Legislator Case Law & Legislation
1795/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision due to procedural defects and vague constitutional challenge.

Case Number 1795/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 29 individuals against a labor court judgment regarding their wages. The appellants raised procedural objections, including the absence of certain defendants and a vague constitutional challenge to a new law's retroactive application. The court rejected these arguments, noting that the procedural defects did not justify overturning the lower court's decision and that the constitutional claim lacked specific grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific regarding procedural defects and constitutional challenges, otherwise it is dismissed as vague.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural defect constitutional challenge labor dispute retroactive law

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 30(1) and (2) of Law 4038/2012
Article 19(1)(b) of Law 2556/1997
Article 61(3) of Law 4194/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1795 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1795/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. - Α. Μ. του Β., κατοίκου ... 2.Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3.Ζ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 4.Κ. - Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5.Κ. Ε. του Χ., κάτοικος ..., 6.Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ... 7.Κ. Ά. του Ε., κατοίκου ..., 8.Μ. Ι. του Κ., κατοίκου ..., 9.Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 10.Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11.Π. Ε. του, κατοίκου ..., 12.Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 13.Π. - Μ. Α. του Μ.. κατοίκου ... 14.Τ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 15.Τ. Α. του Ε., κατοίκου ... 16.Τ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 17.Φ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 18.Γ. Σ. του Β., κατοίκου ... 19.Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 20.Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 21.Α. Σ. - Σ. του Σ., κατοίκου ..., 22.Λ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., 23.Μ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 24.Π. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 25.Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 26.Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 27.Χ. Π. του Λ., κατοίκου ..., 28.Ζ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 29.Ξ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 30.Ν. - Τ. Ε. του Α. κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τουτζιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Η ... εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο της Ελευθέριο Βαλάκο και η 2η (3η ΔΥΠΕ) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Πατσινακίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατάθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, ο ως άνω δικηγόρος Ελευθέριος Βαλάκος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης διότι ο δικηγόρος ... Θεοχάρης Κεφάλας που χειρίζεται την υπόθεση δεν έχει πληρεξουσιότητα αυτή τη στιγμή. Το δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η 1η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4027/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1808/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, οι διάδικοι παραστάθηκαν, σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 575 παρ. 1 εδ. β'), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 24.2.2022 (αριθ. καταθ. 614/73/24.2.2022) αίτηση για αναίρεση της 1808/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η 1η αναιρεσίβλητη (4η ΔΥΠΕ).

Από την έρευνα δε του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της κρινομένης υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 31.1.2023 όλοι οι διάδικοι ήταν παρόντες και, ειδικότερα, η 1η αναιρεσίβλητη, η οποία είχε κλητευθεί για την εν λόγω δικάσιμο με επιμέλεια των αναιρεσειόντων (υπ' αριθμ. 4117/17.10.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ...

Χ. Θ. Ρ.), αιτήθηκε την αναβολή για την παρούσα δικάσιμο, χωρίς να προβάλλει έλλειψη ή ελαττωματικότητα της κλήτευσής της. Επομένως, εφ' όσον η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως στην παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευσή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, πρέπει αυτή να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρ. 62 εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ.1 εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 335/2018, 1611/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η 27η αναιρεσείουσα Π. Χ. του Λ. απεβίωσε στις ..., δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο και αυτής της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 2.11.2018 της από 13.4.2018 ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., και στη συνέχεια η ασκηθείσα από αυτή έφεση απορρίφθηκε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς ως προς αυτήν η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα αναίρεσης έχει, μεταξύ άλλων προσώπων, και ο εκκαλών, εφόσον νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 έως 120, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει λόγο αναίρεσης, ενώ αυτό ισχύει και για έκαστο από τους διαδίκους, με συνέπεια να είναι απαράδεκτη η αίτηση ως προς τον αναιρεσείοντα ή τον αναιρεσίβλητο, για τον οποίο δεν περιέχεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 56/2023, 932/2018, 47/2016, 824/2013).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από την 18η αναιρεσείουσα - Γ. Σ., του Β. είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, γιατί δεν περιέχει λόγο αναίρεσης που να αφορά αυτήν ως ηττηθείσα εκκαλούσα-ενάγουσα, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση (βλ. 15ο φύλλο οπισθια σελίδα αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).

Με την από 24.2.2022 και με αριθμό κατάθεσης 614/73/24.2.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1808/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 10.12.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 24446/2664/2019 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 4027/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 13.4.2018 και με αριθμό κατάθ. 8308/6352/2018 αγωγή και μετά από εξαφάνιση αυτής (αποφάσεως) έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή ως προς ορισμένους των εναγόντων - εκκαλούντων και απορρίφθηκε ως προς τους λοιπούς.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 11 του Ν.4575/2018, το οποίο αφορά "Καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού στο Ιατρικό Προσωπικό", προβλέπεται ότι: 1. Στους Ιατρούς του Ε.Σ.Υ., Ιατρούς Δημόσιας Υγείας Ε.Σ.Υ., Επικουρικούς Ιατρούς και Ειδικευόμενους Ιατρούς και στο σύνολο των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και για όσο χρόνο αυτοί ήταν εν ενεργεία κατά το χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016 καταβάλλεται, πλην της αποζημίωσης εφημεριών, εφάπαξ χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν με βάση τις ισχύουσες κατά την 31.7.2012 μισθολογικές διατάξεις, και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν με βάση τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (Α' 222).Το χρηματικό ποσό του προηγούμενου εδαφίου υπολογίζεται με αναφορά στο χρονικό διάστημα από 13.11.2014 έως και 31.12.2016." Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέφθηκε η καταβολή σε όλους τους ιατρούς της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν με βάση τις ισχύουσες την 31.7.2012 διατάξεις και εκείνες που έλαβαν πράγματι μετά τις μειώσεις αυτών με βάση τις διατάξεις του ν.4093/2012, στο πλαίσιο συμμόρφωσης με την υπ' αριθμ. 431/2018 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι σχετικές μειώσεις αποδοχών και δεν θεσπίστηκαν ρυθμίσεις τροποποιητικές των περί παραγραφής διατάξεων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 9/2016, 20/2005). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία, ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα (Ολ.

Α.Π. 20/2005 32/1996). Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1170/2021, 915/2013, 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικό λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος ελλείψεις στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 684/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 176/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2019, 1241/2019, 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 1115/2021, 625/2018, 45/2014, 259/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Ειδικότερα, ως προς το λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν, δηλαδή, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, για το ορισμένο και, συνεπώς, το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου ή γιατί δεν υπάρχει αυτό, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο και ε) ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό (ΑΠ 232/2020, 945/2008, ΑΠ 509/2002).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (...).Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1261/2021, 232/2020, ΑΠ 823/2012). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 13.4.2018 και με αρ.

καταθ. 8308/6352/13.4.2018 αγωγή τους οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι είναι ιατροί, που αρχικά απασχολούνταν στο ΙΚΑ, στην συνέχεια στον ... με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην συνέχεια δε μετατάχθηκαν κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 ν. 4238/2014 σε αντίστοιχες θέσεις στις εναγόμενες -εφεσίβλητες 4η ΔΥΠε (οι 20 πρώτοι) και 3η ΔΥΠε (οι υπόλοιποι) ενώ εξακολουθούσε η καταβολή των μηνιαίων αποδοχών που ελάμβαναν κατά το διάστημα που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ, ότι αν και σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς τους έπρεπε να αξιολογηθούν και να καταταχθούν σε θέσεις κλάδων ιατρών/οδοντιάτρων του ΕΣΥ, οπότε από την ένταξή τους θα ελάμβαναν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, αναγνωριζομένης και υπολογιζομένης για τη μισθολογική τους εξέλιξη της προϋπηρεσίας τους σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, η ένταξή τους ολοκληρώθηκε με καθυστέρηση.

Ότι οι εναγόμενες - εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες ΔΥΠε αντί να τους καταβάλουν τις νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τις μισθολογικές διατάξεις του v. 3205/2003 για τους γιατρούς του ΕΣΥ, βάσει της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 2 του ν.4238/2014 τους κατέβαλαν μικρότερες αποδοχές, εφαρμόζοντας τον ν. 4093/2012, ο οποίος είναι αντισυνταγματικός.

Με βάση τα παραπάνω και όσα άλλα εξέθεταν, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση εκάστης εναγομένης και ειδικότερα της 1ης αναιρεσίβλητης (4ης ΔΥΠε) όσον αφορά τους υπ' αριθμ. 1 έως 20 ενάγοντες (αναιρεσείοντες) και της 2ης αναιρεσίβλητης (3ης ΔΥΠε) όσον αφορά τους υπ' αριθμ. 21 έως 30 ενάγοντες - αναιρεσείοντες, να καταβάλλει τις διαφορές των αποδοχών στους ενάγοντες Ιατρούς, που ήδη κατέχουν τον βαθμό του Διευθυντού/της διευθύντριας:

Α) κυρίως μεν, κατά το μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε με βάση τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και προ της τροποποιήσεως του από τον Ν. 4093/2012 και κατά τα χρονικά διαστήματα από του χρόνου καθ' ον αμφότερες οι εναγόμενες έπρεπε να προβούν στην κατάταξη τους, ήτοι, από της 1ης Ιανουαρίου 2015 έως την προηγούμενη ημέρα της ημερομηνίας δημοσιεύσεως, στο Φ.Ε.Κ., της διοικητικής (διαπιστωτικής) πράξεως κατατάξεως τους στο Ε.Σ.Υ.

και από της επομένης της ημερομηνίας αυτής έως την 19η Μαΐου 2017, ήτοι, έως την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 4472/2017, στο Φ.Ε.Κ. και για όποια επιμέρους χρονικά διαστήματα οι αξιώσεις των εναγόντων δεν αποσβέσθηκαν λόγω της παραγραφής και Β) επικουρικά κατά το μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε με βάση τις διατάξεις του Ν.3205/2003 μετά την τροποποίηση με το Ν.4093/2012 και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως την 19.5.2017 ήτοι από τον χρόνο κατά τον οποίο οι εναγόμενες έπρεπε να προβούν στην κατάταξή τους (ημερομηνία δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ της σχετικής διαπιστωτικής πράξεως κατατάξεώς τους στο ΕΣΥ) έως την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν.4472/2017.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ.4027/2019 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τους 1ο έως και 9ο ενάγοντες, 11ο ενάγοντα έως και 17η ενάγουσα, 19η έως και 26η ενάγουσα ελλείψει δικαιοδοσίας του δικαστηρίου - με τις αναφερόμενες διακρίσεις - δευτερευόντως δε, ως νομικώς αβάσιμη, επιπροσθέτως ως προς τους 10ο ενάγοντα και 21ο ως και 25ο ενάγοντα λόγω δεδικασμένου από προγενέστερη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως αόριστη ως προς την 18η και 27η ενάγουσες, και ως προς τους 28ο, 29ο και 30η ενάγοντες ελλείψει δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, και ως παραγεγραμμένη με τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1808/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, πλην της 27ης εκκαλούσας, ως προς την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω θανάτου αυτής, και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως προς την 18η ενάγουσα λόγω αοριστίας, εν όψει και του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης ότι η ως άνω ενάγουσα δεν ανήκει στο προσωπικό της και ως προς τους 19η, 20η, 21ο, 22η, 23ο, 24η, 25ο, 26η, 28ο, 29ο και 30η ενάγοντες - αναιρεσείοντες και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία ως προς την κύρια βάση της ως προς τους λοιπούς ενάγοντες - αναιρεσείοντες, αναγνωρίζοντας ότι η 1η εναγομένη - 1η αναιρεσίβλητη (4η ΔΥΠε) οφείλει να καταβάλει σε κάθε ένα από αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά και β) να υπολογίσει το χρονοεπίδομα επί του βασικού μισθού του πρωτοδίκη ύψους 2.067 ευρώ.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής ουσιώδη: "Οι ενάγοντες (1ος έως και 17η και 21ος, 22η, 23ος, 24η, 25ος, 26η, 28ος, 29ος και 30η) είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων οι οποίοι εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον ...

και πιο πριν στο ΙΚΑ. Μετά την δημοσίευση του ν. 4238/2014, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 αυτού, στις 17.2.2014 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για ένα μήνα, ενώ, μετά την λήξη της διαθεσιμότητας στις 18.3.2014, μεταφέρθηκαν σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστάθηκαν στις εναγόμενες ΔΥΠΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του άνω νόμου, εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης - μεταφοράς οι ενάγοντες έπρεπε να αξιολογηθούν και να καταταχθούν σε θέσεις κλάδου ιατρών - οδοντιάτρων του ΕΣΥ ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου, μετά την άνω ένταξή τους έπρεπε να λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, υπολογιζόμενης για την μισθολογική τους εξέλιξη, της προϋπηρεσίας που είχαν σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.

Για τους ενάγοντες το οκτάμηνο από την ολοκλήρωση της μεταφοράς τους έληξε στις 19.11.2014, η κατάταξή τους, όμως, σε θέσεις κλάδου ιατρών - οδοντίατρων τους Ε.Σ.Υ. έλαβε χώρα για τους ενάγοντες από τον 1ο έως και την 17η, την 20 Ιουλίου 2015 με την δημοσίευση στο ΦΕΚ Γ, 700/20.7.2015 της σχετικής διαπιστωτικής πράξης, για τους δε υπόλοιπους (21ο, 22η, 23ο, 24η, 25ο, 26η, 28ο, 29ο, 30η) την 26.3.2015 με την δημοσίευση στο ΦΕΚ Β', 458/26.3.2015 της διαπιστωτικής πράξης.

Όσον αφορά στην 19η ενάγουσα, Κ. Μ. και 20η ενάγουσα, Μ. Μ., δεν περιλαμβάνονται στην ως άνω πράξη κατάταξης, συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς αυτές. Βάσει της διάταξης του αρθρ. 18 του ν. 4238/2014 που ορίζει ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς των ιατρών στις θέσεις των ΔΥΠΕ αυτοί αξιολογούνται και κατατάσσονται σε θέσεις κλάδου ιατρών του ΕΣΥ, οι οικείες αποδοχές τους οφείλονται μετά την παρέλευση του οκταμήνου ανεξαρτήτως του χρόνου της πραγματικής μεταγενέστερης ένταξής των ιατρών.

Αυτό συμβαίνει, διότι η μη καταβολή στους ενάγοντες των δεδουλευμένων αποδοχών τους από τη λήξη του οκταμήνου χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ 1β' του Συντάγματος, διότι διαφορετικά καταλήγει στην δυσμενή διάκριση να αμείβονται λιγότερο οι ιατροί που εντάχθηκαν αργότερα από αυτούς που εντάχθηκαν νωρίτερα σε άλλες ΔΥΠΕ ενώ παρείχαν τηv ίδια εργασία.

Εξάλλου, ως προς τους ενάγοντες 10ο, 21ο, 22η, 23ο, 24η, 25ο υφίσταται δεδικασμένο για τις σχετικές απαιτήσεις τους για το χρονικό διάστημα από 20.11.2014 ως 21.9.2016, απορρέον από την υπ' αρ. 10790/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., απορριφθείσης ασκηθείσης έφεσης κατ' αυτής με την υπ' αρ. 1953/2018 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, (κεφάλαιο που δεν πλήττεται με την έφεση), ενώ επίσης οι ενάγοντες, 21ος, 22η, 23ος, 24η, 25ος, 26ος, 28ος, 29ος, 30η στις 21.7.2019 έλαβαν εφάπαξ χρηματικό ποσό για τα έτη 2015-2016 που αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα δικαιούνταν να λάβουν βάσει των ισχυουσών κατά την 31.7.2012 μισθολογικών διατάξεων (χωρίς τις περικοπές του ν. 4093/2012) και των μηνιαίων αποδοχών που πράγματι τους καταβλήθηκαν βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, κατ' άρθρο 11 ν. 4575/2018 (βλ.

υπ' αρ. πρωτ. 51990, 51989, 51983, 51991, 51984, 51986, 51988, 51985, 51987/7.10.2021 βεβαιώσεις της διοίκησης 3ης Υγειονομικής περιφέρειας Μακεδονίας).

Συνεπώς, ως προς τους άνω ενάγοντες, 21ο, 22η, 23ο, 24η, 25ο, 26η, 28ο, 29ο και 30η η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επιπλέον, η αγωγή ασκήθηκε στις 16 Απριλίου 2018, σύμφωνα με την υπ' αρ. 8308/6352/13.4.2018 έκθεση κατάθεσης της αγωγής και υπ' αρ. 11.710/16.4.2018 έκθεση επίδοσης αντιγράφου αυτής), συνεπώς, από το τέλος του έτους 2015 (31.12.2015), οπότε γεννήθηκε η αξίωση των εναγόντων και ήταν δυνατή η δικαστική επίδιωξή της, δηλ.

από 1.1.2016 (αρθρ. 241 ΑΚ), έως τον άνω χρόνο άσκησης της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της 2ετίας, επομένως η αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 31.12.2015 πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, λόγω παραγραφής των αξιώσεων του άνω χρονικού διαστήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η α' εναγομένη κατέβαλε μικρότερες από τις νόμιμες αποδοχές που δικαιούνται οι ενάγοντες, συνεπώς, πρέπει να καταβάλει σ' αυτούς τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2016, με τις κάτωθι διακρίσεις, χωρίς τις μειώσεις που θέσπισε ο ν. 4093/2012, του οποίου οι διατάξεις, κατά τα άνω εκτεθέντα, είναι αντισυνταγματικές και συνεπώς, ανίσχυρες, ενώ, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και δη, ως 19.5.2017, ήδη από 1.1.2017 άρχισε να ισχύει ο ν. 4472/2017 για το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών, συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του ν. 3205/2003".

Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου έκρινε ότι οι αξιώσεις αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή. Επίσης με τον ίδιο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας διότι δεν διαλαμβάνει τις διατάξεις που εφάρμοσε για να καταλήξει στη διετή παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι κατά τους αναιρεσείοντες αναιρετικές πλημμέλειες και ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν παραγραφεί.

Εξ άλλου η παράλειψη της αναγραφής των σχετικών διατάξεων περί διετούς παραγραφής τις οποίες το Εφετείο εφάρμοσε, δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων για το έτος 2015 έχουν παραγραφεί και δεν εφάρμοσε την προρρηθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν.4575/2018, η οποία προβλέπει την καταβολή εφ' άπαξ ποσού στους ιατρούς για το ως άνω χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ' όσον σύμφωνα με το περιεχόμενο του ως άνω άρθρου προβλέπεται μόνο η καταβολή χρηματικού ποσού στους ιατρούς και δεν αφορά την παραγραφή των σχετικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων και ειδικότερα το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έπρεπε να ασκηθούν οι σχετικές αξιώσεις.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το ένα σκέλος, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, χωρίς απόδειξη και χωρίς να προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τι ποσά δικαιούνται οι 21ος, 22η, 23ος, 24η, 25ος, 26ος, 28ος, 29ος και 30η των αναιρεσειόντων και με βάση ποιες διατάξεις καθώς και τι ποσά καταβλήθηκαν για ποιο μήνα και ποιο έτος εκ μέρους της 2ης ΔΥΠε, σύμφωνα με το Ν. 4575/2018, οδηγήθηκε το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμα ότι με τις καταβολές σύμφωνα με το Ν.4575/2018 επήλθε συμψηφισμός μεταξύ της διαφοράς των μηνιαίων αποδοχών χωρίς τις αντισυνταγματικές περικοπές του ν.4093/2012 και των μηνιαίων αποδοχών που τους καταβλήθηκαν βάσει των διατάξεων του ν.4093/2012 και συνακόλουθα το Εφετείο δέχθηκε την καταβολή της διαφοράς και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή.

Κατά το δεύτερο σκέλος αυτής οι ως άνω αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τους μη επιδικασθέντες τόκους στα καταβληθέντα ποσά. Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στην ανωτέρω ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δεχόμενο, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, η σχετική δε κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, εφ' όσον δέχθηκε ότι στους ως άνω ενάγοντες - αναιρεσείοντες καταβλήθηκαν οι διαφορές μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που θα εδικαιούντο να λάβουν χωρίς τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές του ν.4093/2012 και εκείνες που έλαβαν με τις περικοπές του ν.4093/2012 κατ' εφαρμογή του άρθρου 11ν.4574/2018,δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθ' όσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και ο οικείος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Τέλος, ο ως άνω λόγος κατά το οικείο σκέλος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι χωρίς νόμιμη βάση και χωρίς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα καταβολής τόκων, ελέγχεται απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον δεν μνημονεύονται ποιες διατάξεις παραβίασε εκ πλαγίου η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 324 ΚΠολΔ, δεχόμενο το Εφετείο, υπό τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ότι οι 21ος, 22η. 23ος, 24η, 25ος, 26ος, 28ος, 29ος, 30η ενάγοντες - αναιρεσείοντες, έλαβαν χρηματικό ποσό, για τα έτη 2015-2016, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβληθέν σε αυτούς ποσό σε εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4575/2018, και το οποίο (ποσό) αντιστοιχεί στη διαφορά των μηνιαίων ποσών που θα εδικαιούντο να λάβουν βάσει των ισχυουσών κατά την 31.7.2012 μισθολογικών διατάξεων, χωρίς τις περικοπές του ν. 4093/2012, και επιπλέον υφίσταται δεδικασμένο ως προς τους 10ο, 21ο, 22η, 23ο, 24η και 25ο για τις απαιτήσεις τους για το χρονικό διάστημα από 20.11.2014 έως 21.9.2016, απορρέον από την υπ' αριθμ. 10790/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο διότι, υπό την επίφαση της παράβασης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί του ουσία αβασίμου της αγωγής των ως άνω αναιρεσειόντων, ο δε ισχυρισμός περί παραβίασης δεδικασμένου όσον αφορά τους 10ο, 21ο, 22η, 23ο, 24η και 25ο πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η παραβίαση των διατάξεων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, δεν ιδρύει τους από τους αριθμ. 1 και 19 λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ οι ανωτέρω διατάξεις περί δεδικασμένου είναι δικονομικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, εάν εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελής διότι α) δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη κατά την παραδοχή της ότι το δεδικασμένο που έγινε πρωτοδίκως δεκτό δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, καθότι το κεφάλαιο αυτό δεν προσβαλλόταν με την έφεση, β) ως προς τους 21ο, 22η, 23ο, 24η και 25ο το σκεπτικό για καταβολές επαρκεί για στήριξη του διατακτικού και γ) δεν προσκομίζουν αποδεικτικό τελεσιδικίας της απόφασης με αριθμό 10790/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Επισημαίνεται ότι από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4027/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή με την (επικουρική) σκέψη της συνδρομής δεδικασμένου ως προς τους 10ο, 21ο, 22η, 23η, 24η και 25ο ενάγοντες ( βλ. σελ. 34επ. και 57-62 αυτής), και η τελευταία δεν προσεβλήθη κατά το κεφάλαιο αυτό με την από 16.2.2019 έφεση, όπως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι είναι αντισυνταγματική η αναδρομική ισχύς του Ν.4472/2017 και ειδικότερα ότι ενώ είχε κατατεθεί αγωγή με αίτημα να κριθεί από τα αρμόδια δικαστήρια, αν πρέπει να εφαρμοστεί ο Ν.3205/2003, χωρίς τις αντισυνταγματικές διατάξεις του Ν.4093/2012, για τον υπολογισμό των αποδοχών, ο νομοθέτης παρενέβη στην εκκρεμή δικαστική διαφορά και με μια αναδρομική ρύθμιση με το Ν.4472/2017, προέβλεψε ότι δεν μπορούν τα αρμόδια δικαστήρια να κρίνουν αυτό το νομικό ζήτημα, με βάση τα ισχύοντα κατά την περίοδο μέχρι την ψήφιση του νόμου, αλλά με βάση μεταγενέστερο νόμο. Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος καθ' όσον δεν διατυπώνονται τα σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 με την αναφορά του αριθμού του λόγου αναίρεσης, για τον οποίο ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής δεν υπήρχε βάση για αντισυνταγματικότητα του ν.4472/2017.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ (3ης ΔΥΠε) το οποίο κατέθεσε προτάσεις σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μη επιδικαζομένων εξόδων σε βάρος του 1ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ (4η ΔΥΠε), το οποίο δεν παραστάθηκε, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Να σημειωθεί ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα οριστεί μειωμένη, καθ' όσον το άνω αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (3η ΔΥΠε) εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο που υπηρετεί σε αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ. το υπ' αριθμ. 9841/19.1.2023 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Χ. ... του Λαζάρου προς τη δικηγόρο Ειρήνη Πατσινακίδου του Δημητρίου) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους {άρθρα 30 παράγρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. β ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24/12/1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν.4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013)}.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.2.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 614/73/2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1808/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ