Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding unpaid wages and salary reductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute concerning unpaid wages and salary adjustments. The appellant argued that the court erred in accepting reduced salary figures and incorrectly assessed employment dates, but the court found these arguments inadmissible as they challenged the court's free evaluation of evidence rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a court's free evaluation of evidence regarding factual findings or the assessment of salary amounts is inadmissible as it lacks independent legal existence and constitutes an attack on the unreviewable discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1795 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1795/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/12/2005 και από 30/12/2008 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 536/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3879/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/12/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11933/994/28-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3879/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-5-2016 με αριθ.
καταθ. δικογρ. 2008/2016 έφεση του αναιρεσείοντος -ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 536/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχαν απορριφθεί οι συνεκδικασθείσες α) από 15-12-2005 με αριθ. καταθ. ... εργατική αγωγή του αναιρεσείοντος - ενάγοντος Ι. Ε. κατά του Ν. Χ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ....
ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που απορροφήθηκε από την πρώτη, με την οποία ζητούσε να του επιδικαστεί το ποσό των 423.906 €, με το νόμιμο τόκο από τις ημεροχρονολογίες που ζητούσε κάθε κεφάλαιο, για διαφορές δεδουλευμένων από 1-1-1995 έως 28-2-2000 και μη χορηγηθείσες άδειες των ετών 1995-1999, ως στέλεχος της επιχείρησης λόγω παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος.
Σημειώνεται ότι η αγωγή αυτή μετά από πολλές ματαιώσεις και αναβολές, στη συνέχεια με την από 18-3-2008 και με αριθ. ... κλήση του ενάγοντος είχε επανέλθει προς συζήτηση, στρεφόμενη πλέον, λόγω των μεταβολών που επακολούθησαν, κατά των κληρονόμων του Ν. Χ. (μη διάδικοι τώρα), της ... (ήδη 1η αναιρεσίβλητη) ως καθολικής διαδόχου της ....
δι' απορροφήσεως και της ... (ήδη 2η αναιρεσίβλητη) λόγω μεταβίβασης του κατασκευαστικού κλάδου της προηγούμενης σ' αυτή και β) από 30- 12-2008 με αριθ. Καταθ. ... εργατική αγωγή του ίδιου αναιρεσείοντος -ενάγοντος κατά της ... ως καθολικής διαδόχου των ..., .... και ..., με την οποία ζητούσε (όπως περιορίστηκε το αίτημα της αγωγής) για διαφορές δεδουλευμένων και επιδόματα εορτών και άδειας χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 10-10-2008 έναντι των συμφωνηθεισών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του εξ 7.336,75 € και για διαφορά αποζημίωσης καταγγελίας, συνολικά 282.211,14 €, εντόκως, λόγω αοριστίας.
Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή, επιδικάζοντας
στον ενάγοντα 118.243,91 € εντόκως, σε βάρος των εναγομένων εταιρειών, ευθυνομένων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και απέρριψε τη δεύτερη (αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός απ1 αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.
Μισθός κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Επομένως, εφόσον συμφωνήθηκε η καταβολή μισθού σε ετήσια βάση, τάσσεται από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής το τέλος του έτους μέσα στο οποίο όφειλε ο εργοδότης να καταβάλει το μισθό (31- Δεκεμβρίου τρέχοντος έτους), εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 § 1 ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους, τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 345 εδ.
α' του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, κατά το άρθρο 422 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο, αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.
Ενώ, κατά το άρθρο 423 ίδιου Κωδ. αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. 0 δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό.
Συνεπώς, σε περίπτωση που ο οφειλέτης (εργοδότης) έχει περισσότερα χρέη και εξίσου επαχθή (οφειλόμενους μισθούς) προς τον δανειστή (μισθωτό), ο καταλογισμός της καταβολής των ποσών του οφειλέτη προς τον δανειστή θα γίνει κατά σειρά στο αρχαιότερο χρέος και πρώτα στους τόκους και μετά στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, όταν ο εργαζόμενος με την αγωγή του επικαλείται πλείονες μερικές καταβολές των μισθών του από τον εργοδότη, αιτούμενος την τοκοφορία της κύριας απαιτήσεώς του (μισθούς) από τις ημεροχρονολογίες που κάθε κεφάλαιο κατέστη απαιτητό, πρέπει να προσδιορίζει στην αγωγή του το ύψος και τον ακριβή χρόνο εκάστης καταβολής, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιο ποσό από την κάθε επιμέρους καταβολή καταλογίζεται στους τόκους υπερημερίας, του παλαιότερου κεφαλαίου, ανάλογα με το χρόνο καθυστέρησης τους οποίους (τόκους) επίσης οφείλει να προσδιορίσει κατά ποσό, αφού η εξόφληση αυτών προηγείται της εξόφλησης του κεφαλαίου και ποιο (το εναπομένον) στο κεφάλαιο.
Η ως άνω παράλειψη καθιστά αόριστο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους οφειλή κατέστη απαιτητή κατ' άρθρο 341 ΑΚ, αφού δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχόμενη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής (άρθ. 346 ΑΚ) ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών (άρθ. 340 ΑΚ) (ΑΠ 1004/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1081/2018).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την πρώτη (από 15-12-2005) αγωγή την οποία αφορά ο πρώτος αναιρετικός λόγος (υπό στοιχ. I) τα εξής: "Στις 12-10-1988 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία με την επωνυμία ..., μία εκ των δύο μεγαλύτερων εταιρειών του ομίλου - συγκροτήματος του Ν.
Χ. - Χ. Α. ιδιοκτητών του Ομίλου Εταιρειών "...", προκειμένου να ασχοληθεί με τα οικονομικά του ομίλου έναντι αμοιβής 10.000.000 δραχμών ετησίως. [...] . Ενόψει των αυξημένων καθηκόντων του, αναπροσαρμόστηκε η αμοιβή του ενάγοντα - καθώς και έτερων υψηλόβαθμων στελεχών - τα οποία δεν διατηρούσαν συγγενικές σχέσεις με τους μεγαλομετόχους - και καθορίστηκε στο ποσό των 100.000 δολαρίων ετησίως καταβαλλόμενη σε 14 δόσεις σύμφωνα με την ισοτιμία δολαρίου δραχμής που θα ίσχυε κατά το χρόνο καταβολής.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι ένα μέρος των αποδοχών του θα εμφανιζόταν ως επίσημος μισθός στις μισθολογικές καταστάσεις της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα, από τον υπεύθυνο για τις καταβολές αδελφό του Ν. Χ., Α. Χ.. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι για τις καταβολές αυτές συντασσόταν μία απλή απόδειξη επί της οποίας υπέγραφε ο ενάγων και παρέμεινε εις χείρας του Α.
Χ.. [...] Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα - επικαλούμενη οικονομικές δυσκολίες - μηνιαίως μόνο το μισθό που εμφανιζόταν στις μισθολογικές καταστάσεις και προέβαινε σε έκτακτες καταβολές των ποσών που αφορούσαν τις αμοιβές εκτός αυτών. [...] Επομένως και υπό τις ως άνω παραδοχές, οι αποδοχές του ενάγοντα αποδεικνύεται ότι ανέρχονται στα ακόλουθα ποσά: 1) για το έτος 1995 23.000.000 δραχμές 2) το έτος 1996 24.068.000 δραχμές 3) το έτος 1997 27.286.000 δραχμές 4) το έτος 1998 29.320.000 δραχμές 5) το έτος 1999 30.549.000 δραχμές και για τους δύο πρώτους μήνες του 2000 4.827.239 δραχμές και συνολικά 139.050.239 δραχμές.
Σύμφωνα με τις καταβολές που συνομολογεί καθ' υποφορά στην αγωγή του ο ενάγων έλαβε το έτος 1995 από την εργοδότρια εταιρεία το ποσό των 4.486.500 δραχμών και με απλή ιδιόχειρη απόδειξη του Α. Χ. το ποσό των 6.000.000 δραχμών και συνολικά 10.486.500 δραχμές, το έτος 1996 έλαβε από την εργοδότρια εταιρεία 4.950.800 δραχμές και με ιδιόχειρη απόδειξη του Α.
Χ. το ποσό των 7.000.000 δραχμών και συνολικά 11.950.800 δραχμές. Το έτος 1997 ο ενάγων έλαβε από την εργοδότρια εταιρεία 7.681.900 δραχμές και με ιδιόχειρη απόδειξη του Α. Χ. το ποσό των 10.000.000 δραχμών και συνολικά 17.681.900 δραχμές. Το έτος 1998 ο ενάγων έλαβε από την εργοδότρια εταιρεία 7.295.600 δραχμές και με ιδιόχειρη απόδειξη του Α.
Χ. το ποσό των 6.000.000 δραχμών και συνολικά 13.295.600 δραχμές. Το έτος 1999 ο ενάγων έλαβε από την εργοδότρια εταιρεία 7.294.000 δραχμές και με απλή ιδιόχειρη απόδειξη του Α. Χ. το ποσό των 7.000.000 δραχμών και συνολικά 14.294.000 δραχμές. Τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2000 ο ενάγων έλαβε το ποσό των 1.049.800 δραχμών από την εργοδότρια εταιρεία.
Συνολικά ο ενάγων έλαβε 68.758.600 δραχμές. Ως ο ίδιος συνομολογεί στην υπό κρίση αγωγή του κατεβλήθησαν το Δεκέμβριο του 2000 και τον Ιανουάριο του 2002 τα ποσά των 10.000.000 δραχμών ανά έτος, καθώς και το ποσό 10.000.000 δραχμών τον Ιανουάριο του 2001 και συνολικά έλαβε το ποσό των 98.758.600 δραχμών. Οφείλεται δε σε αυτόν το ποσό των 139.050.239 - 98.758.600 = 40.291.639 δραχμές ήτοι 118.243, 91 ευρώ. [...] το εν λόγω κονδύλιο θα επιδικαστεί νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, καθόσον ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή δεν είναι εφικτός λόγω των επικαλούμενων εκ μέρους του ενάγοντα μερικών καταβολών.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η υπό κρίση (α) αγωγή και να υποχρεωθούν αλληλέγγυα και εις ολόκληρο οι εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση τους να του καταβάλλουν το ποσό των 98.243, 91 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής (και μέχρι την 28-2-2008 όσον αφορά την τοκοδοσία για την "...").
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. I), πλήττεται κατά το μέρος τούτο η αναιρεσιβαλλόμενη για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί όρισε τα επιδικασθέντα στον αναιρεσείοντα κεφάλαια τοκοφόρα από την επίδοση της πρώτης από 16-12-2005 αγωγής του και όχι από το τέλος εκάστου έτους, όπως ο ίδιος ζήτησε με την αγωγή του, παρ' ότι ήταν εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού της οφειλόμενης ετήσιας διαφοράς, άλλως από 28-2-2000 ημέρα λήξης της σύμβασης εργασίας του με την εργοδότρια εταιρεία ..., άλλως από 31-1-2002 χρόνος κατά τον οποίο συντελέστηκε η τελευταία καταβολή του ποσού των 10.000.000 δραχμών και δεν υπήρχε άλλη καταβολή για καταλογισμό, αφού εξακριβώθηκε η διαφορά από τις ετήσιες αμοιβές μου στο ποσό των 118.243,91 ευρώ.
Ο λόγος αυτός, κατά το κύριο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα το Εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τις ημεροχρονολογίες που ο αναίρεσείων αιτείται κάθε κεφάλαιο, κατ' άρθρο 341 ΑΚ, διότι με την αγωγή του επικαλείται πλείονες μερικές καταβολές από τον εργοδότη, χωρίς να προσδιορίζει στην αγωγή, ούτε αποδείχθηκε, τον ακριβή χρόνο εκάστης καταβολής, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιο ποσό από την κάθε επιμέρους καταβολή καταλογίζεται στους τόκους υπερημερίας του παλαιότερου κεφαλαίου, ανάλογα με το χρόνο καθυστέρησης, ούτε (ενόψει των τριών καταβολών ποσού 10.000.000 δραχμών τη φορά προς μερική εξόφληση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος) προσδιορίζει το ποσό των δεδουλευμένων τόκων επί της διαφοράς του αρχαιοτέρου χρέους ήτοι από το τέλος του έτους 1995 μέχρι της πρώτης καταβολής του ποσού των 10.000.000 δραχμών κ.ο.κ αφού η εξόφληση αυτών (τόκων) προηγείται της εξόφλησης του κεφαλαίου και ποιο (το εναπομένον) στο κεφάλαιο.
Δηλαδή, το Εφετείο, καθ' ομολογία του αναιρεσείοντος στην αγωγή του και όσα αποδείχθηκαν, ορθά έκρινε ότι η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε στον αναιρεσείοντα κατ' έτος μέρος των αποδοχών του, δεν προσδιορίστηκε όμως ο ακριβής χρόνος εκάστης καταβολής, προκειμένου αυτή να μοιραστεί σε τόκους και κεφάλαιο, οπότε εκλαμβανόμενη ολόκληρη ως κεφάλαιο οι τόκοι τρέχουν από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τα λοιπά ο επικουρικά προβαλλόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη έπρεπε να επιδικάσει το σύνολο του ποσού που δέχτηκε ότι οφείλεται στον αναιρεσείοντα από 28-2-2000 "ημέρα λήξης της σύμβασης εργασίας του με την ...", το μεν είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε το αίτημα αυτό με την αγωγή (από την επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε), στηρίζεται δε στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δήθεν έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι την ημέρα αυτή (28-2-2000) επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας του με την ως άνω εταιρεία, Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι λόγω οικονομικών δυσχερειών η εταιρεία ...
θα μεταβιβαζόταν στην Εταιρεία ... στην οποία από 1-3-2000 θα εργαζόταν και ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων). Προς τούτο και ενόψει της συγχώνευσης δια απορροφήσεως της εργοδότριας εταιρείας, ο ενάγων, προκειμένου να μην παραγραφούν οι αξιώσεις του για τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, όχλησε εγγράφως στις 18-11-1999 τον Ν.
Χ. - ο οποίος μετά το θάνατο του Χ. Α. ήταν πλέον Πρόεδρος του ΔΣ της ... ζητώντας την καταβολή των οφειλομένων. Στις 13-12-2000 συναντήθηκαν ο Ν. Χ. οι κ.κ. Π. και Τ., Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αντίστοιχα, ιδιοκτήτες της εταιρείας .... και ο ενάγων. Στην εν λόγω συνάντηση ο Ν. Χ., αναγνώρισε το υπόλοιπο της οφειλής της εργοδότριας εταιρείας και σύμφωνα με όσα συνομολογεί ο ενάγων ζήτησε προθεσμία για την καταβολή του. [...] Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2002 η εταιρεία ....
απορρόφησε την εταιρεία ... καθώς και άλλες 6 ανώνυμες εταιρείες (βλ. σχετικά ΦΕΚ 97 91/25-9-2002 ΑΕ και ΕΠΕ). Με την ολοκλήρωση της παραπάνω συγχώνευσης όλο το προσωπικό των απορροφημένων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, συνέχισε να απασχολείται στην εταιρεία ..... Ο ενάγων μεταξύ άλλων καθηκόντων συντόνιζε τα θέματα των εταιρειών στις οποίες συμμετείχε η .....
Το Μάρτιο του έτους 2006 η εταιρεία .... απορροφήθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία ... ... (βλ. ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 2198/31-3-2006) (3η εφεσίβλητη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη) και ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται και στην εταιρεία αυτή. Το Φεβρουάριο του έτους 2008 ο κατασκευαστικός κλάδος της ... ... αποσχίστηκε και απορροφήθηκε από την εταιρεία ΕΔΑΦΟΣΤΑΤΙΚΗ ΑΕ η οποία εν συνεχεία μετονομάστηκε σε ...
ΑΕ (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 1135/22-2-2008) εναγομένη της δεύτερης αγωγής (4η εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη) στην οποία εξακολούθησε να εργάζεται ο ενάγων μέχρι και τις 10-10-2008 οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη του ενάγοντα, συνεπάγεται υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα (άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, άρθρο 3 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 572/1988).
Ως εκ τούτου ο νέος εργοδότης υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, αρκούντος του γεγονότος ότι η επιχείρηση συνέχισε ως οικονομική μονάδα και διατήρησε την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό".
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το Εφετείο ουδόλως δέχεται ότι την 28-2-2000 έληξε η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι αυτή εξακολούθησε μέχρι και τις 10-10-2008 που καταγγέλθηκε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη και επομένως ο λόγος είναι απορριπτέος και ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Τέλος, απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι και ο έτερος επικουρικός λόγος περί επιδικάσεως τόκων από 31-1-2002 αφού και εδώ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε το αίτημα αυτό με την αγωγή (από την επισκόπηση αυτής προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Ενώ, κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, ΟλομΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2008).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τη δεύτερη (από 30-12-2008) αγωγή την οποία αφορούν οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι (υπό στοιχ. III.1 και II1.2) - και στρέφονται μόνο κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως μοναδικής εναγομένης - τα εξής: "Περαιτέρω, ως προς την υπό στοιχείο Β αγωγή [...] Από τα προσαγόμενα εκ μέρους των διαδίκων αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ΟΙ μισθοδοτικές καταστάσεις της εργοδότριας εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητη) εμφάνιζαν μέρος των αποδοχών του ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγόμενη και οι μάρτυρές της. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 19- 9-2003 σύμβαση δανεισμού του ενάγοντα στην ... και την από 29-6-2006 παράτασή της (βλ. το προσκομιζόμενο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών της δανειζόμενης εταιρείας με αριθμ. ... που αφορά την αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ενάγοντα τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 2006). Εκ των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι η εργοδότρια εταιρεία ... ΑΕ εισέπραξε το ποσό των 13.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ ανά δίμηνο για την εξόφληση των αποδοχών του.
Συνεπώς oι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα ήταν 6.750 ευρώ μηνιαίως, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο ο μισθός του στις μισθολογικές καταστάσεις της εργοδότριας εταιρείας ήταν 2.833,23 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από την εναγομένη με ημερομηνία Δεκέμβριος 2006 απόδειξη πληρωμής). Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ενάγων εισέπραττε τις μεικτές αποδοχές που αναφέρονται στις αποδείξεις πληρωμής της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) αλλά και 4.000 ευρώ μηνιαίως απαλλαγμένα φορολόγησης και κρατήσεων κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων. [...] Η κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται στην εν λόγω σύμβαση δανεισμού η οποία έχει καταρτιστεί σε ανύποπτο σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή χρόνο μεταξύ της μητρικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητη) και της θυγατρικής (...).
Εκ των τιμολογίων που εξέδιδε η θυγατρική εταιρεία προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό από τις απεικονιζόμενες στις μισθοδοτικές καταστάσεις της μητρικής εταιρείας αποδοχές του ενάγοντα. Ο ενάγων δε προσεκόμισε τα έγγραφα αυτά προκειμένου να αποδείξει την, εκτός των μισθοδοτικών καταστάσεων, καταβολή χρημάτων σε αυτόν.
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι λόγω των εκτεταμένων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη, οι δανειοδοτούσες αυτήν τράπεζες ανέλαβαν τον έλεγχο και τη διοίκησή της. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μην υπάρχει πλέον η δυνατότητα καταβολής του ποσού των 4.000 ευρώ εκτός μισθοδοτικών καταστάσεων, προς τούτο δε συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 1-3-2008 νέα σύμβαση δυνάμει της οποίας οι μεικτές αποδοχές του ενάγοντα ορίστηκαν στο ποσό των 7.391,59 ευρώ.
Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι η εργοδότριά του ... ΑΕ του κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως και 2007 το ποσό των 2.787, 97 ευρώ μηνιαίως με απλή απόδειξη. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, σύμφωνα με την αιτιολογία που παρατέθηκε ανωτέρω. Εξάλλου στο από 1-5-2002 έγγραφο του προς τον I.
Τ. Δ/ντα σύμβουλο της ... ΑΕ, αναφέρει ότι η διοίκηση της ... ΑΕ του κατέβαλε αναδρομικά όλα τα δεδουλευμένα των τακτικών αμοιβών από 1-3 έως και 31-12-2000 και συνέχισε να του καταβάλει κάθε μήνα τη δεδουλευμένη αμοιβή του. Το εν λόγω έγγραφο του ενάγοντα το οποίο συντάχθηκε έτη πριν την αγωγή, διαψεύδει τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η εργοδότρια εταιρεία σταμάτησε από τον Ιούνιο του 2001 να του καταβάλει τα συμφωνηθέντα.
Εξάλλου προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο ενάγων δεν προσκομίζει τις φορολογικές δηλώσεις των αντίστοιχων ετών εκ των οποίων θα προέκυπτε το ύψος του δηλωθέντος εισοδήματος του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγων ότι οι αποδοχές του άνευ κρατήσεων έπρεπε να ανέρχονται για το ως άνω χρονικό διάστημα στο ποσό των 7.336, 75 ευρώ μηνιαίως.
Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται επίσης απορριπτέος καθόσον η ουσιαστική του βασιμότητα δεν αποδείχθηκε. Ο ενάγων προς απόδειξη των αξιώσεών του, προσκομίζει ιδιόχειρα σημειώματα προς τον κ. Τ., τα οποία περιέχουν σημειώσεις για τα οφειλόμενα κατά τους ισχυρισμούς του ποσά τα οποία δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν από τον παραλήπτη τους καθόσον δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου ή έτερη πράξη κατάθεσης.
Εξάλλου η Α. Μ. στην με αριθμ. 11.110 ένορκη βεβαίωσή της αναφέρει ότι μετά την μεταβίβαση της ... συμφωνήθηκε τα ανώτατα στελέχη της να λαμβάνουν το ποσό των 2.500.000 δραχμών σε 14 δόσεις. Αναφέρει ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών καταβάλλονταν εκτός μισθοδοσίας στον ενάγοντα το ποσό των 950.000 δραχμών και αργότερα από το Μάρτιο του έτους 2008 το ποσό αυτό ενσωματώθηκε στο μισθό του, ότι δεν δύναται να γνωρίζει τα ποσά που οφείλονται στον ενάγοντα - τα οποία όμως μπορεί να συνάγει κάποιος με βάση τα όσα προεκτέθηκαν - καθώς και ότι απολύθηκε το έτος 2006.
Η εν λόγω κατάθεση δεν επαρκεί προκειμένου να δημιουργηθεί πλήρης δικανική πεποίθηση διότι, έρχεται σε αντίθεση με όσα προεκτέθηκαν για το ύψος των αποδοχών του ενάγοντα.
Συνεπώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρεία, οφείλει τις διεκδικούμενες με την αγωγή δεδουλευμένες αποδοχές, ενώ η αποζημίωση του ενάγοντα ορθά υπολογίστηκε με βάση το ύψος των μεικτών του αποδοχών οι οποίες κατά το χρόνο απόλυσής του ήταν 7.336,75 ευρώ. Κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, οι οποίοι δεν αμφισβητούνται από τον ενάγοντα κατά το χρόνο απόλυσής του ο ενάγων είχε συμπληρώσει τα 65 έτη, είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα και του καταβλήθηκε το ποσό των 131.214,88 ευρώ, ήτοι πλήρης αποζημίωση και όχι το 40% αυτής που δικαιούνται όσοι έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Κατ' ακολουθία των προεκτιθέμενων η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 648 ΑΚ και 4 § 1 του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής ή μη των όρων των κανόνων αυτών, που εφαρμόσθηκαν, και ειδικότερα περί του ζητήματος του ύψους των απολαβών του αναιρεσείοντα από το έτος 2003 και εντεύθεν (έως 10-10-2008) και την καταβολή αυτών.
Πλέον συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων για τα έτη 2003-2008 είχε συμφωνήσει με την εργοδότριά του να λαμβάνει συγκεκριμένου ύψους αποδοχές, οι οποίες και του έχουν καταβληθεί, ήτοι, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντα, από το έτος 2003 κατά συμφωνία με την εργοδότριά του ΑΕ, εμφανείς και μη, ανέρχονταν σε 6.750 €, ότι από 1-3-2008 με νέα σύμβαση οι μεικτές αποδοχές του ορίστηκαν σε 7.391,59 € και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία οφείλει τις διεκδικούμενες με την αγωγή δεδουλευμένες αποδοχές.
Στο συμπέρασμα δε αυτό, στο οποίο στηρίζει το διατακτικό του, κατέληξε με επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, με βάση την αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, μνημονεύοντας και εξαίροντας μερικά από αυτά λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους.
Συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης και ο τρίτος λόγος αναίρεσης (δεύτερος επί της αγωγής αυτής υπό στοιχ. III.2), με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη ότι πλημμελώς εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δέχθηκε μειωμένες τις αποδοχές του, αντί του ποσού των 7.336,76 € που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μειώθηκαν, σε 6.700 €, είναι αβάσιμος.
Επισημαίνεται ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος, έγινε κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ με συμφωνία με τον αναιρεσείοντα και όχι κατά παράβαση του ΠΔ 178/2002 με τη διαδοχή των εργοδοτριών ΑΕ. Καθό μέρος η ίδια πλημμέλεια βάλλεται με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού δεν πρόκειται για πράγμα έχον αυτοτελή ύπαρξη, αλλά για συμπέρασμα του δικαστηρίου που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχει αυτοτέλεια.
Κατά τα λοιπά, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (πρώτος επί της αγωγής αυτής υπό στοιχ. III.1), με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη εκ των αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί (δήθεν) δέχεται ότι από 1-3-2000 εργαζόταν στην ... ενώ με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι μέχρι τα μέσα του 2002 εργαζόταν στην ...
και αληθής υποτιθέμενος είναι απαράδεκτος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, γιατί με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προτείνεται, διότι η τυχόν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το πρόσωπο του προηγουμένου εργοδότη του αναιρεσείοντος (εταιρεία ...
αντί της εταιρείας ...) δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι ουσιαστικά διάδοχος αμφοτέρων των πιο πάνω εταιρειών, με διαδοχικές απορροφήσεις. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2018 και με αριθ. κατάθεσης 11933/994/28-12-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3879/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ