Legislator Case Law & Legislation
1796/2012 AI generated

1796/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1796/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Legislator headnote

AI generated

1796/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας του σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Επί της οδού ...

Keywords

AI generated
damage to electrical installations municipal liability exclusion municipality of assistance democratic deficit improvement of housing electricity supply
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1796 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1796/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης και Αποχεύτεσης Λαμίας", που εδρεύει στην Λαμία και αποτελεί ΝΠΙΔ όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μάντεση - Θανάσουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Γ., 2. Δ. Κ. του Γ., 3. Ε. Β. του Ι. συζ. Δ. Κ., 4. Α. Μ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυράκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, και 5. Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του αποβιώσαντος μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό Γεωργίου Κοτσίλη του Δημητρίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 273/2009 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. 139Γ/17.1.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 273/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσείουσας, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 32 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 19.11.2012, κατά την οποία ο ως άνω αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§4, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 273/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 15.1.2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 146/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ενώ την από 29.8.2008 αντίθετη έφεση κατά της αυτής πρωτόδικης απόφασης την απέρριψε μεν ως απαράδεκτη ως προς τον πρώτο των εκκαλούντων Γ. Κ. του Δ., αφού αυτός είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, τη δέχθηκε όμως ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους και αφού εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης τους, που προκλήθηκε από την αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφοράς των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα οργάνων της, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει κατά το κεφάλαιο αυτό την ένδικη από 20.9.2005 αγωγή τους και αναγνώρισε, σε μεγαλύτερα ποσά από αυτά που πρωτοδίκως είχαν επιδικασθεί, την υποχρέωση της αντιδίκου τους να τους καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την προκληθείσα ηθική βλάβη τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 831/2005, 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.

Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου που με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 280/2009, 605/2009).

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρ. 922 ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 ΑΚ. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας του σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Επί της οδού ...

αριθ. 7, μέσα στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει από το έτος 1970 μια οικοδομή, η οποία αποτελείται α) από δυο υπόγειους χώρους, εμβαδού 166 τ.μ. ο καθένας, β) από ισόγειο όροφο που αποτελείται από δυο διαμερίσματα εμβαδού 98 και 45 τ.μ. και γ) από πρώτο όροφο που αποτελείται από ένα διαμέρισμα 157 τ.μ. Η όλη οικοδομή ανήκε κατά ποσοστό 25% στην ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, όσο αυτός ζούσε, ενώ κατά ποσοστό 37% εξ αδιαιρέτου εξακολουθεί να ανήκει σε κάθε έναν από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων (πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων).

Όλοι οι ενάγοντες είχαν τις κατοικίες τους στην παραπάνω οικοδομή, οι τρεις πρώτοι από το έτος 1971 και οι υπόλοιποι από το έτος 1990. Οι δυο όροφοι της οικοδομής έχουν πρόσοψη επί της οδού ..., όπου και η κύρια είσοδος αυτής ... Οι δυο υπόγειοι χώροι δεν έχουν είσοδο από την οδό ... και βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα αυτής.

Η επικοινωνία των υπογείων γίνεται από την οδό ... μέσω μιας μικρής διόδου ... Στην περιοχή της οικοδομής το υπάρχον δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης ήταν αρκετά παλαιό, κατασκευάστηκε πριν από το έτος 1950, και γι' αυτό και πριν από το έτος 2000 παρουσιάζονταν μικρές κυρίως διαρροές υδάτων ή λυμάτων, όπως άλλωστε και σε άλλες οδούς.

Την ευθύνη της κατασκευής και λειτουργίας του πιο πάνω δικτύου έχει η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση (αναιρεσείουσα). Το έτος 1998, μετά και από τις μεγάλες βροχοπτώσεις στην περιοχή της Λαμίας, εμφανίστηκε στο χώρο του δεύτερου και πιο χαμηλού υπογείου της οικοδομής, στο δυτικό τοιχείο αντιστήριξης και σε βάθος πέντε μέτρων από τη στάθμη του οδοστρώματος της οδού ..., συνεχής ροή ύδατος, χρώματος καφέ, το οποίο και ανέδινε έντονη δυσοσμία και εκτεινόταν κατά μήκος του τοιχείου.

Από τη διαρροή αυτή δημιουργήθηκε τότε στο δάπεδο του υπογείου λίμνη ακάθαρτων υδάτων. Συνεργείο υπαλλήλων της εναγομένης ήλεγξε τότε το δίκτυο και δεν διαπίστωσε κάποια διαρροή απ' αυτό. Η ίδια κατάσταση συνεχίσθηκε και το έτος 1999, οπότε ο δεύτερος ενάγων με την από 16.9.1999 αίτησή του προς την εναγομένη, ισχυριζόμενος ότι στο υπόγειο της οικοδομής υπάρχει από τα περιμετρικά τοιχεία συνεχής ροή υγρού με έντονη οσμή, βλενώδη υφή και καφέ χρώμα, ζήτησε την άμεση διαπίστωση και αποκατάσταση της βλάβης του αποχετευτικού δικτύου.

Η εναγομένη ενδιαφέρθηκε τότε για τον εντοπισμό της βλάβης και την αποκατάσταση αυτής και γι' αυτό συνεργεία υπαλλήλων της πραγματοποίησαν εργασίες στο εκεί δίκτυο ... Ωστόσο καμία ουσιαστική εργασία δεν έγινε και η βλάβη δεν αποκαταστάθηκε. Η διαρροή συνεχιζόταν, άλλοτε περισσότερο έντονα, ιδίως σε περιόδους συνεχών βροχοπτώσεων, και άλλοτε λιγότερο έντονα ...

Τον Απρίλιο, μάλιστα, του έτους 2001 εμφανίστηκε συνεχής ροή λυμάτων με αποτέλεσμα το δάπεδο του δεύτερου υπογείου να πλημμυρίσει. Υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες των εναγόντων προς την εναγομένη και αρχικά ... έγιναν κάποιες εργασίες μικρής έκτασης στο εκεί δίκτυο, αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Η εναγομένη δεν αποκατέστησε τη βλάβη και ως εκ των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων της επιχείρησε να εντάξει το όλο έργο της αποκατάστασης του δικτύου αποχέτευσης σε συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του Ταμείου συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ...

Η συνεχιζόμενη, όμως, διαρροή δημιούργησε στους ενάγοντες φόβους για τη στατικότητα της οικοδομής και για την υγεία τους και τότε με τον δεύτερο απ' αυτούς απευθύνθηκαν στη Διεύθυνση Υγιεινής της Ν.Α. Φθιώτιδας, στο Τεχνικό Επιμελητήριο και στο Συνήγορο του Πολίτη. Συγχρόνως ο δεύτερος ενάγων υπέβαλε και την από 1.10.2001 έγκλησή του κατά των αρμόδιων προϊσταμένων των τεχνικών υπηρεσιών της εναγομένης.

Άμεσα επιλήφθηκαν όλες οι υπηρεσίες και όλες διαπίστωσαν τη διαρροή λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής από το αποχετευτικό δίκτυο της εναγομένης. Συγκεκριμένα α) Ο Χ. Ζ., πραγματογνώμονας του Τ.Ε.Ε, μετά από αυτοψία του στην οικοδομή, στις 14.7.2001, διαπίστωσε ότι υπήρχε συνεχής ροή υδάτων και υγρασία στο τοιχείο και στο έδαφος από διαρροές του παλαιού δημοτικού αγωγού αποχέτευσης, που εκτεινόταν κατά μήκος του τοιχείου επί της οδού ..., ότι η μόνιμη αυτή κατάσταση επέτεινε με γοργούς ρυθμούς τη διάβρωση των οπλισμών του τοιχείου και πιθανότατα των οπλισμών των πεδίλων, δηλαδή των φερόντων στοιχείων της κατασκευής, μειώνοντας την αντοχή των στοιχείων έναντι σεισμικών δράσεων και ότι δημιουργείτο έτσι σοβαρό πρόβλημα υγιεινής για τους ενοίκους της οικοδομής με την εκεί μόνιμη και επιτεινόμενη εστία μόλυνσης ..., β) Η Διεύθυνση Υγιεινής διαπίστωσε διαρροή λυμάτων από τον κεντρικό αγωγό αποχέτευσης στο υπόγειο της οικοδομής και την εξ αυτού του λόγου δημιουργία δύσοσμων και ανθυγιεινών καταστάσεων σε βάρος των εκεί ενοίκων και της δημόσιας εν γένει υγείας και γ) Ο Συνήγορος του Πολίτη στο από 20.6.2002 πόρισμά του, αφού δέχεται ότι η υγρασία στον υπόγειο χώρο οφείλεται στη βλάβη του δικτύου αποχέτευσης, ότι οι υπηρεσίες της εναγομένης, κατ' αντίθεση προς τη χρηστή και ορθολογιστική διοίκηση, καθυστερούν αδικαιολόγητα επί πολλά έτη να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, με μεγάλες αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις στους ιδιοκτήτες της οικοδομής και με σοβαρούς κινδύνους υγείας και ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν επιδεικνύουν ευαισθησία στα ως άνω σοβαρά προβλήματα, ζητεί από την εναγομένη την επίλυση του προβλήματος ...

Οι σχετικές εξηγήσεις της εναγομένης τόσο προς τη Δνση Υγιεινής όσο και προς το Συνήγορο του Πολίτη, δεν αντικρούουν με πειστικότητα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για τη διαρροή των λυμάτων και τους κινδύνους απ' αυτή, αλλά και για την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του προβλήματος, αφού μ' αυτές η εναγομένη αρνείται μόνο την ευθύνη της και κάνει αναφορά στην παλαιότητα των υπόγειων δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης και στις μικροδιαρροές που εμφανίζονται, ως εκ της παλαιότητάς τους, σε διάφορες οδούς της πόλης και στον ευρύτερο προγραμματισμό αντικατάστασης ολόκληρου του δικτύου μέσω συγχρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε.

προγραμμάτων. Επιπλέον ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λαμίας απέρριψε με την υπ' αριθ. 14/2002 διάταξή του την έγκληση του δεύτερου ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι υπήρχε μεν διαρροή λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής από το παλαιό αποχετευτικό δίκτυο της εναγόμενης, όμως οι αρμόδιοι προϊστάμενοι των τεχνικών υπηρεσιών της φρόντισαν για την εκτέλεση εργασιών στο εκεί δίκτυο και προγραμμάτισαν την αντικατάσταση του όλου παλαιού δικτύου, γι αυτό και δεν θεμελιώνονται, ελλείψει δόλου, οι αποδιδόμενες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της παράβασης υγειονομικών διατάξεων.

Η διάταξη αυτή επικυρώθηκε και από τον Εισαγγελέα Εφετών Λαμίας με την υπ' αριθ. 18/2002 διάταξή του.. Η πιο πάνω διαρροή των λυμάτων συνεχίσθηκε και μετά το έτος 2002, αφού η εναγομένη δεν αποκατέστησε τη βλάβη, παρότι οι ενάγοντες με την από 20.12.2002 αγωγή τους ζήτησαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.. Στις αρχές του έτους 2004 η διαρροή είχε μεγάλη έκταση και οι τρεις πρώτοι ενάγοντες με την από 9.3.2004 αίτησή τους ασφαλιστικών μέτρων προς το Ειρηνοδικείο Λαμίας ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποκαταστήσει τη βλάβη του δικτύου της...

Τελικά η εναγομένη, μετά από επιμέρους εργασίες που πραγματοποίησε στο εκεί δίκτυό της, στις 19.4.2001, 15.5.2001, 6.6.2001 και 26 και 27.6.2001, αποκατέστησε το Μάρτιο του 2004 πλήρως το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης και από τότε σταμάτησε κάθε διαρροή λυμάτων και υδάτων στον πιο άνω υπόγειο χώρο της οικοδομής και πλέον δεν εμφανίστηκε υγρασία στο χώρο αυτό ...

Με όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω για μακρό διάστημα, από το 1999 τουλάχιστον μέχρι το 2004, διαρροή λυμάτων και υδάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής προερχόταν από βλάβη του παλαιού αποχετευτικού δικτύου της εναγομένης στην οδό ... και ότι η μακρά αυτή διαρροή δημιούργησε σοβαρούς κινδύνους μόλυνσης και δύσοσμες και ανθυγιεινές καταστάσεις σε βάρος των ενοίκων της οικοδομής αυτής, αλλά συνετέλεσε και στη διάβρωση των οπλισμών των τοιχείων του υπογείου.

Περαιτέρω προκύπτει, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης, ότι η διαρροή των λυμάτων και οι εξ αυτής βλάβες στην ιδιοκτησία των τριών πρώτων εναγόντων, με δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους ενάγοντες, οφειλόταν στη μακρά αδράνεια από μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να αποκαταστήσουν αμέσως και σε κάθε περίπτωση πιο έγκαιρα, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τη βλάβη του δικτύου αποχέτευσης, αφού δεν αρκούσε η ευκαιριακή αντιμετώπιση του προβλήματος με επί μέρους εργασίες, ανάλογα με τις διαμαρτυρίες των εναγόντων, όπως δεν αρκούσε και η αντιμετώπισή του στα πλαίσια του ευρύτερου προγραμματισμού αντικατάστασης του αποχετευτικού δικτύου της πόλης της Λαμίας, μέσα από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα της Ε.Ε., αλλά η εναγομένη όφειλε με τους αρμόδιους υπαλλήλους της να δώσει προτεραιότητα στην αποκατάσταση της πιο πάνω βλάβης, καθόσον η διαρροή των λυμάτων ήταν συνεχής, μεγάλης έκτασης και μακράς διάρκειας, με σοβαρές συνέπειες στην υγεία των ενοίκων και στην ασφάλεια της οικοδομής ..., ενώ δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι τέτοιες και μάλιστα πολλές βλάβες, μεγάλης έκτασης και διάρκειας, υπήρχαν κατά την παραπάνω περίοδο και σε άλλα σημεία του αποχετευτικού δικτύου, οι οποίες να περιόριζαν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει κατά προτεραιότητα την πιο πάνω βλάβη και να επέβαλαν σ' αυτή, για τη λύση του προβλήματος, την υποχρέωση αντικατάστασης του όλου αποχετευτικού δικτύου.

Παρά ταύτα οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, κατ' αντίθεση στην καλή πίστη, στη χρηστή διοίκηση και στην υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας της υγείας και της περιουσίας των πολιτών, παρέλειψαν να καταβάλουν την επιμέλεια, την οποία αν με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου κατέβαλλαν, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έτσι η παράβαση, έστω και από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, της γενικής, αλλά και από το καταστατικό της, υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας ..., δηλαδή η παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, είναι, (η παράβαση) παράνομη, συνιστά αδικοπραξία και θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης σε βάρος της εναγομένης".

Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε συνυπαιτιότητα των εναγόντων για την εισροή των λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής τους, όπως αβάσιμα υποστήριξε η εναγομένη, αφού αυτοί κατασκεύασαν την οικοδομή " κατά τους όρους της υπ' αριθ. 758/1970 οικοδομικής άδειας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε τότε δυνατότητα κατασκευής ειδικότερης υγρομόνωσης των τοιχείων του υπογείου ή πολύ περισσότερο ότι η κατασκευή της θα απέτρεπε την είσοδο των λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η εισροή υδάτων και λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής των εναγόντων δεν ήταν η αιτία που οι χώροι αυτοί δεν εκμισθώθηκαν κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και συνεπώς ο πρώτος και ο δεύτερος ειδικότερα των ήδη αναιρεσιβλήτων δεν υπέστησαν σχετική ζημία από την απώλεια μισθωμάτων, ενώ αντίθετα όλοι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας εύλογη χρηματική ικανοποίηση αποτελεί το ποσό των 9.000 ευρώ για κάθε έναν από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους και το ποσό των 7.000 ευρώ για κάθε έναν από τους λοιπούς, απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την υποχρέωση της αντιδίκου τους να τους καταβάλει, με τους νόμιμους τόκους, τα παραπάνω ποσά, εξαφανίζοντας αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει σ' αυτούς μικρότερα ποσά χρηματικής ικανοποίησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 299, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, στις οποίες στήριξε την απόφασή του και με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οφειλόμενης σε αποκλειστική υπαιτιότητά τους με τη μορφή της αμέλειας, η οποία είχε ως συνέπεια την παράλειψή τους να αποκαταστήσουν έγκαιρα τις φθορές που είχε λόγω παλαιότητας υποστεί στην περιοχή της οικοδομής των αναιρεσιβλήτων ο κεντρικός δημοτικός αγωγής ύδρευσης και αποχέτευσης της πόλης της Λαμίας, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας ακριβώς των φθορών αυτών, να προκληθεί καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα η επιβλαβής γι' αυτούς εισροή υδάτων και λυμάτων στον υπόγειο χώρο της οικοδομής τους.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο μέρος του πρώτου και του δεύτερου των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν κατά το μέρος τους αυτό, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι και κατά το μέρος που αιτιάται μ' αυτούς η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας των υπαλλήλων της, που ήταν αρμόδιοι για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία του ως άνω δημοτικού αγωγού, αλλιώς περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση της ζημίας στην οικοδομή τους από την εισροή σ' αυτή υδάτων και λυμάτων, αφού το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη τη σχετική περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων ένστασή της και ρητά την απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ σαφώς έλαβε υπόψη και τους λοιπούς αρνητικούς της υπαιτιότητας των ως άνω προστηθέντων υπαλλήλων της ισχυρισμούς της και τους απέρριψε με όσα ειδικότερα διέλαβε στη σελίδα 16 της απόφασής του, μολονότι οι ισχυρισμοί αυτοί, ως απλοί αρνητικοί ισχυρισμοί των αντίθετων αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτων, δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ώστε το Εφετείο να έπρεπε να ασχοληθεί ειδικά μ' αυτούς.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερου, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων αυτών, που εκπροσωπήθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.9.2010 αίτηση της ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΑΜΙΑΣ ("Δ.Ε.Υ.Α.Λ.") για αναίρεση της υπ' αριθ. 273/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου, δεύτερου, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ