1-6-1991, λόγω οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε ο ειδικός λογαριασμός, το εναγόμενο έπαυσε τις κρατήσεις από τη μισθοδοσία των εγγεγραμμένων σε αυτόν το λογαριασμό, διακόπτοντας κατ' ουσία τη λειτουργία του και καταγγέλλοντας, με τον τρόπο αυτό, τη σύμβαση της ενάγουσας και των λοιπών εργαζομένων, που είχαν συμβληθεί με το λογαριασμό.
Ήδη, κάποιες αδελφές νοσοκόμες είχαν υποβάλλει έγγραφη αίτηση διαγραφής τους από το λογαριασμό και διαγράφηκαν, με ταυτόχρονη παύση των κρατήσεων επί των αποδοχών τους. Η ενάγουσα δεν υπέβαλε ποτέ έγγραφη αίτηση περί διαγραφής της, πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι, μετά την διακοπή της λειτουργίας του λογαριασμού, την 1-6-1991 αυτή αποδέχθηκε την παύση για παρακράτηση, εκδηλώνοντας έτσι τη βούλησή της για διαγραφή από το λογαριασμό, γεγονός που συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματός της για λήψη του εφάπαξ βοηθήματος.
Ειδικότερα, ουδόλως αντιτάχθηκε, μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, σε αυτήν την ενέργεια του εναγομένου, είτε αποστέλλοντας εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία να ζητά τη συνέχιση της λειτουργίας του, προσφέροντας ταυτόχρονα την εισφορά της, είτε ασκώντας κάποιο σχετικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο να προσβάλει την καταγγελία αυτή, ώστε να κριθεί η ισχύς της και οι συνέπειες αυτής από το αρμόδιο δικαστήριο.
Αντίθετα, μετά την παύση αυτή της παρακράτησης των εισφορών, η ενάγουσα, μαζί και με άλλες εργαζόμενες, κατέθεσαν την από 11-3-1993 και με αριθμό κατάθεσης 1428/1993 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η ενάγουσα αιτήθηκε με την αγωγή αυτή την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος, επικαλούμενη ότι έχει διαγραφεί από το λογαριασμό αυτό.
Από την επιλογή αυτής της ενέργειας συνάγεται ότι η ενάγουσα αναζήτησε τρόπο να εισπράξει το βοήθημα που της αναλογούσε, πριν τη συνταξιοδότησή της, αποδεχόμενη τη διακοπή του λογαριασμού. Ούτε, όμως, και μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης, επί της ανωτέρω αγωγής, η ενάγουσα προχώρησε σε κάποια άλλη ενέργεια δικαστική ή εξώδικη, για να διεκδικήσει τη συνέχιση της σύμβασης, ανάμεσα σε αυτήν και το εναγόμενο, παρά μόνο το έτος 1999, ήτοι οκτώ έτη μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, απέστειλε στο διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, μαζί με άλλες νοσοκόμες την από 17-3-1999 επιστολή.
Με το περιεχόμενο δε αυτού του εγγράφου, οι υπογράφουσες αυτήν ζητούν από το εναγόμενο να καταβάλει στις νοσοκόμες, που αποχωρούν, χωρίς κάποιο ειδικότερο προσδιορισμό, το εφάπαξ βοήθημα. Σε κανένα όμως σημείο του εγγράφου αυτού δεν περιλαμβάνουν κάποιο ειδικότερο αίτημα, σχετικά με τη δική τους συμβατική σχέση, ήτοι να αιτούνται για τον εαυτό τους τη συνέχιση της σύμβασης, προσφέροντας ταυτόχρονα την εισφορά τους.
Έτσι, η μη καταβολή εισφορών με τη μορφή κρατήσεων, που έλαβε χώρα με γνώση και αποδοχή της ενάγουσας, συνεπάγεται και απώλεια του δικαιώματός της για λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, αφού προϋπόθεση για την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος είναι η κράτηση των εισφορών μέχρι την έξοδο της εργαζομένης από την υπηρεσία.
Η αντίθετη δε εκδοχή θα οδηγούσε σε ευθεία παράβαση του απορρέοντος από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 5 του κανονισμού κανόνα της αναλογίας του μεγέθους του εφάπαξ βοηθήματος προς τις καταβληθείσες εισφορές ....". Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο ειδικότερα ότι, εκτός του ότι ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, για τη δήλωση αποχώρησης από τον εν λόγω λογαριασμό προνοίας των αδελφών νοσοκόμων, έχει αποδεικτικό κι όχι συστατικό χαρακτήρα "...
η αξίωση της αναιρεσείουσας για τη λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, δεν είναι πλέον απαιτητή, διότι η δικαιοπραξία για την αποχώρησή της από το λογαριασμό εκπληρώθηκε με την επί μακρά σειρά ετών (20 έτη) και εν γνώσει και των δύο διάδικων μερών μη παρακράτηση εισφορών, επί των αποδοχών της ενάγουσας επί του λογαριασμού ...".
Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 160 και 361 του Α.Κ. και του άρθρου 1 παρ. 3 του Κανονισμού Λειτουργίας του παραπάνω λογαριασμού, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι, δηλαδή ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος ως προς τη δήλωση αποχώρησης, έχει συστατικό χαρακτήρα και ότι, συνεπώς, εφόσον αυτή δεν είχε υποβάλλει εγγράφως σχετική υπεύθυνη δήλωση περί αποχώρησής της από τον επίδικο λογαριασμό, αλλά αντίθετα, αντέδρασε στην παύση λειτουργίας του και στην αυτόβουλη και αυθαίρετη ενέργεια του αναιρεσιβλήτου περί παύσης παρακράτησης των εισφορών της, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι ναι μεν στο άρθρο 1 παρ. 3 του κανονισμού ορίζεται ότι κάθε συμμετέχουσα στον λογαριασμό μπορεί να αποχωρήσει, εφόσον το δηλώσει με υπεύθυνη δήλωσή της, ωστόσο, όμως, με την διάταξη αυτήν δεν καθιερώνεται, εφόσον δεν ορίζεται ρητά, ο έγγραφος τύπος, ως συστατικός της δήλωσης περί διαγραφής, ώστε το κύρος της να επηρεάζεται από την τήρηση ή μη αυτού.
Ομοίως, σε συνάφεια και συνάρτηση με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, ο ένατος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι δηλαδή η καταγγελία της επίδικης σύμβασης, ως μη περιβληθείσα τον έγγραφο τύπο, όπως απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του ν.δ/τος 496/1974 "Περί Κώδικος Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", είναι άκυρη και δεν επέφερε την απώλεια του δικαιώματός της για τη λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι, συνεπεία τούτου, απορριπτέος.
Και τούτο διότι οι διατάξεις αυτές, δεν τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής, καθώς αναφέρονται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες από επαχθή αιτία κυρίως για την προμήθεια αγαθών, που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, συμβάσεις, ο οποίος, πράγματι, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ., άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή, κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα, ως μη γενόμενη (Α.Π. 430/2015).
Δεν εφαρμόζονται, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, που επήλθε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, με την παύση από το αναιρεσίβλητο των κρατήσεων από τη μισθοδοσία της εγγεγραμμένης στον λογαριασμό αυτό αναιρεσείουσας, διακόπτοντας κατ' ουσία την λειτουργία του, η οποία γνωρίζοντας και αποδεχόμενη την παύση της παρακράτησης των εισφορών της, εκδήλωσε την βούλησή της για διαγραφή της από τον λογαριασμό.
Εξάλλου, υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης αίτησης έβδομος και ένατος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δέκατος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου (ανεξάρτητα από την μη αναφορά, για το ορισμένο του λόγου αυτού, των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και του περιεχομένου αυτών, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου).
Περαιτέρω, με τους ενιαία εξεταζόμενους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την αναζήτηση της αληθινής έννοιας των όρων του Κανονισμού Λειτουργίας του επίμαχου λογαριασμού προνοίας και, ειδικότερα, ως προς τον τρόπο αποχώρησης των ασφαλισμένων από τον λογαριασμό, ήτοι ως προς το εάν ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, ως προς την δήλωση αποχώρησης ασφαλισμένης νοσοκόμας, έχει ή όχι συστατικό χαρακτήρα και ως προς την λύση της επίδικης σύμβασης δια καταγγελίας από το αναιρεσίβλητο, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο και αντίθετο στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ερμηνευτικό πόρισμα.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν ερμήνευσε τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων μερών, ούτε διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας σχετικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα, έτσι ώστε, να έπρεπε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της απόφασης, ορθώς δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Ειδικότερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Εφετείο έμμεσα διαπίστωσε κενό, ως προς την αληθινή δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, καθόσον δέχθηκε μεν ότι ο, με τον Κανονισμό Λειτουργίας του λογαριασμού προνοίας, καθιερούμενος έγγραφος τύπος, για την δήλωση αποχώρησης/διαγραφής από αυτόν είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός, δεν στήριξε, όμως την απόφασή του στην κρίση αυτή, αλλά (βλ.
και άρθρο 159 εδ. τελ. ΑΚ) στο γεγονός ότι η δικαιοπραξία για την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από τον λογαριασμό και ανεξάρτητα από την τήρηση του εγγράφου τύπου, εκπληρώθηκε εν γνώσει της έλλειψής του από τα μέρη, με την επί μακρά σειρά ετών (20 έτη), με σιωπηρή συμφωνία αμφοτέρων, μη παρακράτηση εισφορών επί των αποδοχών της αναιρεσείουσας επί του λογαριασμού (πρβλ.
Α.Π. 134/2016), ενώ όσον αφορά την λύση της επίδικης σύμβασης δια καταγγελίας από το αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ότι από την 01-06-1991 και μέχρι την συνταξιοδότηση της αναιρεσείουσας, έπαυσε να παρακρατεί εισφορές, στην ενέργειά του δε αυτή δεν προέβη μονομερώς και αυθαίρετα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Αντίθετα, δέχθηκε ότι η τελευταία δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη παρακράτηση εισφορών, ούτε αξίωσε από το αναιρεσίβλητο να προβαίνει στις σχετικές κρατήσεις, αλλά γνωρίζοντας και αποδεχόμενη την παύση της παρακράτησης επί των αποδοχών της, εκδήλωσε την βούλησή της για διαγραφή από τον λογαριασμό, μη υπέχουσα έκτοτε υποχρέωση καταβολής εισφορών, αλλά και μη διατηρούσα, ταυτόχρονα, δικαίωμα λήψης εφάπαξ παροχής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση για την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού ήταν η κράτηση εισφορών μέχρι την έξοδό της από την υπηρεσία.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 790/2020, Α.Π. 85/2020). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 469/1984, Α.Π. 1372/2021, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 87/2013), αλλά ούτε και οι αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014). Τέλος, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (Α.Π. 76/2022, Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 728/2010) όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρο 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό περί δεδικασμένου, τον οποίο επανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της και που απέρρε από τη με αριθμό 7041/1995 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών το οποίο απέρριψε την προγενέστερη της παρούσας αγωγή της, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι το σχετικό δικαίωμα για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος είχε ασκηθεί πρόωρα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται αγωγή, ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (Α.Π. 1445/2018, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 2153/2013, Α.Π. 2076/2006) και συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ήταν ουσιώδης για την επίλυση της διαφοράς.
Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία αυτή είχε προτείνει με την ένδικη αγωγή της και την έφεσή της και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό της ισχυρισμό για παρακράτηση της εισφοράς της, με βάση της σύμβαση εκχώρησης, που είχε συνάψει με το αναιρεσίβλητο σύμφωνα με την οποία του εκχώρησε το δικαίωμά της να παρακρατεί μονομερώς από τον μηνιαίο μισθό της τις κρατήσεις για τον επίδικο Λογαριασμό, χωρίς καμία σύμπραξη, έγκριση ή συμμετοχή της. Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προκύπτει από τα ιστορούμενα στο αγωγικό και στο εφετήριο δικόγραφο, ουδόλως περιέχονται με πληρότητα τα απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ, στοιχεία του άρθρου 455 του Α.Κ. Εφόσον, λοιπόν, ο ισχυρισμός της αυτός ήταν αόριστος και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί ειδικά επ' αυτού, δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ο οποίος, κατόπιν αυτού, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Επίσης, με τον πέμπτο από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφασή την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι το αναιρεσίβλητο κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση και μάλιστα, λόγω οικονομικών προβλημάτων, μολονότι αυτό δεν προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας τους παραπάνω ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, η ίδια η αναιρεσείουσα στην αγωγή αναφέρεται ότι το αναιρεσίβλητο μονομερώς κατήγγειλε την σύμβαση αυτή (σελ. 4 της αγωγής), ενώ τα αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι, δηλαδή, ο λόγος παύσης των κρατήσεων ήταν τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ειδικός λογαριασμός, δεν ήταν κρίσιμα και ουσιώδη, ως προς τη συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου, δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε (αυτοτελής ισχυρισμός), αλλά πρόκειται για επιπρόσθετο επιχείρημα, για την υποστήριξη της κρίσης του περί διακοπής της λειτουργίας του λογαριασμού και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης .
Τέλος, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί του ότι αυτή εκδήλωσε την βούλησή της για διαγραφή από τον επίδικο λογαριασμό χωρίς, όμως, ο ισχυρισμός αυτός να καταχωρηθεί στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο σχετικός ισχυρισμός δεν συνιστά ένσταση, όπως τον χαρακτηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά πρόκειται για αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό ότι ουδέποτε αποδέχθηκε την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου στις 1.6.1991 μονομερή καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας συμβάσεως (βλ. σελ. 4 αγωγής) και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ερευνώμενοι δεύτερος, πέμπτος, έκτος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους διατυπώνονται οι από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους, σύμφωνα με τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 23/2008, Ολ. Α.Π. 8/2016). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά, αρκεί το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 14/2005, Ολ. Α.Π. 42/2002). Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και, επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η δε έλλειψη της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 767/2011).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους και υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Ολ. Α.Π. 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο : α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ.
Α.Π. 1990/1982, Ολ. Α.Π. 8/2016, Α.Π. 960/2017, Α.Π. 1264/2017, Α.Π. 1409/2015, Α.Π. 1185/2010). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης, είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 487/2022, 172/2020, Α.Π. 1037/2010, Α.Π. 336/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να λάβει υπόψη τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Κ. Χ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κρίσιμη για την απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών, που λήφθηκε με επιμέλειά της, ύστερα από τη μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης με αριθμό 5532Γ'/02-04-2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Φ. και την οποία (ένορκη βεβαίωση) νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις έγγραφες προτάσεις της, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και τις με αριθμό 477/2019 και 478/2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Γ. και Μ. Π., που αφορούν ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια της ένδικης υπόθεσης, ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης κλήσης με αριθμό 1395/2019.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων, όπως δόθηκε από τις μάρτυρες αυτές, αλλά, αντ' αυτού, επικαλείται στο αναιρετήριο τα θεμελιωτικά της αγωγής της πραγματικά περιστατικά, ούτε άλλωστε ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της να προσκομίσει τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις αναγκαίες, όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί και η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και εντεύθεν η βασιμότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου, είναι απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-02-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1582/160/08-04-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 680/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4418/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ