Supreme Court dismisses appeal against administrative boundary determination of seafront property as fact-finding is not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the High Court of Aegean's decision regarding the status of a property as public seafront land. The appellant argued the lower court ignored a technical expert report claiming the land was historically part of a village rather than the seafront, but the court found the High Court had properly weighed all evidence. The court ruled that administrative determinations of seafront boundaries are factual matters not subject to appellate review, thus dismissing the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569 of the Code of Civil Procedure; Administrative determinations of seafront boundaries constitute factual findings not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1796/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. χήρας Γ. Μ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπασταύρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2. Κτηματικής υπηρεσίας Κυκλάδων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1317/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανο Βόσκας, ανέγνωσε την από 29-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης κα την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την με αριθμό 1317ΑΜ/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, έγινε δεκτή η από 9-3-2004 ανακοπή της αναιρεσείουσας και του Γ. Κ. [που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη] και ακυρώθηκε το 25/153/9-1-2004 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κυκλάδων, με την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο, δεν ενέπιπτε εντός των ορίων του αιγιαλού και συνεπώς δεν αποτελούσε δημόσιο κτήμα. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 7/2013 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγιναν δεκτά τα αντίθετα, ήτοι ότι το επίδικο εμπίπτει εντός των ορίων του αιγιαλού και συνεπώς είναι δημόσιο κτήμα. Στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταρρυθμίσθηκε το πρωτόκολλο, ως προς το ύψος της επιβληθείσας σε βάρος της αναιρεσείουσας αποζημίωσης χρήσης, ενώ αυτό ακυρώθηκε ως προς τον δεύτερο ανακόπτοντα. Ήδη κατά της απόφασης αυτής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα η ένδικη αίτηση αναίρεσης [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚπολΔικ], η οποία παραδεκτά στρέφεται μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου που ήταν μοναδικός διάδικος (αντίδικος της αναιρεσείουσας) στην δευτεροβάθμια δίκη.
Συνεπώς πρέπει αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].
2. Κατά το άρθρο 2 §§1, περίπτ. δεύτερη, 2 εδ. πρώτο, στοιχ. β' και γ' και 3 του ΑΝ 1539/1938, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ’ αυτών πράξιν νομής", "νομή (δε) παρά τρίτου θεωρείται ασκούμενη επί των ...
αγροτικών κτημάτων μόνον δια τακτική καλλιέργειας και ... επί των οικοπέδων και λοιπώ αστικών ακινήτων, μόνον δι’ ουσιωδών δομικών ή άλλων παρεμφερών αστικών πράξεων", "μόνη (δε) η ύπαρξις οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν ως διακατοχική πράξις". Κατά την έννοια των διατάξεων του αυτών προϋπόθεση για εφαρμογή των ρυθμίσεων τους θέτουν ότι πρόκειται για δημόσιο ακίνητο, δηλονότι για ακίνητο η επί του οποίου κυριότητα έχει αποκτηθεί κατά κάποιο νόμιμο τρόπο από το Δημόσιο.
Στα δημόσια κτήματα, ανήκουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 967, 968 ΑΚ και 1 του ΑΝ 2344/1940 και ο αιγιαλός. Κατά την τελευταία διάταξη (άρθρο 1 ΑΝ 2344/1940), "αιγιαλός είναι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων ... ..." είναι δε αυτός κτήμα κοινόχρηστο και ανήκει ως τέτοιο στο Δημόσιο κατά την περαιτέρω ρητή επιταγή της ίδιας διατάξεως.
Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει την θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 ΑΝ 2344/ 1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.
Τούτο δε διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιελήφθη στα όρια του αιγιαλού, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής [ιδιοκτησίας] συνταγματικών ορισμών. Ακριβώς δε ενόψει αυτών θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 ΑΝ 2344/1940 διαλαμβάνονται, ήτοι ότι τμήματα ιδιωτικών εκτάσεων που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκουν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας.
Μέχρι την ολοκλήρωση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας και της παρακατάθεσης της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η κυριότητα του εδαφικού τμήματος, που περιελήφθη στο διάγραμμα του αιγιαλού, δεν περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει όλων αυτών, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού, ανήκει στη εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.
Παρέπεται συνεπώς ότι για τον χαρακτηρισμό εδαφικού τμήματος ως αιγιαλού ο δικαστής οφείλει να καθορίσει την έκτασή του, δηλαδή να εξειδικεύσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την νομική έννοια του αιγιαλού, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα που θα συναγάγει σύμφωνα με τους συνήθεις περί αποδείξεων δικονομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 24/2000).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 115 παρ.1 και 2 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 ΑΝ 1540/38, 19 ΑΝ 1919/39, 2 ΑΝ 1925/51 και 5 § 4 ΑΝ 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1).
Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Προϋπόθεση όμως, για την έγκυρη έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου, είναι η επί του ακινήτου ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας, νομής ή κατοχής του Ελληνικού Δημοσίου.
Την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, μπορεί ο καθού σε βάρος του οποίου βεβαιώθηκε αποζημίωση, να αμφισβητήσει, με την ως άνω ανακοπή (ΑΠ 1205/2004).
3. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ /2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία -ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στη ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων κα γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ΟλΑΠ 861/1984). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 και 20 ΚΠολΔικ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 224/2012].
4. Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με το υπ' αριθμ. οικ.25/153/9-1-2004 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, καθορίστηκε αποζημίωση ποσού 40. 656 ευρώ, υπέρ του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος των ανακοπτόντων [σημ.
ο δεύτερος των οποίων δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη], για την εκ μέρους τους αυθαίρετη χρήση, για χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2003, τμήματος αιγιαλού συνολικής εκτάσεως 109,76 τ.μ., στη θέση "... της νήσου Σερίφου, επί του οποίου υπάρχει κτίσμα, που λειτουργεί ως επιχείρηση αναψυκτηρίου με την επωνυμία "Καφενείο ...".
Το ως άνω πρωτόκολλο συνετάγη κατόπιν της από 8-1-2004 εκθέσεως αυτοψίας των κατ' εντολή της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων ενεργούντων λιμενικών υπαλλήλων Α. Λ. και Ν. Κ., οι οποίοι διαπίστωσαν ότι, το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 85 ακίνητο, συνολικής επιφανείας 109,76 τ.μ., αποτελούμενο από κτίσμα εμβαδού 67,56 τ.μ.
και αυλή εμβαδού 42,20 τμ., όπως τούτο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην ως άνω έκθεση αυτοψίας σκαρίφημα και στο οποίο λειτουργεί επιχείρηση αναψυκτηρίου, φερόμενης ιδιοκτησίας Γ. Κ. και Φ. Μ. και με μισθωτή τον Γ. Ν., βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός του αιγιαλού, ο οποίος στον όρμο "..." της νήσου Σερίφου καθορίστηκε διοικητικά με την υπ' αριθμ. 5332/24-8-1983 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων.
Με την απόφαση αυτή, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και συγκεκριμένα στο ΦΕΚ 528Δ718-10-1983, επικυρώθηκε και η από 13-11-1982 Έκθεση της Επιτροπής καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού και παραλίας του άρθρου 74 του π.δ. 636/1977, καθώς και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο καθορίστηκαν η οριογραμμή του νέου αιγιαλού με κόκκινη γραμμή, η οριογραμμή της παραλίας με κίτρινη γραμμή και το όριο του παλαιού αιγιαλού με κυανή γραμμή.
Από την επισκόπηση του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος, καθώς και από όσα με σαφήνεια αναφέρονται στην από 13-11-1982 Έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 74 π.δ. 636/1977, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από το καθού Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι με την ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων καθορίστηκαν τα όρια του νέου αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού επί όλης της εκτάσεως των Δ.
Χ. και Δ. Π., οι αιτήσεις των οποίων απετέλεσαν απλώς την αφορμή για να ξεκινήσουν οι διαδικασίες καθορισμού των παραπάνω ορίων στην εν λόγω περιοχή.
Συνεπώς, η επί λέξει καταγραφή στην υπ' αριθμ. 5332/24-8-1983 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων ως τίτλου: "Επικύρωση έκθεσης και διαγραμμάτων καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού και παραλίας στον όρμο ... της νήσου Σερίφου, μπροστά από τις ιδιοκτησίες Δ.Χ. και Δ.Π.", μόνο ως ατυχής διατύπωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, εξ αυτής δε, ούτε ασάφεια, ούτε ανακρίβεια συνάγεται ως προς το αντικείμενο της περιλαμβανομένης στην ως άνω απόφαση ρυθμίσεως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων, που συνιστά και λόγο της ανακοπής τους, ότι δια της ανωτέρω υπ' αριθμ. 5332 /24-8-1983 αποφάσεως του Νομάρχη Κυκλάδων υπήρξε καθορισμός οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας μόνον μπροστά από τις δύο ως άνω ιδιοκτησίες (των Δ. Χ. και Δ. Π.) και όχι πλέον ή πέραν αυτών και δη στο σημείο, που βρίσκεται η δική τους ιδιοκτησία, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, όπως και ο σχετικός λόγος της ανακοπής.
Περαιτέρω, οι ανακόπτοντες, προβάλλουν ως λόγο ανακοπής την έλλειψη κυριότητος του καθού Ελληνικού Δημοσίου επί του ενδίκου ακινήτου ισχυριζόμενοι, αφ' ενός μεν ότι τούτο ανήκει στην συνιδιοκτησία της πρώτης εξ αυτών, Φ. Μ. και της θυγατέρας του δευτέρου των ανακοπτόντων, Ε. Κ. και αφ' ετέρου ότι βρίσκεται σε σημείο που δεν αποτελεί αιγιαλό.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως, ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου και πατέρα τους Μ. Κ., ο οποίος το είχε αγοράσει ατύπως το έτος 1925 από την Ζ. Κ. και ο οποίος, επί τη βάσει δύο οικοδομικών αδειών που χορηγήθηκαν από το Πολεοδομικό Γραφείο Σύρου, ανήγειρε εντός αυτού κτίσμα, εμβαδού 48 τ.μ.
και προσθήκη κτίσματος, εμβαδού 16 τ.μ., που από το έτος 1942 χρησίμευσαν για τη λειτουργία επιχείρησης καφενείου με την επωνυμία "Καφενείον ...." και από το έτος 1951 για τη λειτουργία επιχείρησης καφενείου-οινομαγειρείου, ενώ περί το έτος 1960 ανηγέρθη εντός της μείζονος εκτάσεως του οικοπέδου από τον Μ. Λ., γαμβρό του Μ.
Κ. και σύζυγο της θυγατέρας αυτού Μ. Κ., μία αποθήκη, εμβαδού 30,66 τ.μ., που χρησιμοποιεί το ως αποθήκη-ψυγείο. Ότι ακολούθως, με τις αναφερόμενες στην ανακοπή συμβολαιογραφικές πράξεις, ... διενεμήθη η παραπάνω πατρική περιουσία και έλαβαν: α) η πρώτη θυγατέρα του Μ. Κ. (αρχικού ιδιοκτήτη), Φ. Μ. και ήδη πρώτη ανακόπτουσα, το κτίριο του καφενείου (εμβαδού 48 τ.μ) και την πέριξ αυτού αυλή (εμβαδού 42 τ.μ), το οποίο (καφενείο) αυτή εν συνεχεία δυνάμει του από 1-3-1994 μισθωτηρίου συμβολαίου εκμίσθωσε στον Γ.
Ν., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση αναψυκτηρίου, β) η δεύτερη θυγατέρα τούτου, Μ. συζ. Μ. Λ., την αποθήκη-ψυγείο (εμβαδού 30, 66 τ.μ.), την οποία αργότερα εκμίσθωσε στον υιό της Μ. Λ., προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει ως επιχείρηση παντοπωλείου-μίνι μάρκετ, και τέλος, γ) η εγγονή αυτού Ε. Κ., θυγατέρα του δευτέρου ανακόπτοντος Γ.
Κ., την προσθήκη κτίσματος (εμβαδού 16 τ.μ), η οποία εφάπτεται μεν του κτιρίου του καφενείου, πλην όμως δεν περιελήφθη στην μετά του Γ. Ν. καταρτισθείσα μίσθωση. Ότι όλα τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα μετά των κτισμάτων τους βρίσκονται επί σημείο που δεν αποτελεί αιγιαλό, καθόσον από της κτήσεώς τους, κατά το έτος 1925 μέχρι και σήμερα, δεν βρέχονται από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των θαλασσίων κυμάτων, αφού μεσολαβεί μεταξύ αυτών και της θάλασσας, αφ' ενός ασφαλτοστρωμένος δημόσιος δρόμος, πλάτους 8 μέτρων, που ενώνει το λιμένα του ...
με την πρωτεύουσα του νησιού και τα υπόλοιπα χωριά και κάτωθι του οποίου διέρχεται ο κεντρικός αγωγός βιολογικού καθαρισμού της περιοχής και αφ' ετέρου προβλήτα, στην οποία υπάρχει δυνατότητα ελλιμενισμού μικρών σκαφών. Ο ως άνω ισχυρισμός των ανακοπτόντων πιθανολογείται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος του καθού Ζ.
Μ., υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, καθώς και από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των διαδίκων φωτογραφίες (παλαιές και πρόσφατες), που απεικονίζουν, τόσο το ένδικο ακίνητο, που χρησιμοποιείται ως καφενείο με την επωνυμία "Καφενείον ....", όσο και την πλησίον αυτού αποθήκη-ψυγείο, που χρησιμοποιείται ως παντοπωλείο-μίνι μάρκετ, προκύπτει ότι τα ανωτέρω ακίνητα βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των δέκα (10) μέτρων από τη θάλασσα, το δε κρηπίδωμα, που έχει ανεγερθεί έμπροσθεν αυτών προς προστασία του μεσολαβούντος παραλιακού δρόμου, κείται στην κυριολεξία εντός της θάλασσας, ανακόπτοντας την έξοδο των θαλασσίων κυμάτων προς την ακτή.
Πλησίον των ως άνω κτιριακών εγκαταστάσεων υπάρχουν μεγάλα αλμυρίκια, τα οποία φύονται μόνο κοντά στη θάλασσα και μαρτυρούν το χαρακτήρα της περιοχής, ενώ αξιοσημείωτο είναι το ότι και τα δύο κτίσματα έχουν ανεγερθεί σε υπερυψωμένο επίπεδο, προκειμένου να αποφεύγεται η εισέλευση των θαλασσίων κυμάτων εντός αυτών, κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνος.
Εξάλλου, οι ανακόπτοντες δεν προσκομίζουν κάποια εμπεριστατωμένη τεχνική έκθεση αναφορικά με το ύψος και την έκταση εισχώρησης του κύματος προς τη στεριά, από την οποία να πιθανολογείται η βασιμότητα του ισχυρισμού τους κα να αντικρούονται οι διαπιστώσεις της, αρμόδιας για το διοικητικό καθορισμό του αιγιαλού, Επιτροπής σχετικά με τη διαχρονική έκταση εισχώρησης του χειμέριου κύματος στη στεριά του όρμου "..." της νήσου Σερίφου.
Το γεγονός ότι ανάμεσα στο επίδικο και τη θάλασσα παρεμβάλλεται ασφαλτοστρωμένος δρόμος, πλάτους 8 μέτρων, που κατασκευάστηκε με δαπάνες του Λιμενικού Ταμείου Κυκλάδων και κάτωθι του οποίου διέρχεται ο κεντρικός αγωγός του βιολογικού καθαρισμού, δεν αρκεί για να αναιρέσει την ιδιότητα του επιδίκου ως αιγιαλού, αφού και ο ανωτέρω δρόμος, όπως και η πλησίον υπάρχουσα προβλήτα ελλιμενισμού μικρών σκαφών, είναι δυνατόν να κατακλύζονται από το ανώτατο χειμέριο κύμα, γεγονός που καθαρά εμφαίνεται σε μία εκ των φωτογραφιών, που το καθού προσκομίζει .Εξ όλων των ανωτέρω, πιθανολογείται ότι πρόκειται περί ακινήτου, που βρέχεται πράγματι από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις του θαλασσίου κύματος και βρίσκεται εντός των ορίων του αιγιαλού, που υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο ως δημιούργημα της φύσης και που καθορίστηκε διοικητικά το έτος 1983 με την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, μετά από σχετική έκθεση της αρμόδιας Επιτροπής και σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος.
Ως περιλαμβανόμενο, συνεπώς, το επίδικο εντός του αιγιαλού, που, κατά τα άρθρα 966 και 968 ΑΚ, αποτελεί πράγμα κοινής χρήσεως, ανήκει ολόκληρο στο καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, όλα δε τα συμβόλαια που οι ανακόπτοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, είναι αδύνατον να προσπορίσουν σ' αυτούς ή σε συγγενικά τους πρόσωπα κυριότητα, καθόσον τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως, είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας κα επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της, κατά το ιδιωτικό δίκαιο, κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο ... .
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι, με βάση τις έχουσες εφαρμογή κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρ. 18 και 21 του ΝΔ ΞΗ71912 και τν διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ.
της 21.6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" δύναται και επί δημόσιων κτημάτων και Συνεπώς και επί αιγιαλού ... να αποκτηθεί κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον αποδεικνύεται τριακονταετής νομή συμπληρωθείσα μέχρι και την 11η-9-1915, πλην όμως εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες ουδόλως επικαλούνται τίτλους ή οποιαδήποτε πράξη νομής από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους αυτών πριν από την ως άνω χρονολογία.
Εξάλλου, ούτε η κατά καιρούς έκδοση διαφόρων αδειών, που αφορούν το επίδικο ακίνητο (όπως άδεια ανεγέρσεως και άδεια λειτουργίας), από τις δημόσιες Υπηρεσίες του Νομού Κυκλάδων (όπως π.χ. το Πολεοδομικό Γραφείο Μήλου ή το Α.Τ. Σερίφου) δύναται να εκληφθεί ως αναγνώριση, εκ μέρους του Δημοσίου, δικαιώματος κυριότητας τρίτου επί του ακινήτου, δοθέντος ότι, οι ως άνω δημόσιες Υπηρεσίες δεν αποφαίνονται επί θεμάτων κυριότητας ή ορίων αιγιαλού, μόνη δε αρμοδία προς τούτο είναι η Κτηματική Υπηρεσία.
Περαιτέρω, ούτε στη ρύθμιση της παραγράφου 5 του άρθρου 7 με τίτλο "δημιουργία παραλίας, συνέπειες, περιορισμοί" το Ν. 2971/2001 εμπίπτει το επίδικο, διότι τούτο βρίσκεται εντός των ορίων του, κατά το έτος 1983 διοικητικά καθορισθέντος αιγιαλού, εξ ουδενός δε στοιχείου συνάγεται ότι τα όρια αυτά (του αιγιαλού) τροποποιήθηκαν, όταν δύο χρόνια αργότερα συνετελέσθη ο καθορισμός των ορίων του οικισμού "..." δυνάμει της υπ' αριθμ.
πρωτ. Τ.Π.οικ. 8558/18-12-1986 αποφάσεως του Νομάρχη Κυκλάδων. Πέραν αυτού, για να υπαχθεί το επίδικο στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου (7 παρ.5 του ν. 2971/2001)θα πρέπει να υφίσταται σχέδιο πόλεως, ο οικισμός να έχει δημιουργηθεί προ του 1923, το δε ακίνητο να βρίσκεται μέσα στη νόμιμα διαμορφωμένη γραμμή δόμησης, στοιχεία που εν προκειμένω ουδόλως προκύπτουν από το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ.
πρωτ. Τ.Π.οικ. 8558/18-12-1986 αποφάσεως περί "Καθορισμού ορίων, όρων και περιορισμών δόμησης των οικισμών χώρας Σερίφου, Μεγάλου Λιβαδίου, Λιβαδίου και Μέγα Χωριού", καθώς και από το συνοδεύον αυτήν, όλως δυσανάγνωστο, σχεδιάγραμμα, που οι ανακόπτοντες προσκομίζουν και επικαλούνται. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο για το λόγο ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει στον αιγιαλό, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ...".
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή και μεταρρύθμισε το προσβληθέν με αυτήν πρωτόκολλο καθορίζοντας την αποζημίωση χρήσης που πρέπει να καταβάλλει η αναιρεσείουσα για τα έτη 1999 έως 2003 στο ποσό των 8.438,40 ευρώ. Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, στηρίζουν πλήρως την κρίση του για την αβασιμότητα του προβληθέντος με την ανακοπή ισχυρισμού του αναιρεσείοντα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του και ότι δεν αποτελεί τμήμα αιγιαλού, ώστε να ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου.
Στηρίζουν επίσης πλήρως την κρίση του, ότι ανέκαθεν το επίδικο ενέπιπτε εντός του αιγιαλού. Έτσι δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2 και 3 πιο πάνω νομικές σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου -ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες-τις ως άνω θεμελιωτικές του χαρακτηρισμού του επιδίκου, ως τμήματος αιγιαλού, ουσιαστικές διατάξεις, με την παραδοχή περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις και αρκούσαν για την ορθή υπαγωγή τους στην έννοια του αιγιαλού, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά σε σχετικές πράξεις της διοίκησης.
Καθόρισε δηλαδή την έκταση του αιγιαλού με την εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την νομική του έννοια, με δικό του αποδεικτικό πόρισμα, απορρίπτοντας παράλληλα ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί της ύπαρξης κυριότητας στο επίδικο των δικαιοπαρόχων του καθώς και ότι αυτό εμπίπτει εντός των ορίων οικισμού, με συνέπεια να έχει περιληφθεί εκ πλάνης εντός των ορίων του αιγιαλού.
Οι περαιτέρω δε ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι:
α] οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ. Ειδικότερα δε ο δεύτερος και ο τρίτος ως στηριζόμενοι και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφενός μεν επειδή η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 ν. 2971/2001, αναφέρεται σε οριογραμμή παραλίας που δεν μπορεί να υπερβεί την διαμορφωμένη γραμμή δόμησης και όχι σε οριογραμμή αιγιαλού, αφετέρου δε επειδή με την εν λόγω διάταξη εξαιρούνται από τη ζώνη παραλίας [και όχι αιγιαλού] τα χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα κτίσματα ή κατασκευές, σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως.
β] οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι καθώς και ο τρίτος κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔικ, καθόσον η παραδοχή του Εφετείου, αφενός μεν ως προς το περιεχόμενο της 5332/1983 επικυρωτικής πράξης του Νομάρχη Κυκλάδων, αφετέρου δε ως προς το περιεχόμενο της 8558/1986 απόφασης του ίδιου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αποτελεί εκτίμηση τούτων, η οποία μάλιστα έχει συναχθεί, όχι αποκλειστικά από τα έγγραφα αυτά, αλλά από την συνεκτίμηση τους μαζύ με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, γ] ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 16 και 20 ΚΠολΔικ, λόγω παραβίασης δεδικασμένου εκ της υπ' αριθμ. 2927/2012 απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας και παραμόρφωσης του περιεχομένου αυτής, επειδή οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια, ενώ δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου όταν πρόκειται περί δικαστικής απόφασης [ΑΠ 2060/2007].
5. Με το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/ 2002, ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ειδική τεχνική έκθεση-φωτοερμηνεία του μελετητή-αγρονόμου-τοπογράφου-μηχανικού του ΕΜΠ, Ε. Β., που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε, από το περιεχόμενο της οποίας σαφώς προκύπτει ο προβληθείς ουσιώδης ισχυρισμός του ότι το επίδικο "έκπαλαι και κατά την έκδοση των αδειών οικοδομής δεν ευρίσκετο εντός αιγιαλού αλλά εντός οικισμού και ότι ο αιγιαλός δημιουργηθείς από του έτους 1956 κυρίως, μετετοπίσθη και πάλιν από των ετών 1970-1972 εκ τη κατασκευής του οκταμέτρου πλάτους δημοσίου δρόμου και αργότερον [1998], έτι περαιτέρω με την κατασκευή και του προβλήτος ελλιμενισμού σκαφών".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από την βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της και με την ειδική αναφορά της ότι "... Εξάλλου, ο ανακόπτων δεν προσκομίζει κάποια εμπεριστατωμένη τεχνική έκθεση αναφορικά με το ύψος και την έκταση εισχώρησης του κύματος προς τη στεριά, από την οποία να πιθανολογείται η βασιμότητα του ισχυρισμού του και να αντικρούονται οι διαπιστώσεις της, αρμόδιας για το διοικητικό καθορισμό του αιγιαλού, Επιτροπής σχετικά με τη διαχρονική έκταση εισχώρησης του χειμέριου κύματος στη στεριά του όρμου "..." της νήσου Σερίφου ... ", καθώς επίσης και από την παραδοχή της ότι το επίδικο δεν εμπίπτει εντός οικισμού, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την παραπάνω τεχνική έκθεση, αλλά απλώς δεν την θεώρησε πειστική.
Τέλος οι τέταρτος αναιρετικός λόγος καθώς και οι λοιποί, κατά τα μέρη που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι αφού αποδίδουν πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔικ). Η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 22 §§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5§12 ν. 1738/87 και 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της Φ. Μ., για αναίρεση της 7/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ