1796/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1796/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1796/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Τ. του Α., 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., 3) Θ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Μ. Γ. Τ., 5) Μ. χήρας Γ. Β., το γένος Φ. Ζ., 6) Ι. Μ. Κ., 7) Ε. Σ. του Λ., κατοίκων ..., 8) Ε. συζύγου Δ. Γ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., 9) Σ. συζύγου Γ. Α., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 10) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 11) κληρονόμων Ι. Κ. του Δ.: α) Χ. συζύγου Ε. Γ., το γένος Ι. Κ., β) Α. Ι. Κ., γ) Κ. Ι. Κ., δ) Μ. συζύγου Ν. Χ., το γένος Ι. Κ., ε) Δ. Ι. Κ., στ) Ε. συζύγου Ν. Δ., το γένος Ι. Κ., 12) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 13) Γ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., 14) κληρονόμων Μ. Κ.: α) Δ. Μ. Κ., β) Μ. χήρας Μ. Κ., γ) Ε. Μ. Κ., δ) Γ. Μ. Κ., 15) Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 18) κληρονόμων Σ. Π.: α) Κ. Σ. Π., β) Ε. συζύγου Κ. Μ., το γένος Σ. Π., γ) Γ. χήρας Δ. Γ., το γένος Σ. Π. και δ) Α. συζύγου Ν. Π., το γένος Σ. Π., 19) Α. Τ. του Ι., το γένος Γ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Αμοναχάκη. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "Περιφέρεια Κρήτης", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ... ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ηρακλείου, η οποία αποτελούσε ειδική και καθολική διάδοχο του Νομαρχιακού Ταμείου Ηρακλείου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδοσία Πετράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-1990 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ης, 6ου, 7ου, 8ης, 9ης, 10ου, 12ου, 13ου, 15ου, 16ου, 17ου, 19ης αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων Ι. Κ., Μ. Κ. και Σ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 31-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23-5-1990 αγωγή τους κατά του Νομαρχιακού Ταμείου Ηρακλείου, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου και ήδη το αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Κρήτης", οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα εξ αυτών το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό ως αποζημίωση λόγω της εις βάρος τους αδικοπραξίας, συνισταμένης στην παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη μέρους των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων τους, κατά την γενόμενη κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 1983 διάνοιξη και διαπλάτυνση επαρχιακής οδού. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, λόγω συμπληρώσεως (εν επιδικία) της πενταετούς παραγραφής που προβλέπεται για την επίδικη αξίωση στο άρθρο 937 του Α.Κ.. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία δε αυτή απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1 και 49 του ν.δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", που εφαρμόζονται και εν προκειμένω, ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον δεν ορίζεται άλλως, από το εν λόγω διάταγμα, είναι πέντε ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.Α.Π.24/2003, Α.Π.1730/2010, 832/2008).
Επίσης, από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις προκύπτει ότι αν οι από την αδικοπραξία επιζήμιες συνέπειες επέρχονται εξακολουθητικώς και προϊόντος του χρόνου, τότε η αξίωση προς αποκατάστασή τους, δεν αναγεννάται σε κάθε επέλευση επιζημίου συνεπείας, αλλά γεννήθηκε άπαξ όταν άρχισαν να αναδύονται οι εκ της αδικοπραξίες επιζήμιες συνέπειες, έκτοτε δε, εφόσον υφίστανται και οι λοιπές προϋποθέσεις της γνώσεως της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου εκ μέρους του δικαιούχου παθόντος, αρχίζει η πενταετής παραγραφή της προς αποζημίωση αξιώσεως τόσο για τις ζημίες που επήλθαν όσο και για εκείνες που θα επέλθουν στο μέλλον και είναι προβλεπτή η επέλευσή τους, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Αν από την αδικοπραξία δημιουργήθηκε κατάσταση που αντιτίθεται στο δικαίωμα εκείνου που υφίσταται τη ζημία, η διάρκεια της καταστάσεως αυτής δεν επηρεάζει το χρόνο γεννήσεως της αξιώσεως προς αποζημίωση, διότι δεν αναγεννάται η αξίωση αυτή εξακολουθητικώς μαζί με τις αναπτυσσόμενες στο χρόνο επιζήμιες συνέπειες.
Η διάρκεια δε αυτή έχει σημασία για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 298 Α.Κ. περιλαμβάνει και τη μελλοντική πιθανή ζημία που μπορεί να εξευρεθεί με υπολογισμό (Ολ.Α.Π.4/1988, Α.Π.332/2014, 674/2013, 1319/1990, 1257/1984). Επιπροσθέτως, από τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και ότι η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, συνάγεται ότι αν η παραγραφή διεκόπη με την άσκηση της αγωγής, η αυτή παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με την διακοπείσα, αρχίζει σε κάθε περίπτωση αμέσως μετά την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι’ αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (Α.Π. 61/2013, ΑΠ 74/2013).
Έτσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή, αν οι διάδικοι απρακτούν, μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, δηλαδή, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με την παραγραφή, που διακόπηκε (Α.Π. 1667/2014). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.Α.Π.4/2005 και 7/2006).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Έτσι, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 13/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Τον Ιούλιο του έτους 1983 το τότε Νομαρχιακό Ταμείο Ηρακλείου, υπηρεσία της... Νομαρχίας Ηρακλείου, καθολική και ειδική διάδοχος του οποίου...υπήρξε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου και ήδη...
μετά την κατάργηση και της τελευταίας...η Περιφέρεια Κρήτης (Ν.Π.Δ.Δ.), προέβη σε διάνοιξη και διαπλάτυνση της επαρχιακής οδο ......Κατά την διάνοιξη και διαπλάτυνση αυτής ενεργούσα δια των αρμοδίων οργάνων της κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα τα παρακάτω αναφερόμενα τμήματα των ακινήτων των εναγόντων, που βρίσκονται στη κτηματική περιφέρεια της τέως κοινότητας Ρ.
Κ., καθόσον διήλθε μέσω αυτών η ρηθείσα οδός, τα οποία και ασφαλτόστρωσε, με αποτέλεσμα αυτά να αποτελούν πλέον τμήματα της άνω δημοσίας οδού, που κατέστη κοινόχρηστη, δοθείσα στη κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής και να είναι ανέφικτη η αυτούσια παράδοσή τους στους ενάγοντες κυρίους τους, λόγω καταστροφής τους, με τον τρόπο δε αυτό υπέστησαν την αναφερόμενη ζημία έκαστος, γεγονός μάλιστα που συνομολογείται από το εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του.
Ειδικότερα απέκοψε...(παρατίθενται αναλυτικώς η καταπατηθείσα έκταση από το ακίνητο εκάστου των εναγόντων, και η κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής αξία αυτής και των εντός αυτής φυομένων ελαιοδένδρων)...Προς τούτο οι άνω ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 23-5-1990 αγωγή τους εναντίον του Νομαρχιακού Ταμείου Ηρακλείου, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του άνω Δικαστηρίου την 25-5-1990 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής η 7-11-1990.
Αντίγραφο της άνω αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της επιδόθηκε στο τότε εναγόμενο την 30-5-1990....Η άνω αξίωση των εναγόντων, πηγάζουσα εκ της αδικοπραξίας των οργάνων του εναγομένου, υπάγεται στην πενταετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 937 Α. Κ. και εκείνης των διατάξεων των άρθρων 48 και 49 Ν.
Δ/τος 496/1974 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π.", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, που εναγόμενο είναι Ν.Π.Δ.Δ. της αποκεντρωμένης διοίκησης...παραγραφή η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Η ζημιογόνος συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου έλαβε χώρα, ως προελέχθη τον Ιούλιο του 1983, οπότε και οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς τους, με την οποία και δημιουργήθηκε η παραπάνω αναφερόμενη ζημιογόνος κατάσταση σε καθένα εξ αυτών, πλην όμως η παραγραφή της άνω αξιώσεώς τους δεν αρχίζει από το τέλος του έτους αυτού (1983) της γνώσεως της ζημίας, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθούσε να υφίστατο η κατάσταση αυτή (ζημιογόνος) και να προκαλεί σε αυτούς ζημιά, για τη ζημία που αυτοί υφίστανται από τη διατήρηση της κατάστασης αυτής και την (υπαίτια) παράλειψη του τότε εναγομένου, να ενεργήσει προς άρση της, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη σχετικά αναφέρονται.
Έτσι κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής (30-5-1990), η με αυτήν αξίωση των εναγόντων προς αποζημίωση, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου, δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που ορίζεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθόσον όλο αυτό το χρονικό διάστημα το τελευταίο παρέλειπε να άρει την εκ μέρους του δημιουργηθείσα επιζήμια κατάσταση στους ενάγοντες, από την διατήρηση της οποίας εξακολουθούσε να προκαλείται ζημία στους ενάγοντες, απορριπτομένου του σχετικού περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, λόγω παρέλευσης πενταετίας από το χρόνο τελέσεως της πράξεως μέχρι της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής, ισχυρισμού του εναγομένου.
Με την άσκηση όμως της ένδικης αγωγής (30-5-1990) διεκόπη η παραγραφή της με αυτήν αξιώσεως των εναγόντων κατ’ άρθρο 51 Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π.", αλλά και άρθρο 261 Α.Κ., οπότε και άρχισε νέα (πενταετής) παραγραφή αυτής. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 7-11-1990 η συζήτησή της (αγωγής) ματαιώθηκε.
Από της ματαιώσεώς της και μέχρι την 13-11-2007 που οι ενάγοντες επανέφεραν προς συζήτηση αυτήν με την κατάθεση της από 12-11-2007 ...κλήση τους, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 7-5-2008 και επιδόθηκε στο εναγόμενο την 15-11-2007..., ουδεμία άλλη διαδικαστική πράξη σε σχέση με την αγωγή αυτή έλαβε χώρα. Έτσι από την τελευταία διαδικαστική πράξη που έλαβε χώρα σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή, ήτοι την ματαίωση της κατά τη δικάσιμο της 7-11-1990, μέχρι την 15-11-2007 οπότε και επιδόθηκε κατά τα άνω η κλήση για συζήτηση αυτής (αγωγής), παρήλθε χρόνος άνω των δεκαεπτά ετών, ο οποίος υπερβαίνει το χρόνο της πενταετούς παραγραφής που ορίζεται για την ένδικη αξίωση της αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 937 Α.Κ. , 48 και 49 Ν.
Δ/τος 496/1974, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του εναγομένου, αλλά και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 Ν. Δ/τος 496/1974, που εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατά το οποίο παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ν.Π.Δ.Δ., λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ρύθμιση που δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ....Οι ενάγοντες περαιτέρω...ισχυρίζονται ότι η αξίωσή τους δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον η παράλειψη του εναγομένου να άρει την παράνομη κατάσταση που το ίδιο δημιούργησε, εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεώς τους προς αποζημίωση για την εξακολουθητική ζημία που υπέστησαν, η οποία εξακολουθεί να συντελείται μέχρι και σήμερα.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ναι μεν μέχρι της εγέρσεως της αγωγής η ένδικη αξίωσή τους δεν είχε υποπέσει, όπως παραπάνω αναφέρεται, στη ρηθείσα πενταετή παραγραφή, από της εγέρσεως όμως της αγωγής, που η παραγραφή διεκόπη για τις αιτούμενες με αυτήν (αγωγή) αξιώσεις αποζημιώσεως, που ήταν ήδη κατά το χρόνο εγέρσεώς της υφιστάμενες, ήτοι γεγενημένες και απαιτητές, άρχισε νέα πενταετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών, οι οποίες παραγράφηκαν εν επιδικία κατά τα προεκτεθέντα.
Οι ενάγοντες εξάλλου προέβαλαν με την προσθήκη-αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της άνω ενστάσεως του εναγομένου την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής και της επιμήκυνσής της σε εικοσαετή, λόγω αναγνωρίσεως εκ μέρους του εναγομένου της ένδικης αξίωσής τους (873 Α.Κ.) κατά τον αναφερόμενο ειδικότερο τρόπο, ισχυρισμό που επαναφέρουν με τους δεύτερο και τρίτους λόγους της έφεσής τους....
Η αναγνώριση της αξίωσης, με οποιαδήποτε τρόπο εκ μέρους του εναγομένου αποτελεί μεν διακοπτικό της παραγραφής λόγο, κατ’ άρθρο 260 Α.Κ. δεν αποτελεί όμως γενεσιουργό λόγο ενοχής, όπως συμβαίνει με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 873 ΑΚ, και ως εκ τούτου δεν επιμηκύνεται η άνω παραγραφή στην εικοσαετή, στην οποία υπάγονται οι αξιώσεις του άρθρου 873 Α.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, συνιστά όμως λόγο διακοπής της παραγραφής, ώστε από της αναγνωρίσεως της ένδικης αξιώσεως εκ μέρους του εναγομένου να αρχίζει νέα ισόχρονη (πενταετή παραγραφή).
Όπως αποδείχθηκε το εναγόμενο με την υπ’ αριθ. ...7-1991 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, απεδέχθη σχετικό αίτημα των εναγόντων ιδιοκτητών και ενέκρινε την απευθείας εξαγορά των καταληφθέντων ακινήτων τους από τη διαπλάτυνση του δρόμου "...", που βρίσκονται στην περιοχή Ρ. Κ. και αναφέρονται στις σχετικές τρεις αγωγές τους, που εκκρεμούν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μοιρών, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (ένδικη) και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αντίστοιχα.
Απέστειλε δε προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ηρακλείου το υπ’ αριθ. πρωτ. ...12-9-1991 έγγραφο, το οποίο κοινοποίησε και προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, σύμφωνα με το οποίο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξαγορά των ακινήτων των εναγόντων που αποφασίστηκε με την ρηθείσα απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου, μετά των επικειμένων τους, ζήτησε τον ορισμό μηχανικού της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. Ηρακλείου, ώστε εντός του απόλυτα αναγκαίου χρονικού διαστήματος να αποτυπώσει ευκρινώς τις καταληφθείσες ιδιοκτησίες των δικαιούχων και να συντάξει τα σχετικά διαγράμματα καθώς και τον κτηματολογικό πίνακα με τα ονόματα των δικαιούχων ιδιοκτητών τα οποία να υποβάλλει το συντομότερο δυνατό στην υπηρεσία του εναγομένου, ενώ η ίδια απόφαση (...7-1991) του Δ.Σ.
του τελευταίου κοινοποιήθηκε με το υπ’ αριθ. πρωτ. ...20-8-1991 έγγραφο προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, για τις δικές της ενέργειες. Με τη ρηθείσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του τότε εναγομένου που λήφθηκε την 24-7-1991 και περιήλθε εις γνώση των εναγόντων, καθόσον κοινοποιήθηκε κατά τα άνω στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, το εναγόμενο αναγνώρισε σαφώς την ένδικη αξίωση των εναγόντων προς αποζημίωση ως υφιστάμενη, οπότε και από της αναγνωρίσεώς της καθ’ οιονδήποτε τρόπο (24-7-1991) επήλθε επίσης διακοπή της παραγραφής, και έκτοτε άρχισε νέα ισόχρονη (πενταετής) κατ’ άρθρο 260 Α.Κ., η οποία και συμπληρώθηκε τέλος Δεκεμβρίου 1996, χωρίς ωστόσο μέχρι τότε να επέλθει κάποιος άλλος λόγος αναστολής ή διακοπής αυτής.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με πιο συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα και δέχθηκε τα ίδια, απορρίπτοντας την αγωγή των εναγόντων ως παραγεγραμμένη, δεχόμενη τον σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου (ένσταση παραγραφής) και απορρίπτοντας την σχετική αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που οι ενάγοντες προέβαλαν κατά της ενστάσεως παραγραφής του εναγομένου, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και ορθώς το αποδεικτικό υλικό εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής τους, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή αυτών, κατά παραδοχή της προβληθείσης, παρά της εναγομένης δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσιβλήτου, ενστάσεως περί παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς τους εν επιδικία.
Έτσι αποφαινόμενο το Εφετείο, αν και με εσφαλμένη μερικώς αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα κρίνοντας παραγεγραμμένη την δια της αγωγής ασκουμένη αξίωση των αναιρεσειόντων και απορρίπτοντας ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση αυτών κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως. Τούτο δε διότι, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως και τις προεκτεθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, η ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση γεννήθηκε κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 1983, που έλαβε χώρα η άπαξ τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία, με την αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη των τμημάτων των ακινήτων τους, τα οποία ενσωματώθηκαν στην διανοιγείσα δημοσία οδό, ασφαλτοστρώθηκαν δε μετ’ αυτής και παραδόθηκαν στην κοινή χρήση, καθισταμένης έκτοτε ανεφίκτου της αποδόσεως τους στους ιδιοκτήτες αυτών-αναιρεσείοντες, οι οποίοι και έλαβαν αμέσως γνώση του γεγονότος τούτου, αλλά και της εκτάσεως της ζημίας τους, ταυτιζομένης προς την αξία των καταληφθέντων ακινήτων τους καθώς επίσης και του υπευθύνου για την κατάληψη αυτών και υποχρέου προς αποζημίωσή τους αρχικώς εναγομένου Νομαρχιακού Ταμείου Ηρακλείου.
Με το δεδομένο αυτό, κατά το τέλος του έτους 1983 και συγκεκριμένα από 1-1-1984, άρχισε η πενταετής παραγραφή της προς αποζημίωσή αξιώσεώς τους, η οποία συμπληρώθηκε την 31 Δεκεμβρίου 1988. Επομένως, κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (30-5-1990), η αξίωση των αναιρεσειόντων είχε ήδη υποκύψει στην παραγραφή, αφού η συνεχιζομένη κατάληψη των ακινήτων τους, δεν συνεπάγεται, ως προεκτέθηκε, αναγέννηση της προς αποζημίωση αξιώσεώς τους, λόγω εξακολουθήσεως των δυσμενών γι’ αυτούς συνεπειών, εκ της στερήσεως των ιδιοκτησιών τους, όπως, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των προαναφερομένων σχετικών διατάξεων, έκρινε το Εφετείο, το οποίο όμως ακολούθως κατέληξε σε ορθό διατακτικό, δεχόμενο την παραγραφή της ενδίκου αξιώσεως εν επιδικία και απορρίπτοντας την έφεση κατά της απορριπτικής της αγωγής πρωτοδίκου αποφάσεως.
Επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο την παραγραφή της ενδίκου αξιώσεως των αναιρεσειόντων παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 48 , 49 του ν.δ. 496/1974 , 247, 251, 261,298, 914 και 937 Α.Κ., διότι κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, η αξίωση των αναιρεσειόντων δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, η έναρξη της οποίας εμποδίζεται από την συνεχιζομένη κατάληψη των ακινήτων τους και συνεπώς και η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν μπορεί θεωρηθεί ως εναρκτήριο της παραγραφής γεγονός, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενέργειας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από τον δανειστή. Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.
Συνεπώς, αρκεί κάθε εκδήλωση του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του, είτε ρητή είτε σιωπηρά, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου (Α.Π. 997/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, "Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση, αμφιβολίας, ότι έγινε με αυτό το σκοπό" Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η δι’ αυτής θεσπιζομένη αυτοτελής και, κατ’ αρχήν, ετεροβαρής σύμβαση από αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους δημιουργείται όταν τα μέρη αποσκοπούν στη δημιουργία υποχρεώσεως ανεξάρτητα από. την αιτία της υποσχέσεως ή της αναγνωρίσεως. Το πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό (Α.Π. 114/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεώς τους, κατ’ ορθή εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 873 Α.Κ. και μη υπαγωγή σ’ αυτήν των γενομένων δεκτών , ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντένσταση αυτών περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως της ενδίκου αξιώσεως από το εναγόμενο.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι με την αποδοχή από το εναγόμενο του αιτήματος αυτών περί απευθείας εξαγοράς των αυθαιρέτως καταληφθεισών ιδιοκτησιών τους, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν επήλθε απλή αναγνώριση των ενδίκων αξιώσεών τους, που διέκοψε την παραγραφή αυτών, αλλά σύσταση νέας ενοχής και ειδικότερα της εκ του άρθρου 873 Α.Κ., αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, η εκ της οποίας αξίωση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή και κατά συνέπεια, το Εφετείο, εκτιμώντας την ρηθείσα αναγνώριση ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, κατ’ άρθρο 260 Α.Κ., και όχι ως γενεσιουργό αιτία νέας ενοχής, υπέπεσε στην προδιαληφθείσα αναιρετική πλημμέλεια, αρνούμενο την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 873 Α.Κ., οι προϋποθέσεις της οποίας συνέτρεχαν με βάση τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα γεγονότα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι αφορούν ισχυρισμό, ο οποίος ούτε προβλήθηκε ούτε και θα μπορούσε άλλωστε να προβληθεί νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αφού θα επέφερε απαραδέκτως μεταβολή της βάσεως της ενδίκου αγωγής (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.) και δη από αδικοπραξία σε σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, διότι με βάση τα δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα την αποδοχή από το αρχικώς εναγόμενο, με την υπ’ αριθ. ...7-1991 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, του αιτήματος των εναγόντων (και λοιπών ιδιοκτητών που είχαν ασκήσει αντίστοιχες αγωγές στο Ειρηνοδικείο Μοιρών και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου), για απευθείας εξαγορά των καταληφθέντων ακινήτων τους και την εν συνεχεία αποστολή προς την Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.
Ηρακλείου του υπ’ αριθ. πρωτ. ...12-9-1991 εγγράφου για τον ορισμό μηχανικού της εν λόγω Διευθύνσεως προς αποτύπωση των καταληφθεισών ιδιοκτησιών και σύνταξη διαγραμμάτων και κτηματολογικού πίνακα και την κοινοποίηση τέλος της ίδιας ως άνω αποφάσεώς του στην Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου για τις απαραίτητες δικές της ενέργειες, συνάγεται αναγνώριση από το εναγόμενο της ασκηθείσης με την ένδικη αγωγή αξιώσεως των εναγόντων προς αποζημίωση για την τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία, όχι όμως και σύναψη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, κατ’ άρθρο 873 Α.Κ.
και δημιουργία εντεύθεν νέας, αυτοτελούς και ανεξάρτητης της αιτίας ενοχής, υποκειμένης στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ. Επομένως το Εφετείο, με το να εκτιμήσει την ρηθείσα απόφαση του εναγομένου ως διακοπτικό της παραγραφής και όχι ως γενεσιουργό αξιώσεως εκ του άρθρου 873 Α.Κ. γεγονός και να μην εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 249 Α.Κ., ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, δεν παρεβίασε δε επί πλέον με την μη εφαρμογή τους τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά δεν ήταν αναγκαία η προσφυγή στους κανόνες αυτούς και τέλος διέλαβε στην απόφασή του την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των διατάξεων τούτων.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, μειωμένων όμως, λόγω της ιδιότητάς της ως Ν.Π.Δ.Δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ’ αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2015 αίτηση των: 1) Φ. Τ. του Α., 2) Κ. Μ. του Γ., 3)Θ. Ζ. του Σ., 4) Μ. Γ. Τ., 5) Μ. χήρας Γ. Β., 6) Ι. Μ. Κ., 7) Ε. Σ. του Λ., 8) Ε. συζύγου Δ. Γ., 9) Σ. συζύγου Γ. Α., 10) Ε. Κ. του Δ., 11α) Χ. συζύγου Ε. Γ., 11β) Α. Ι. Κ., 11γ) Κ. Ι. Κ., 11δ) Μ. συζύγου Ν. Χ., το γένος Ι. Κ., 11ε) Δ. Ι. Κ., 11στ) Ε. Ν. Δ., 12) Δ. Κ. του Ν., 13) Γ. Κ. του Ζ., 14α) Δ. Μ. Κ., 14β) Μ. χήρας Μ. Κ., 14γ) Ε. Μ. Κ., 14δ) Γ. Μ. Κ., 15) Δ. Ψ. του Γ., 16) Γ. Κ. του Δ., 17)Γ. Κ. του Ε., 18α) Κ. Σ. Π., 18β) Ε. συζύγου Κ. Μ., 18γ) Γ. χήρας Δ. Γ., 18δ) Α. συζύγου Ν. Π., και 19 Α. Τ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 159/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ