1796/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία συνεκδικάσθηκε μαζί με τις από 25/7/2003 και 1/9/2003 αγωγές και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1796/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (7.10. 2011) που έγινε με την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ο εκ των αναιρεσιβλήτων Ι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1796/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Λ. του Π. και 2. Ε. Λ. του Π., κατοίκων αμφοτέρων …, και 3. της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Δ. Ρ. Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην … , νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ανδρέα Τσώνη και κατέθεσαν προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Σ., του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία " ΦΟΙΝΙΞ-ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τασσόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' αρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, 3. Σ., χήρας Π. Β., η οποία ήταν παρούσα, ενεργούσης το μεν ατομικώς, το δε για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της Π. Β., κατοίκου ..., και 4. Μ. Β. του Π., κατοίκου ..., όλων εκπροσωπούμενων δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ιωάννας Δέδε, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία συνεκδικάσθηκε μαζί με τις από 25/7/2003 και 1/9/2003 αγωγές και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576παρ, 12 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικό του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήτευση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας, είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως, με τη μη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (7.10. 2011) που έγινε με την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ο εκ των αναιρεσιβλήτων Ι.
Σ. του Η. Από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (8.5.2009) κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5.3.2010 οπότε και συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε επ' αυτής η 610/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ι.
Σ.(βλ. προσκομιζόμενη 7742/4.11.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Σ.), ενώ εξ άλλου, στον τελευταίο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ακριβές αντίγραφο της από 13.4.2011 κλήσης με την οποία φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (βλ. προσκομιζόμενη τη 11.821/18.3.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Σ.) για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (20.5.2011), ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Επομένως, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του ανωτέρου, αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο πρέπει επομένως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία του.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΝΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν, καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελίων ει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης •παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή η όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
α'και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οχημάτων δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24.11.2002 και περί ώρα 0.5.30 πμ. ο εναγόμενος- ενάγων Ι. Σ.(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το υπ' αριθ. ...
Ι.Χ επιβατηγό αυτοκίνητο ανήκον κατά κυριότητα στον ίδιο και ασφαλισμένο κατά τον ως άνω χρόνο στην εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία) με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" εκινείτο κανονικά επί της λεωφόρου Αθηνών-Λαυρίου στην περιοχή Κορωπίου και βρισκόταν στο ύψος του 28ου χιλιομέτρου αυτής, όπου η εν λόγω αρτηρία είναι διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος ασφάλτου 7.50 μέτρων, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και οριζόντια διαγράμμιση αποτελούμενη από συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του άξονα του οδοστρώματος.
Κατά την προαναφερόμενη χρονική στιγμή ο εναγόμενος-ενάγων Σ. Λ., οδηγώντας το υπ' αριθ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, συγκάτοχοι του οποίου ήσαν ο ίδιος και η ενάγουσα-εναγομένη Ε. Λ. (κατά ποσοστά 80 % και 20%, αντιστοίχως), ως αγοραστές του εν λόγω αυτοκινήτου με σύμφωνο επιφυλάξεως κυριότητας από την ενάγουσα-εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Δ.
Ρ. Ε.Π.Ε." (πωλήτρια), που είχε παρακρατήσει την κυριότητα αυτού μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, έχοντας παραχωρήσει την κατοχή του στους ανωτέρω αγοραστές, ήταν δε ασφαλισμένο κατά τον ίδιο χρόνο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α. Ε. Ε. Γ. Α.", εκινείτο επί της πιο πάνω :
Λεωφόρου, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση (από Κορωπί προς Μαρκόπουλο). Το τελευταίο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Λ., με επιβαίνουσα, στη θέση του συνοδηγού, την Ε. Β. του Π., έβαινε με μεγάλη ταχύτητα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο εκεί όριο των 60 χιλιομέτρων την ώρα -καθοριζόμενο με σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα-, αφού αυτή υπολογίσθηκε από το επιληφθέν Τμήμα Τροχαίας Κερατέας της Ελληνικής Αστυνομίας, βάσει των επί του οδοστρώματος ανευρεθέντων ιχνών τροχοπεδήσεως τούτου, σε 72 χιλιόμετρα ανά ώρα κατ' ελάχιστον.
Στο προαναφερθέν ύψος του 28ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, ο οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Σ. Λ., από απροσεξία, αδέξιο, χειρισμό, μη άσκηση από αυτόν του επιβαλλόμενου ελέγχου και εποπτείας του οχήματος του και εκ του λόγου, ότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών (μειώνοντας την σημαντικά, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει της υπάρξεως της παραπάνω ρυθμιστικής πινακίδας, καθώς και του επικρατούντος σκότους λόγω νυκτερινής ώρας, αλλά και της στενότητας του οδοστρώματος, αποτελουμένου από μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση) και, εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας, την οποία είχε αναπτύξει, κατά τα άνω, εξετράπη της πορείας του προς τ' αριστερά και, αφού διήλθε τη διπλή διαχωριστική γραμμή του άξονα του οδοστρώματος, της οποίας απαγορεύεται η διάβαση, εισήλθε ανεπιτρέπτως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (παραβάσεις άρθρων 5 παρ. 3 α', 8, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1,2,3 και 20 παρ. 7 Κ.Ο.Κ.), το οποίο διέσχισε διαγωνίως, παρά την εκ μέρους του πραγματοποιηθείσα τροχοπέδηση επί μήκους 28,80 μέτρων (αρχόμενη από το άκρο αριστερό του αρχικού ρεύματος πορείας του, πλησίον της κεντρικής διαχωριστικής γραμμής, και εκτεινόμενη διαγωνίως εντός ολοκλήρου του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας), που δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει το όχημα του, με συνέπεια να αποκλείσει ξαφνικά η διέλευση του εκεί κανονικά κινουμένου αυτοκινήτου του Ι.
Σ., το οποίο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στη δεξιά πλευρά του παρεμβληθέντος, κατά τα άνω στην πορεία του, αυτοκινήτου του Σ. Λ.. Το τελευταίο, μετά τη σύγκρουση, συνεχίζοντας την προς τα' αριστερά διαγώνια κίνηση του, λόγω της υπερβολικής του ταχύτητας, εξήλθε του οδοστρώματος του αντίθετου προς την αρχική πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας, πέρασε το χωμάτινο έρεισμα της οδού και το παρακείμενο ανάχωμα και εισήλθε σε παραπλεύρως ευρισκόμενο αγρό, όπου τελικώς ακινητοποιήθηκε, αφήνοντας ίχνη ολισθήσεως 19,40 μέτρων.
Αποτέλεσμα του πιο πάνω αυτοκινητικού ατυχήματος υπήρξε η ολοσχερής καταστροφή των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, ο ελαφρύς τραυματισμός των δύο οδηγών τους και ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβάτιδας του Σ. Λ., Ε. Β., η οποία, μετά τετραήμερη νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου διακομίσθηκε μετά τη σύγκρουση, απεβίωσε στις 28-11-2002, εξαιτίας των βαριάς μορφής κακώσεων κεφαλής και κοιλίας, που υπέστη από το ατύχημα.
Η προπεριγραφόμενη σύγκρουση οχημάτων και ο εξ αυτής προκληθείς θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Β., οι ελαφροί τραυματισμοί των δύο οδηγών και οι προξενηθείσες υλικές ζημίες οφείλονται, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά,σε απερισκεψία και ανεπιτηδειότητα του εναγομένου-ενάγοντος Σ. Λ., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, τις οποίες θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου σε ανάλογες περιστάσεις και από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του έγινε από αμέλεια του αποκλειστικά υπαίτιος τούτων, ενώ ουδεμία ευθύνη βαρύνει τον εναγόμενο-ενάγοντα Ι.
Σ., ο οποίος, κινούμενος κανονικά εντός του προοριζομένου για την κατεύθυνση του ρεύματος πορείας, δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε προς αποτροπή του ατυχήματος ή μείωση των εξ αυτού ζημιών, δεδομένου ότι δεν είχε τον αναγκαίο για αποτελεσματική αντίδραση χρόνο, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου του Σ.
Λ. στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και της ξαφνικής αποφράξεως της πορείας του από το τελευταίο. Τα προβαλλόμενα από τους αντιδίκους του Ι. Σ. γεγονότα, ότι α) η εξέταση αλκοτέστ εκπνοής, στην οποία υποβλήθηκαν αρμοδίως μετά το ατύχημα και οι δύο παραπάνω οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, απέβη θετική ως προς την εκ μέρους του Ι.
Σ. προηγηθείσα κατανάλωση αλκοόλ, αφού σ' αυτόν ανιχνεύθηκαν ποσοστά οινοπνεύματος 0,53% στην πρώτη εκπνοή και 0,56% στην δεύτερη εκπνοή (άλλωστε και στο Σ. Λ. ανιχνεύθηκαν αντίστοιχα ποσοστά οινοπνεύματος 0,48% και 0,33%, δοθέντος ότι αμφότεροι επέστρεφαν από νυκτερινή διασκέδαση κατά τη στιγμή της συγκρούσεως) και β) ο ίδιος (Ι.
Σ.) τυπικά εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού μολονότι ουσιαστικά γνώριζε οδήγηση, ενόψει και του ότι υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία με την ειδικότητα του οδηγού αυτοκινήτου, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού και στην περίπτωση που δεν είχαν τελεσθεί από τον Ι. Σ.
οι προεκτεθείσες παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., η επίδικη σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί, διότι δεν οφείλεται σε οποιασδήποτε μορφής αμελή ή αδέξια οδηγητική συμπεριφορά του τελευταίου, αλλά στην είσοδο του οδηγούμενου από το Σ. Λ. αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα με υπερβολική ταχύτητα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Σ.
Λ. περί εισόδου του αυτοκινήτου του Ι. Σ. στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, αλλ' αντιθέτως καταρρίπτεται από τα εν γένει ευρήματα και τις διαπιστώσεις, που έχουν καταγραφεί στα συνταχθέντα συναφώς από τα επιληφθέντα του ατυχήματος αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Κερατέας σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και έκθεση αυτοψίας.
Σημειώνεται, συναφώς, ότι τα εκ της συγκρούσεως θραύσματα εντοπίσθηκαν διασκορπισμένα αποκλειστικά εντός του προς Κορωπί ρεύματος πορείας της οδού, όπου εκινείτο κανονικά ο Ι. Σ., και ειδικότερα, στο κεντρικό και δεξιό τμήμα αυτού, πράγμα που δεν θα συνέβαινε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν εκείνος είχε εισέλθει εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας του Σ.
Λ. και η σύγκρουση είχε λάβει χώρα ακριβώς στο σημείο της διπλής διαχωριστικής γραμμής στο μέσο του οδοστρώματος, όπως ο τελευταίος αβάσιμα διατείνεται, ενώ οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, προς επιβεβαίωση του πιο πάνω ισχυρισμού του Σ. Λ. από 25-2-2003 προανακριτικές καταθέσεις των Χ. Β. και Κ. Γ., καθώς και η από 24-2-2003 όμοια κατάθεση της Α.
Α. δεν είναι πειστικές, ως προς το ότι οι ανωτέρω υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος (και συνακόλουθα, ως προς το όλο περιεχόμενο τους), αφού δεν αναφέρονται ως τέτοιοι στη συνταχθείσα αμέσως μετά από αυτό έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, ούτε έδωσαν τα στοιχεία τους στην Τροχαία κατά την εκεί μετάβαση της ή μετέπειτα, αλλά προτάθηκαν για πρώτη φορά δύο μήνες μετά το συμβάν, με το κατατεθέν στα πλαίσια της προανακρίσεως από 20-1-2003 απολογητικό υπόμνημα του Σ.
Λ.. Ενόψει τούτων, μη αποδεικνυομένης οποιασδήποτε υπαιτιότητας για το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα του εναγομένου-ενάγοντος Ι. Σ., εφόσον δεν υφίσταται στοιχείο, που να θεμελιώνει αμέλεια του για την εκτεθείσα σύγκρουση, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η εκ του άρθρου 300 Α. Κ., προβληθείσα από τους εκκαλούντες-εναγομένους αντιδίκους του, ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού ....".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την από 30-3-2005 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως και κατά της οποίας με την ως άνω έφεση τους εξέφραζαν σχετικά παράπονα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος περί την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού και του ζημιογόνου γεγονότος (ατυχήματος) που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα στην απόφαση:1) καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της οδού στο σημείο του ατυχήματος και συγκεκριμένα το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της λεωφόρου Αθηνών Λαυρίου στην περιοχή Κορωπίου στο ύψος του 28ου χιλιομέτρου αυτής η ύπαρξη μιας λωρίδας κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και οριζόντιας διαγράμμισης αποτελούμενης από συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του άξονα του οδοστρώματος, καθώς και η ύπαρξη πινακίδας που περιορίζει το όριο ταχύτητας στα 60 χιλιόμετρα ωριαίως και με ταχύτητα υπερβαίνουσα το όριο αυτό κίνηση του ...
ΙΧΕ ζημιογόνου οχήματος, καθώς και τις επικρατούσες συνθήκες σκότους λόγω νυκτερινής ώρας (5.30πμ).2) Διευκρινίζεται ότι η κίνηση του ... Ι.Χ επιβατηγού αυτοκινήτου με οδηγό τον πρώτο αναιρεσίβλητο ήταν κανονική στο ρεύμα πορείας του υπό την σαφή έννοια της μη αντιθέσεως της προς τους καθορίζοντες την κυκλοφορία των οχημάτων στην εν λόγω οδό κανόνες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (κοκ). 3)Αναφέρεται σαφώς η αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη περί την οδήγηση την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς και ειδικότερα, δεν ρύθμισε, την ταχύτητα του οχήματος του ενόψει των επικρατουσών συνθηκών της οδού (νύκτα) που υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας ως ανερχόμενη σε 72 χιλιόμετρα ανά ώρα τουλάχιστον με αποτέλεσμα, εξ αιτίας της ταχύτητας που είχε αναπτύξει να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας παρά την πραγματοποιηθείσα τροχοπέδηση επί μήκους 28,80 μέτρων αρχόμενη από το άκρο αριστερό του αρχικού ρεύματος πορείας του πλησίον της κεντρικής διαχωριστικής γραμμής και εκτεινόμενη διαγωνίως εντός ολόκληρου του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και να ακινητοποιηθεί σε παρακείμενο ανάχωμα, αφού διήλθε το χωμάτινο έρεισμα της οδού αφήνοντας ίχνη ολισθήσεως 19,40 μέτρων.
Περαιτέρω, σαφής στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά γίνεται περί της πρόκλησης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος εντός του ρεύματος πορείας της λεωφόρου Αθηνών Λαυρίου με κατεύθυνση προς Κορωπί όπου εκινείτο το υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ειδικότερα στο κεντρικό και δεξιό τμήμα αυτού καθόσον τα εκ της συγκρούσεως θραύσματα εντοπίσθηκαν διασκορπισμένα αποκλειστικά εντός του προς Κορωπί ρεύματος της πορείας της οδού 4)Διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν κατέστη εφικτή η διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού από τον οδηγό του υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου και δη διότι δεν είχε τον αναγκαίο για αποτελεσματική αντίδραση χρόνο, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου ζημιογόνου αυτοκινήτου με οδηγό τον πρώτο αναιρεσείοντα στο ρεύμα πορείας του και της ξαφνικής αποφράξεως της πορείας του από το όχημά του και 5) Αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο η ανίχνευση οινοπνεύματος στον οδηγό του υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και η έλλειψη της κατά νόμο και κατηγορία αδείας ικανότητας οδήγησης δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και δη ως μη οφειλόμενης της πρόκλησης αυτού σε οποιασδήποτε μορφής αμελή ή αδέξια οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ανωτέρω οχήματος και πρώτου αναιρεσιβλήτου ώστε να είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί περαιτέρω η ταχύτης με την οποία οδηγούσε το ανωτέρω όχημά του καθώς και η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αντιθέτως κινούμενου οχήματος, αφού δέχεται, ότι δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο να αντιδράσει λόγω της αιφνίδιας εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του.
Ο πρώτος κατά συνέπεια λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος(σε ποιο ρεύμα πορείας της ανωτέρω οδού έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων σε σχέση με τη διαχωριστική γραμμή, την ταχύτητα του οχήματος του μετά την σύγκρουση) και περαιτέρω αναφορικά, με την αιτιώδη συνάφεια της ανίχνευσης οινοπνεύματος στον οδηγό του υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου και της έλλειψης της κατά νόμο άδειας ικανότητας αυτού προς οδήγηση στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και με τη δυνατότητα διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού από τον οδηγό του ανωτέρω οχήματος, πρέπει, σύμφωνα με τα γενόμενα παραπάνω δεκτά να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως, να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας περί την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος του οδηγού του υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Λ.- πρώτου αναιρεσείοντος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στο όχημα αυτό Ε. Β. δεν έλαβε υπόψη ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος 1)την από 25.2.2003 προανακριτική κατάθεση των μαρτύρων Χ. Β. και Κ. Γ. και 2) την από 24.2.2003 προανακριτική κατάθεση της μάρτυρα Α.
Α.. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τις προανακριτικές αυτές καταθέσεις τις οποίες ρητά μνημονεύει ανεξάρτητα από τη μη αξιολόγησή τους, διότι όπως δέχεται, δεν συγκαταλέγονται σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας στους αυτόπτες μάρτυρες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και δεν είναι συνακόλουθα πειστικές ως προς το όλο περιεχόμενο τους καθόσον η αξιοπιστία των μαρτύρων και των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει σε άλλες καταθέσεις μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία και σε άλλες μικρότερη.
Επειδή, λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικό ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της αποκλειστικής υπαιτιότητας περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στο υπ' αρ. ...9 ΙΧΕ αυτοκίνητο, του οδηγού του οχήματος αυτού πρώτο αναιρεσείοντα εσφαλμένα ανέγνωσε την έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος διότι καίτοι στην έκθεση αυτή ως βλαβέντα μέρη των εμπλακέντων στο ειδικό ατύχημα οχημάτων αναφέρονται τόσο το εμπρόσθιο όσο και το δεξιό τμήμα, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της αυτό δέχεται ότι το υπ' αρ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στη δεξιά και μόνο πλευρά του παρεμβληθέντος στην πορεία του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι τη σχετική κρίση το δικαστήριο της ουσίας δεν σχημάτισε αποκλειστικά ή κυρίως από την έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος αλλά ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της με τα λοιπά μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα ήτοι τη χωρίς όρκο κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων είναι και η ανωτέρω έκθεση αυτοψίας χωρίς να εξαρθεί η σημασία του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με το πόρισμα αυτό.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 1 περ. α' 269, 300, 553, 570 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αίτησης για αναίρεση και των προσθέτων λόγων, για το παραδεκτό των οποίων όμως αυτές πρέπει να προτείνονται με τις προτάσεις του διαδίκου, που κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον πριν τη δικάσιμο ημέρες. Η προβολή, άλλων καταλυτικών του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, είναι απαράδεκτη διότι η προβολή τους προϋποθέτει την εκκρεμοδικία της αγωγής η οποία περατώνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης. Η άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο, θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο της ουσίας τρίτου βαθμού.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων που προτάθηκε με τις κατατεθείσεις προτάσεις τους είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης (15.9.2011) κατά τον οποίο όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την υπ' αφ. 51/2010 απόφαση του Ζ', η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης αποκλειστικά υπαίτιος περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τυγχάνει ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 10.1.2008 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1660/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2008 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 1660/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ