Legislator Case Law & Legislation
1796/2009 AI generated

Appeal dismissed; access easement valid despite abuse of rights claim due to lack of total utility loss.

Case Number 1796/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two elderly women against a district court ruling regarding an access easement. The appellants argued that the respondent's conduct constituted abuse of rights and violated good faith, yet the court found the easement remained valid because the dominant land retained sufficient utility. The court held that a reduction in benefit does not extinguish an easement unless it becomes completely impossible to exercise, thereby rejecting the claim of total utility loss.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1118, 1120, 1124, 1125, 1136 of the Civil Code; An easement is extinguished only when its exercise becomes absolutely impossible due to real or legal reasons, such as the complete disappearance of the dominant land's need for it, but a mere reduction in utility or the existence of alternative access does not constitute such impossibility.

Keywords

AI generated
access easement abuse of rights good faith principle extinguishment of servitude utility of dominant land appeal admissibility Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 1118, 1120, 1124, 1125, 1136 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1796 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1796/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δελμούζο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Βαρδάκου-Γιαννούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δωριέων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμφίσσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2007 αίτηση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού (1120 περ. α' ΑΚ) αποσβήνεται αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Η αδυναμία ασκήσεως της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα ή ανάγκη ασκήσεώς της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων (ΑΠ 972/2008, ΑΠ 1360/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1188 ΑΚ "πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας που να παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα υπέρ ορισμένου προσώπου (περιορισμένες προσωπικές δουλείες). Οι δουλείες αυτές μπορούν να συνίστανται και σε οτιδήποτε αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας".

Όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, περιορισμένη προσωπική δουλεία είναι κάθε άλλη δουλεία εκτός από την επικαρπία και την οίκηση, η οποία παρέχει υπέρ κάποιου προσώπου ορισμένη εξουσία ή χρησιμότητα σε αλλότριο ακίνητο. Πρόκειται, δηλαδή, για εμπράγματο δικαίωμα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο υπάρχει όχι για χάρη άλλου (δεσπόζοντος) ακινήτου, αλλά για χάρη ορισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου.

Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1136, 1188, 1189 και 1191 ΑΚ, προκύπτει, ότι η περιορισμένη προσωπική δουλεία αποσβήνεται, εφόσον, από λόγους πραγματικούς ή νομικούς, η άσκησή της γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας υπέρ του προσώπου υπέρ του οποίου συστήθηκε η δουλεία, εφόσον η ύπαρξη της ωφέλειας ή χρησιμότητας αποτελεί απαραίτητο της δουλείας όρο (ΑΠ 271/2007, ΑΠ 868/2005).

Έτσι, τόσο η πραγματική δουλεία όσο και η προσωπική δουλεία αποσβήνεται εφόσον από λόγους πραγματικούς ή νομικούς η άσκησή της γίνεται αδύνατη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Δωριέων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν να κηρυχθεί καταργημένη η υπάρχουσα σε βάρος του ακινήτου τους και υπέρ του ακινήτου του εναγόμενου δουλεία διόδου, διότι το ακίνητο του τελευταίου απέκτησε νέα δίοδο με την διάνοιξη νέας δημοτικής οδού, επί της οποίας έχει πρόσοψη στη βόρεια πλευρά του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Οι ενάγουσες είναι συγκύριες ενός οικοπέδου, έκτασης 262,89 τ.μ., που βρίσκεται εντός του Δ.Δ. ... του Δ. ... Ν. ... και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία εναγομένου, βόρεια με ιδιοκτησία ..., δυτικά με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία Χ2. Οι ενάγουσες απέκτησαν την κυριότητα του ανωτέρου οικοπέδου κατά παράγωγο τρόπο και ειδικότερα, με αγορά από την ...

δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δελφών Ηλία Γ. Δελμούζου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων στο τόμο ... και αριθμό ..., η οποία είχε, ομοίως, καταστεί κυρία με παράγωγο τρόπο κατόπιν αγοράς από τη ..., στην οποία και είχε περιέλθει μετά από δωρεά αιτία θανάτου του συζύγου της ... .

Άλλωστε, συνεχίζει το Εφετείο.η κυριότητα των εναγουσών στο ανωτέρω, ακίνητο συνομολογείται από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον των δικαστηρίων και των δύο βαθμών. Το παραπάνω όμορο ανατολικά ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 964,54 τμ, περιήλθε σταδιακά στην κυριότητα του τελευταίου κατόπιν αγοράς από την ...

δυνάμει των ... και ... πωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Δωριέων Ευθυμίου - Φιλίππου Μπελούμπαση, το πρώτο εκ των οποίων αφορούσε οικόπεδο, εκτάσεως 501,14 τμ, το δε δεύτερο οικόπεδο, εκτάσεως 463,40 τμ. Τα ανωτέρω ακίνητα ήταν τμήματα ενός μεγαλυτέρου ακινήτου, συνολικής εκτάσεως περίπου 1.500 τμ που είχε αποκτήσει η προαναφερθείσα δικαιοπάροχος του εναγομένου κατόπιν αγοράς από τον απώτατο δικαιοπάροχο των εναγουσών, ..., δυνάμει του ...

πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δωριέων Ασημάκη Κακαρά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... στο τόμο ... και αριθμό ... . Με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο συστήθηκε εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας οδού υπέρ του πωληθέντος ακινήτου (δεσπόζον), τμήμα του οποίου ανήκει πλέον στον εναγόμενο και σε βάρος του όμορου δυτικά ακινήτου που πλέον ανήκει στις ενάγουσες (δουλεύον).

Με το ... πρακτικό συμβιβασμού, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δωριέων στο τόμο ... και αριθμό ... και με το οποίο καταργήθηκε η ανοιγείσα με την από 15-09-1973 διεκδικητική αγωγή της ... κατά της ... και του εναγομένου δίκη, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα διόδου και επαναπροσδιορίστηκαν οι διαστάσεις της.

Ειδικότερα, καθορίσθηκε ότι το δεσπόζον ακίνητο θα εξυπηρετείται από εδαφική λωρίδα μήκους 12,40 μ. και πλάτους 3 μ., ευρισκόμενη εντός του ακινήτου του δουλεύοντας και εφαπτόμενη κατά μήκος με τα ανατολικά όρια του. Ο εφεσίβλητος έκτοτε έκανε χρήση της διόδου αυτής, που συνδέει το ακίνητό του με τη δημοτική οδό που οδηγεί προς την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, προκειμένου να διέρχεται και να σταθμεύει εκεί το γεωργικό ελκυστήρα και το επαγγελματικό όχημά του.

Εξάλλου, στη βόρεια πλευρά του δεσπόζοντος υπάρχει δημοτική ασφαλτοστρωμένη οδός που οδηγεί στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, πλάτους περίπου 4,5 μέτρων, η στάθμη της οποίας βρίσκεται υψηλότερα περίπου 2 μέτρα σε σχέση με την επιφάνεια του, γεγονός που σε συνδυασμό με το βραχώδες έδαφος καθιστά εξαιρετικά δυσχερή έως αδύνατη την κάθοδο από την οδό στο ακίνητο και αντιστρόφως την άνοδο από το ακίνητο στην οδό.

Η κατασκευή πρόσβασης θα απαιτούσε αξιόλογες δαπάνες για την εξάλειψη της υψομετρικής διαφοράς και τον εκβραχισμό, ενώ θα μείωνε σημαντικά την ωφέλιμη επιφάνεια του ακινήτου. Άλλωστε, η προαναφερθείσα δημοτική οδός δεν είναι νέα που έχει προσφάτως, διανοιχθεί, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, αλλά προϋπήρχε του έτους 1969, οπότε και διαπλατύνθηκε.

Η επίδικη δουλεία διόδου, δηλαδή, εξακολουθεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες του δεσπόζοντος και δεν πρέπει να καταργηθεί ως περιττή ή μάταιη. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ύπαρξη της οδού ήταν αναμφίβολα γνωστή στη ... το έτος 1975, όταν και συμβιβάστηκε με το ανωτέρω πρακτικό, γεγονός του καταδεικνύει αφενός μεν ότι ήταν αδύνατη η χρήση της, αφετέρου δε, ότι η υπάρχουσα εντός του ακινήτου της δίοδος ήταν αναγκαία για την επικοινωνία του περίκλειστου.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση. Έτσι που έκρινε, δεχθέν ειδικότερα ότι, η κατά τα ανωτέρω συσταθείσα δουλεία διόδου, φέρει το χαρακτήρα πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσειουσών και δεν είναι απλώς προσωπική για τον αναιρεσίβλητο και τη σύζυγό του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1017, 1188 και 1136 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, διότι "παρερμήνευσε το αναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού και δέχτηκε ότι η επίδικη προσωπική δουλεία δεν εξυπηρετείται από τον δρόμο προς την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, όταν αυτό είναι άσχετο προς την πραγματικότητα και τα αιτηθέντα, αφού οι ενάγουσες-αναιρεσείουσες ζητούν την κατάργηση της προσωπικής αυτής δουλείας διόδου, όχι γιατί ο αναιρεσίβλητος εξυπηρετείται ή μη από τον δρόμο της Αγίας Παρασκευής, αλλά από τον καινούργιο δρόμο προς την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων".

Όμως το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο επικαλούμενο πρακτικό συμβιβασμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, ώστε να έπρεπε να προσφύγει στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλ' ούτε προσέφυγε σ' αυτούς, καίτοι δέχτηκε ότι πρόκειται για δικαιοπραξία πλήρη και σαφή.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, αν αναφέρεται στο αναιρετήριο α) η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, β) η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε λανθασμένα να χρησιμοποιήσει, γ) ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, δ) ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν, ε) η συσχέτιση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο "παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα των αξιούμενων την θεμελίωση των νομικών θεμελιώσεών της, όταν όλως αόριστα δέχτηκε ότι η κατασκευή πρόσβασης θα απαιτούσε αξιόλογες δαπάνες, χωρίς να προσδιορίζει αυτές".

Με τα αναφερόμενα στον εξεταζόμενο λόγο της αναιρέσεως, δεν προβάλλεται παραβίαση συγκεκριμένων διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, αφού δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ο σχετικός όμως ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είτε ως αγωγικός ισχυρισμός είτε ως ένσταση για την απόρριψη αγωγής, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής και των από 16-11-2005 προτάσεων των εναγουσών, που κατατέθηκαν στον πρώτο βαθμό, προκύπτει, ότι οι ενάγουσες ουδόλως επικαλέστηκαν περιστατικά περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος πραγματικής δουλείας εκ μέρους του εναγομένου ούτε στην ένδικη αγωγή τους, ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις τους.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να μην την εφαρμόσει καίτοι "από τα πραγματικά γεγονότα που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, την τακτική του αναιρεσιβλήτου να ταλαιπωρεί δύο γυναίκες άνω των 70 ετών, μόνες χωρίς οικογένεια, να υφιστάμεθα καθημερινά, όταν πηγαίνουμε στην ...

την συμπεριφορά του αντιδίκου, ο οποίος αφήνει την εξώθυρα συνέχεια ανοικτή και ξεκλείδωτη, καταστρέφει αυτή, προκαλεί και στη συνέχεια μας μηνύει και αυτός και οι συγγενείς του", προέκυπτε ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου "υπερβαίνει σαφώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη" είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Επομένως, οι δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, και τις αναιρετικές πλημμέλειες της παραμόρφωσης του ...

πρακτικού συμβιβασμού και της στέρησης νόμιμης βάσης, και τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται, όπως εκτιμάται, και η αναιρετική αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι απαράδεκτοι, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 20, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2007 αίτηση των 1) ... και 2) ... για αναίρεση της 75/ΤΟ/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ