Legislator Case Law & Legislation
1796/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on debt and usury claims.

Case Number 1796/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by DEME against the Larissa Court of Appeal's judgment regarding a debt dispute. The court found that the lower court correctly applied the law to determine the debt amount and interest, rejecting DEME's arguments regarding the statute of limitations and the bank's failure to cite specific legal provisions. Consequently, the appeal was deemed unfounded, and DEME was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may only quash a judgment if it violates substantive law or fails to provide sufficient reasoning for the application of legal provisions, and such violations must be evident from the facts and law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation sufficient reasoning statute of limitations legal costs debt recovery usury claims

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 288 of the Civil Code
Article 342 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 30/1997
Supreme Court 28/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1796 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1796/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού A.E." (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρυσώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ήδη συγχωνευθείσας με την ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2001 μη οριστική και 25/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 253/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 5-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΚατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 30/1997, 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Περαιτέρω, με το άρθρο 288 του Α.Κ. που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ρυθμίζεται η εκπλήρωση γεννημένης υποχρέωσης από δικαιοπραξία με τη διορθωτική επέμβαση του Δικαστηρίου, όταν ειδικές συνθήκες το επιβάλλουν, ενώ κατά το άρθρο 340 του Α.Κ.

ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης οφειλής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση εκ μέρους του δανειστή. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η ακριβής, ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενό της προς τον οφειλέτη όχληση του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλής του, δηλαδή εκείνη από την οποία προκύπτει πέραν από το χρόνο στον οποίο αναφέρεται, και το είδος αλλά και η ακριβής ποσότητα της παροχής, καθιστά τον τελευταίο υπερήμερο, με συνέπεια, εκτός των άλλων, ο δανειστής να έχει το δικαίωμα από τη διάταξη του άρθρου 345 εδ.

α' του Α.Κ. να ζητήσει τον οριζόμενο με το νόμο ή τη δικαιοπραξία τόκο υπερημερίας. Η εν λόγω όχληση δεν είναι ορισμένη και σαφής, ούτε επιφέρει τα κατά τα άρθρα 340 και 345 του Α.Κ. πιο πάνω έννομα αποτελέσματα όταν δεν αναφέρεται στο πραγματικό καθ' ύψος οφειλόμενο ποσό, η περί του οποίου ανακρίβεια δεν είναι τόσο μικρή, ώστε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ.

να ισχύσει για το μικρότερο ποσό που πράγματι οφείλεται, ιδιαίτερα δε όταν η ταυτότητα του τελευταίου δεν προκύπτει ούτε και από τα υπόλοιπα στοιχεία της ενοχής. Τέλος, οι εγγυητικές επιστολές, που εκδίδονται από τράπεζες, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 847, 851 και 853 του Α.Κ.

η οποία στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 361 του Α.Κ. δεν αποβλέπει στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή. Στην περίπτωση έκδοσης εγγυητικής επιστολής με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση", σκοπείται η άμεση μετάθεση του χρηματικού ποσού για το οποίο χορηγήθηκε η εγγυητική επιστολή σ' εκείνον που αυτή απευθύνεται με την επέλευση ορισμένου τυπικά διαπιστούμενου γεγονότος, ή με την πάροδο προθεσμίας, ή με απλή δήλωση του δικαιούχου προς τον οποίο απευθύνεται η επιστολή, ότι επήλθε ο λόγος της κατάπτωσης αυτής, χωρίς να έχει τη δυνατότητα η εκδότρια της επιστολής τράπεζα να ελέγξει το υπαρκτό ή το έγκυρο της κύριας οφειλής, ούτε το λόγο της κατάπτωσης της εγγύησης, ή να προβάλλει την ένσταση διζήσεως ή άλλη μη προσωποπαγή ένσταση του πρωτοφειλέτη, από τις οποίες εγκύρως παραιτείται.

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι η Τράπεζα, παρά την παραίτησή της από τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, και την εντεύθεν αδυναμία της να αναχθεί ευθέως, χωρίς τη συνδρομή του άρθρου 281 του Α.Κ., στη βασική σχέση της κύριας οφειλής, δικαιούται, εφόσον εγγυάται μόνο σε σχέση με τη σύμβαση που κατάρτισε ο υπέρ ου η εγγυητική επιστολή, και μόνο για τις αξιώσεις κατά του τελευταίου από τη σύμβαση αυτή, να αξιώσει από το δανειστή, όχι μόνο σαφή και πλήρη δήλωση κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, αλλά να περιέχει η τελευταία, ή άλλη μεταγενέστερη σχετική όχληση προς αυτήν, και πλήρη ποσοτική και ακριβή περιγραφή της εναντίον της ατομικής αξίωσης του δανειστή από το ποσό της εγγυητικής επιστολής της, με την έννοια της εξώδικης όχλησης που προαναφέρθηκε, ώστε εκτός από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, η τράπεζα να καταστεί και υπερήμερη οφειλέτρια.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : "Δυνάμει του από 21-9-1995 συμβολαίου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης ισχύος και της υπό την αυτή ημεροχρονολογία Συμβάσεως Διακανονισμού Συμμετοχής Ηλεκτροδοτήσεως, που καταρτίσθηκαν στην Καρδίτσα μεταξύ της εφεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε.", η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να επεκτείνει τις γραμμές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία δε ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτή (εφεσίβλητη), ως συμμετοχή της στις δαπάνες της επεκτάσεως των γραμμών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, πέραν της αξίας της εκάστοτε παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, 17.890.000 δραχμές, ήτοι 15.910.000 δραχμές ως συμμετοχή στις δαπάνες ενίσχυσης των γραμμών ηλεκτροδότησης και 1.980.000 δραχμές ως συμμετοχή στις δαπάνες επέκτασης του δικτύου μεταφοράς ενέργειας.

Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μετά την έναρξη ρευματοληψίας σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα συνυπολογίζονταν στους μηνιαίους λογαριασμούς κατανάλωσης, που θα αποστέλλονταν από την εφεσίβλητη, και θα εξοφλούνταν ταυτόχρονα μ' αυτούς. Η πρώτη δόση, ύψους 745.000 δραχμών θα καταβάλλονταν με την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο μετά την έναρξη της ρευματοληψίας σε 23 ισόποσες δόσεις, έντοκες προς 28%, συνολικά δε 954.112 δραχμές ανά δόση.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της πιο πάνω σύμβασης διακανονισμού συμμετοχής ηλεκτροδοτήσεως και συνεπεία της καταβολής της συμμετοχής της αντισυμβαλλόμενης ανώνυμης εταιρίας "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." σε δόσεις, προβλέφθηκε η υποχρέωση της τελευταίας όπως εντός δέκα ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως προσκομίσει ως εγγύηση, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, τραπεζική εγγυητική επιστολή αόριστης διάρκειας, ποσού 20.230.156 δραχμών, διά της οποίας θα παρείχετο στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει από την εγγυήτρια τράπεζα την καταβολή οποιουδήποτε μέχρι του ύψους της εγγυήσεως ποσού οφειλομένου από την υπέρ ης η εγγύηση εταιρίας.

Για το σκοπό αυτό προσκομίσθηκε και παραδόθηκε στο υποκατάστημα της εφεσίβλητης, στην Καρδίτσα, η από 21-9- 1995 εγγυητική επιστολή της εναγόμενης τράπεζας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος, η εκκαλούσα τράπεζα. Με την εγγυητική αυτή επιστολή και σύμφωνα με το περιεχόμενό της, η εκκαλούσα εγγυήθηκε μέχρι του ποσού των 20.230.156 δραχμών για την ακριβή, πιστή και εμπρόθεσμη εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." με την πιο πάνω από 21.9.1995 σύμβαση, παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από την ένσταση του ευεργετήματος της διζήσεως, από το δικαίωμα προβολής εναντίον της εφεσίβλητης όλων των ενστάσεων του πρωτοφειλέτη ακόμη και των μη προσωποπαγών και ιδιαίτερα οποιασδήποτε άλλης ένστασης των άρθρων 852-856, 862-864 και 866-869 του ΑΚ, όπως και από τα δικαιώματα που τυχόν απορρέουν από τα άρθρα αυτά, ενώ με την αυτή επιστολή δήλωσε ότι σε περίπτωση που η υπέρ ης η εγγύηση εταιρία παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει με την ανωτέρω σύμβαση, η εκκαλούσα αναλαμβάνει τη ρητή υποχρέωση να καταβάλει στην εφεσίβλητη, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση, ολόκληρο ή μέρος του ποσού της εγγύησης, σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής (εφεσίβλητης) και αμέσως μόλις της το ζητήσει ("σε πρώτη ζήτηση").

Όμως η συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι της εφεσίβλητης, μη εξοφλώντας εμπροθέσμως τους περιοδικώς αποστελλόμενους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι δόσεις συμμετοχής στις δαπάνες ενίσχυσης του δικτύου ηλεκτροδότησης και επέκτασης του δικτύου μεταφοράς ενέργειας των εργοστασιακών της εγκαταστάσεων για τις οποίες εγγυήθηκε η εκκαλούσα.

Την 13.6.1996 η εταιρία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 9.000.000 δραχμών και η τελευταία κοινοποίησε την 20.6.1996 προς την εκκαλούσα το με ..... έγγραφό της, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι η χορηγηθείσα απ' αυτήν εγγυητική επιστολή, ύψους 20.230.156 δραχμών, θα ισχύει εφεξής για 11.230.156 δραχμές, λόγω της προαναφερόμενης καταβολής (ήτοι 20.230.156 - 9.000.000).

Ακολούθως, την 5.2.1997, κατόπιν λογιστικού σφάλματος της αρμόδιας υπαλλήλου της εφεσίβλητης, που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας απόδειξης στην παρούσα δίκη και η οποία εσφαλμένα θεώρησε ως εξοφλημένο, πέραν του προηγούμενου ποσού των 9.000.000 δραχμών, και ποσό 5.000.000 δραχμών, ενώ πράγματι, στο τελευταίο τούτο ποσό περιλαμβάνονται και τόκοι ύψους 2.434.436 δραχμών που δεν μπορούσαν να απαιτηθούν με τη σύμβαση εγγυήσεως και συνεπώς δεν καλύπτονταν από την εγγυητική επιστολή, η εφεσίβλητη κοινοπoίησε στην εκκαλούσα το με .....

έγγραφό της, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι η εγγυητική επιστολή θα ισχύσει για 6.230.156 δραχμές (ήτοι 11.230.156 - 5.000.000). Στο ίδιο σφάλμα υπέπεσε η εφεσίβλητη, στηριζόμενο στο προαναφερόμενο αρχικό σφάλμα της αρμόδιας υπαλλήλου της, και με τα με ..... και ..... έγγραφά της, με τα οποία γνωστοποίησε στην εκκαλούσα την 12.8.1997 και 9.10.1997, αντίστοιχα, σε απάντηση σχετικών αιτήσεών της, ότι το υπόλοιπο της εγγυητικής της επιστολής ανήρχετο στο ποσό των 6.230.156 δραχμών, ποσό και το οποίο της ζήτησε να της καταβάλει εντός προθεσμίας 15 ημερών με την από 24.11.1997 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε την 24.11.1997.

Aργότερoν, όμως, έγινε αντιληπτό από την εφεσίβλητη το λάθος της υπαλλήλου της και κοινοποίησε στην εκκαλούσα, την 20.1.1998, το με ..... έγγραφό της, γνωστοποιώντας ότι η εγγυητική επιστολή της ισχύει για το ποσό των 11.230.156 δραχμών και εν συνεχεία με την από 4-2-1998 εξώδικη όχλησή της, την οποία της κοινοποίησε την 6.2.1998, την καλούσε να της καταβάλει το παραπάνω ποσό εντός προθεσμίας 15 ημερών.

Το ποσό όμως που πράγματι όφειλε η εκκαλούσα στην εφεσίβλητη με βάση τα προαναφερόμενα ανερχόταν σε 8.795.720 δραχμές (ή 25.812,82 ευρώ), όπως άλλωστε και η εξετασθείσα μάρτυρας της τελευταίας βεβαίωσε κατά την κατάθεσή της στον αρμόδιο εισηγητή που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και όχι εκείνο των 11.230.156 δραχμών που αξίωσε η άνω εφεσίβλητη με την αμέσως προαναφερόμενη εξώδικη όχλησή της.

Η εκκαλούσα, μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν της από 4.2.1998 εξώδικης όχλησης της αντιδίκου της, κοινοποίησε προς αυτήν το από 26.9.1998 έγγραφό της με το οποίο την καλούσε στο κατάστημά της, προκειμένου να εισπράξει το ποσό της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, που κατ' αυτήν ανερχόταν στο ποσό των 6.230.156 δραχμών, με ταυτόχρονη επιστροφή του σώματος της εγγυητικής επιστολής, πρόσκληση την οποία δεν αποδέχθηκε η εφεσίβλητη.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αξίωση της εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 25.812,82 ευρώ (που αντιστοιχεί σε 8.795.720 δραχμές), ποσό το οποίο υποχρεούται να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής της και όχι από την επομένη της 26.2.1998, όπως ζητεί με την αγωγή της αυτή (εφεσίβλητη), αφού ενόψει των προηγηθεισών επιστολών της προς την εκκαλούσα, υπήρχε αμφιβολία ως προς το πραγματικό ύψος της οφειλής της".

Με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, η από 4-2-1998 εξώδικη όχληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 6-2-1998, με την οποία ζητήθηκε η καταβολή του ποσού των 11.230.156 δρχ. από την κατάπτωση της ένδικης εγγυητικής επιστολής, έναντι πραγματικής οφειλής από την ίδια αιτία 8.795.720 δρχ., και στην οποία (εξώδικη) στηριζόταν το αγωγικό αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας από την αναιρεσίβλητη, για το προ της επίδοσης της αγωγής χρονικό διάστημα, δεν ήταν στο σύνολό της εκτιμώμενη, στο πλαίσιο της φερόμενης ως παραβιασθείσας διάταξης του άρθρ. 340 του Α.Κ.

ακριβής, ορισμένη και σαφής, ώστε να επιφέρει τα κατά τα άρθρα 340 και 345 του Α.Κ. αποτελέσματα υπερημερίας σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Τούτο δε διότι η όχληση αυτή δεν αναφερόταν στο πραγματικά τότε οφειλόμενο πιο πάνω ποσό, η περί του οποίου ανακρίβεια σε σχέση προς το ζητηθέν (διαφορά 2.434.438 δρχ.) δεν ήταν τόσο μικρή, ώστε μετά την εφαρμογή από το Εφετείο της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ., σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να ισχύσει η όχληση αυτή για το μικρότερο πράγματι τότε οφειλόμενο ποσό.

Εξ άλλου, οι πιο πάνω προηγηθείσες αλλεπάλληλες και αντιφατικές ενέργειες των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που δέχεται το Εφετείο της 20-6-1996, της 5-2-1997, της 12-8-1997, της 20-1-1998 και της 6-2-1998, με τις οποίες προσδιορίστηκε κάθε φορά η εκ της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής ταυτόσημη οφειλή της αναιρεσίβλητης τράπεζας, στα διαδοχικά και αντιφατικά κάθε φορά ποσά, αρχικά των 11.230.155 δρχ.

στη συνέχεια και με τρεις διαδοχικές ενέργειες στο ποσό των 6.230.156 δρχ. και τέλος των 11.230.156 δρχ., δεν οδηγούσαν ως μη πρόσφορα στοιχεία της όλης ένδικης έννομης σχέσης, ακόμα και με την προσφυγή από το Εφετείο στη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., στο να ισχύσει η όχληση αυτή για το μικρότερο έστω ποσό των 8.795.720 δρχ., στο οποίο περιορίσθηκε η αγωγή, από το αρχικό αίτημά της των 11.230.156 δρχ..

Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από παραδοχή αντίστοιχου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε για την ενότητα της εκτέλεσης, την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα ως προς το αίτημα καταβολής τόκων από της προηγηθείσης πιο πάνω εξώδικης δήλωσης και αφού απέρριψε το αγωγικό αυτό αίτημα επεδίκασε το και πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 8.795.720 δρχ.

νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με την ειδικότερη και αποκλίνουσα αιτιολογία "της εύλογης αμφιβολίας της αναιρεσίβλητης", που δεν προσβλήθηκε με την αναίρεση ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 342 του Α.Κ., στο ορθό κατέληξε αποτέλεσμα, έστω και για διάφορους λόγους για τους οποίους δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναίρεσης του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 847, 851, 853, 288, 323, 340, 341 και 345 του Α.Κ. απορριπτέος τυγχάνει στο σύνολό του ως αβάσιμος στηριζόμενος στις εσφαλμένες προϋποθέσεις ότι : 1) η αναιρεσίβλητη ως εκδότρια της επίδικης εγγυητικής επιστολής με την υπόσχεση καταβολής σε πρώτη ζήτηση και τις λοιπές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν κατέστη άνευ ετέρου υπερήμερη για το ζητηθέν με την από 4-2-1998 εξώδικη δήλωση ποσό από την καταπεσούσα επιστολή, και 2) ότι το Εφετείο σε κάθε περίπτωση παραβίασε την υποχρέωσή του προσφυγής στη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ.

και στα λοιπά στοιχεία της όλης έννομης σχέσης και δεν αιτιολογεί την αντίστοιχη παράλειψή του προσφυγής στη διάταξη και τα αντίστοιχα στοιχεία, από την εφαρμογή και εκτίμηση των οποίων θα προέκυπτε η υπερημερία της αναιρεσίβλητης, για το χρόνο πριν από την επίδοση της αγωγής, και ειδικά από την επίδοση της από 4-2-1998 εξώδικης δήλωσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΔΕΗ Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 253/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ