1796/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1796/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν είτε από ειδικό πληρεξούσιο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1796/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Δ. Θ., κατοίκου ... ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 64/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18-5-2018 και με αριθ.2/2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 690/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 18-5-2018και με αρ.2/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.64/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία η αναιρεσείουσα Π. Δ. καταδικάστηκε κατ' έφεση για παράβαση του άρθρου 79 ν.5960/1933 σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία,έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως ,αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο (αρθρ.473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 11-5-2018 και επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ` ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης.
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν είτε από ειδικό πληρεξούσιο.
Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις".
Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95 "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους".
Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.
Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας.
Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του.
Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας (Ολ ΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής.
Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.
Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ.
γ ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 27 παρ. 7 του Ν 3604/2007: "Τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου υπογράφονται από τον πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο που ορίζεται προς τούτο από το καταστατικό. Αντίγραφα των πρακτικών εκδίδονται επισήμως από τα πρόσωπα αυτά, χωρίς να απαιτείται άλλη επικύρωσή τους".
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. εγκύρως εκδίδει αντίγραφα των πρακτικών του Δ.Σ. και για τα αντίγραφα αυτά δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του προέδρου(ΑΠ 1797/2016,ΑΠ 461/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι.
Περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο, επί εγκλήματος που διώκεται κατ` έγκληση, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά το ότι η έγκληση υποβλήθηκε απαραδέκτως (περ. δ). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ,όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης προέβαλε τον ισχυρισμό περί μη νομότυπης υποβολής της από 26/3/2012 έγκλησης της ανώνυμης εταιρίας "... ... ΑΕ" διότι υποβλήθηκε από το δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Δαλιάνη, δυνάμει του από 27/3/2012 με αριθ. 55 πρακτικού του Δ.Σ της εταιρίας, υπογεγραμμένου από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ, δίχως βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από αρμόδια δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο ,σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠΔ, κατά ρητή παραπομπή του άρθρου 46 ΚΠΔ.
Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή δεχόμενο ότι δεν απαιτείτο για το κύρος της παρεχόμενης πληρεξουσιότητας-εντολής προς τον εξουσιοδοτούμενο δικηγόρο βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρίας. Ειδικότερα , δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Η από 26-3-2012 έγκληση της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ... ..." κατά της κατηγορουμένης Π.
Δ. υποβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την 9-4-2012 υπό του δικηγόρου Αθηνών Ανδρέα Δαλιάνη, καθώς ο τελευταίος είχε προς τούτο εξουσιοδοτηθεί εγκύρως δυνάμει του 55/27-3-2012 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρίας, υπογραφέντος υπό του συνόλου των μελών του δσ και του προέδρου της ανωτέρω εταιρίας μη απαιτουμένης ως εκ τούτου βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής για το κύρος της παρεχόμενης πληρεξουσιότητας-εντολής προς αυτόν, κατ' άρθρα 42 παρ.2 46 ΚΠΔ.
Παρότι, δηλαδή, δεν πρόκειται για υποκατάστατο πρόσωπο κατ' άρθρο 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 Ν.2190/1920, καθώς δεν υπάρχει πρόβλεψη στο δημοσιευθέν στο ΦΕΚ υπ' αριθ.101157/24-9-2012 καταστατικό της ανωτέρω εταιρίας περί αναθέσεως συγκεκριμένων καθηκόντων σε μη μέλος της ΑΕ (βλ. άρθρο 19 παρ. 2 του καταστατικού), αλλά για πληρεξούσιο -εντολοδόχο, πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την παραδεκτή υποβολή της έγκλησης από τον ανωτέρω δικηγόρο, καθώς το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, δεν απαιτείται να φέρει βεβαίωση της υπογραφής του ¨εντολέως¨ και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, καθώς έχει υπογραφεί από τον πρόεδρο του ΔΣ, κατ' άρθρο 20 παρ.8 Ν.2190/1920." Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, εφόσον ο εξουσιοδοτηθείς δικηγόρος δεν ήταν υποκατάστατο πρόσωπο του ΔΣ της εταιρίας ,αλλά τρίτος προς τον οποίο το όργανο της εταιρίας ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα να ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής, δηλαδή ως απλός πληρεξούσιος ή εντολοδόχος, ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό προς αυτόν έγγραφο (πρακτικό), που υποβλήθηκε μαζί με την έγκληση να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από αρχή ή δικηγόρο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2του ΚΠΔ .Ενόψει του ότι τέτοια βεβαίωση δεν υπήρχε, η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως ,η δε ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης για την παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν 5960/1933 ήταν απαράδεκτη .Άλλο βέβαια είναι το θέμα ότι ο πρόεδρος του ΔΣ έχει τη δυνατότητα να εκδίδει εγκύρως αντίγραφα των πρακτικών, για τα οποία δεν απαιτείται βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του προέδρου (αρθρ. 20 παρ.8 Ν.2190/1920), ζήτημα για το οποίο δεν πρόκειται στην εξεταζόμενη περίπτωση.
Συνεπώς, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα ένσταση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής δίωξης και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και στην καταδίκη της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, υπερέβη την εξουσία του και εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' και Ε' λόγων αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 517 παρ.2 ΚΠΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση για υπέρβαση εξουσίας του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ.δ', όπως όταν το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρα 41 και 46), δεν αναπέμπεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο αλλά ο Άρειος Πάγος κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση που δεν υπάρχει νομότυπη έγκληση, πρέπει, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη για την πράξη της παράβασης του αρθρ. 79 παρ.1 Ν.5960/1933.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 64/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά της Π. Δ. ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 Ν 5960/1933.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2018
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ