Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding insufficient reasoning for breach of alienation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a breach of alienation claim. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning on the fulfillment of special duties and improperly considered evidence without legal basis. The court rejected these arguments, stating that the reasoning was adequate and the appeal was inadmissible under the relevant procedural code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 942 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: A breach of alienation claim requires proof of intent to harm creditors and insufficient remaining assets, while an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the contested issue lacks independent existence or does not significantly affect the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1796 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1796/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : ...... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 316/1999 μη οριστική, 77/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 55/2004 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των΄ άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι : α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το' άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Εξάλλου, ο δανειστής από αλληλόχρεο λογαριασμό μπορεί να ασκήσει την από τα άρθρα 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη απαλλοτριωτικών. προς βλάβη του. πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως δεν είχε κλεισθεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καίτοι είχαν προβάλλει σχετικό ισχυρισμό με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα ότι ενώ η αγωγή της αναιρεσίβλητης στηριζόταν στις διατάξεις περί καταδολεύσεως δανειστών και η απαίτησή της στο κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε οριστικώς, δεν εξειδικεύονται στην αγωγή όλα τα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού, αφού δεν έλαβε χώρα αναγνώριση του καταλοίπου.
Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι σ΄ αυτήν εκτίθετο ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα έκλεισε οριστικά τους αλληλόχρεους λογαριασμούς, που είχε συνάψει με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", στις 15-9-1998, οι οποίοι παρουσίαζαν χρεωστικά κατάλοιπα, συνολικού ύψους 318.587,297 δρχ. σε βάρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και ότι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών αυτών η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε αυθημερόν τόσο στην πιστούχο πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, όσο και στην πρώτη αναιρεσείουσα, που είχε εγγυηθεί την εμπρόθεσμη πληρωμή των καταλοίπων από τις συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ότι στις 14-9-1998 η πρώτη αναιρεσείουσα, με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης, μεταβίβασε συμβολαιογραφικώς με γονική παροχή τα μνημονευόμενα σ΄ αυτήν (αγωγή) ακίνητα στα τέκνα της δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, τα οποία και γνώριζαν το σκοπό αυτό βλάβης, και ότι η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης αναιρεσείουσας δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε το λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού στοιχείο της περί διαρρήξεως αγωγής (παυλιανής) είναι να έχει καταστεί η απαίτηση του δανειστή απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, που σε περίπτωση απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού επέρχεται με το οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της αγωγής, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται σ΄ αυτήν τα κατ΄ ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού.
Κατά συνέπεια οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής είναι αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997). Όμως για την πληρότητα της αιτιολογίας απόφασης δεν απαιτείται να αναφέρονται οι εφαρμοζόμενες διατάξεις του νόμου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας ως εγγυήτριας από τις συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως, επί του θέματος αυτού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 27-10-1995 καταρτίστηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία .....
Ο.Ε." η υπ΄ αριθμ. 1514/27-10-1995 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με την οποία η τελευταία πιστώθηκε με το ποσό των 40.000.000 δρχ.. Στη συνέχεια με τις υπ΄ αριθμ. 1514-1/29-2-1996, 1514-2/13-12-1996 και 1514-3/13-5-1997 αυξητικές συμβάσεις αυξήθηκε η πίστωση προς την ως άνω πιστούχο εταιρεία με τα ποσά των 10.000.000, 120.000.000 και 140.000.000 δρχ.
αντίστοιχα. Η πρώτη εναγομένη εγγυήθηκε εγγράφως ως προς την ενάγουσα και υπέρ της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας την εμπρόθεσμη εξόφληση της αρχικής συμβάσεως και των μεταγενεστέρων αυξητικών συμβάσεων αυτής. Εξάλλου, αυτή παραιτήθηκε από το ευεργέτημα της διζήσεως και από κάθε ένσταση από τα άρθρα 853, 858, 862 -864, 867 και 869 του ΑΚ και αποδέχθηκε ότι κάθε αναγνώριση στο μέλλον από την πρωτοφειλέτρια της οφειλής υποχρεώνει και αυτή".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με τους νόμιμους όρους και προϋποθέσεις για την ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας ως εγγυήτριας των συμβάσεων πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης η αναφορά και της διατάξεως του άρθρου 851 ΑΚ, που ορίζει την έκταση ευθύνης του εγγυητή.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 943 ΑΚ προκύπτει, ότι οι δανειστές έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί και η λόγω γονικής παροχής (κατ΄ άρθρο 1509 ΑΚ) γενόμενη, διότι το γεγονός ότι η απαλλοτρίωση (διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως του γονέα προς το τέκνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπληρώσεως από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών.
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλ.
που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδη για την έκβαση της δίκης θέμα, όπως είναι η συνδρομή ή μη του στοιχείου της εκπληρώσεως του ιδιαιτέρου καθήκοντος, σε σχέση με τις γονικές παροχές που έγιναν από την πρώτη αναιρεσείουσα προς τους λοιπούς.
Όμως η προβαλλόμενη ως άνω ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορά σε ζήτημα με την εκτεθείσα στην μείζονα σκέψη έννοια, αφού επιτρέπεται η διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και, επομένως και της γονικής παροχής που γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρεώσεως του γονέα προς το τέκνον του.
Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Είναι όμως αλυσιτελής ο λόγος για λήψη από το δικαστήριο υπόψη του εγγράφου για το οποίο δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του, όταν μάλιστα το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου δεν ασκεί επίδραση στο διατακτικό της απόφασης. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ανεγνώρισε τα χρεωστικά υπόλοιπα των αλληλόχρεων λογαριασμών με τις από 19-3-1998 και 22-6-1998 επιστολές της προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, πλην όμως από τις προτάσεις της τελευταίας ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή αυτών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προτεινόμενος, διότι η αναγνώριση ή μη των χρεωστικών υπολοίπων των αλληλόχρεων λογαριασμών, δεν είναι στοιχείο της αγωγής περί διαρρήξεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και ως εκ τούτου δεν έχει καμία επίδραση στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2004 αίτηση των .... για αναίρεση της 55/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ