Supreme Court allows partial appeal against dismissal of prosecution due to pending case error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the prosecutor's appeal against a first-instance decision dismissing a criminal prosecution on grounds of pending case status. The court found that the two criminal acts involved different objective elements and were not the same act, meaning the dismissal was legally incorrect. Consequently, the prosecution was reinstated for a new trial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57(3) and 510(3) of the Code of Criminal Procedure; The dismissal of a prosecution due to pending case status is invalid when the alleged acts constitute distinct criminal offenses with different objective elements rather than the same act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1795 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1795/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών περί αναιρέσεως της ΒΜ800/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1)Κ. Α. του Γ., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη και 2)Σ. Κ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπατσώρη. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. - Θ. Α. του Θ., κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.2.2019 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών Διονυσίας Δημήτρουλα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την εν μέρει αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΜ800/2019 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Κ. Α. και Σ. Κ. για την αξιόποινη πράξη της πρόκλησης και παρότρυνσης κατά συναυτουργία για τη διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος (άρθρα 45 και 186 παρ. 1 - 2 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. δ' εδ. τελ., 507 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 473 παρ. 1 και 3 και 509 παρ. 1 του καταργηθέντος ΚΠΔ, ο οποίος εφαρμόζεται όσο αφορά στο παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με γ τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 589 παρ. 2 - ορθή αρίθμηση 3 - του ισχύοντος ΚΠΔ - Ν. 4620/2019) και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την υπέρβαση εξουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ισχύοντος ΚΠΔ (Ν. 4620/2019), "αν σε βάρος του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη ασκήθηκαν περισσότερες διώξεις, κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας εκείνες, οι οποίες ασκήθηκαν μεταγενέστερα, εφόσον δεν προηγούνται διαδικαστικά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση, η οποία εμποδίζει την άσκηση νέας (δεύτερης) ποινικής δίωξης και την πρόοδο της σχετικής διαδικασίας κατά του ιδίου προσώπου για την ίδια πράξη, για την οποία έχει ήδη ασκηθεί προηγούμενη ποινική δίωξη.
Δεύτερη διαδικασία ενώπιον του αυτού ή άλλου δικαστηρίου κατά του αυτού προσώπου και για την ίδια πράξη, με την άσκηση δεύτερης ποινικής δίωξης είναι απαράδεκτη, αφού το ανεπίτρεπτο της ποινικής δίωξης σε περίπτωση εκκρεμοδικίας έχει την έννοια ότι είναι ανεπίτρεπτη η παράλληλη διεξαγωγή δύο ποινικών διαδικασιών για την ίδια πράξη, που νοείται ως idem factum και όχι idem crimen.
Τούτο συμβαίνει όχι μόνον για να αποφεύγεται ο ενδεχόμενος κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων αλλά κυρίως και για να τηρηθεί ο κανόνας "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση ως υπαίτιος της αυτής πράξης με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής δίωξης, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά (Ολ.
ΑΠ 1/2011). Όσον αφορά την ταυτότητα της πράξης αυτή υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε καθεμία από αυτές (ΑΠ 814/2013, ΑΠ 1203/2013 ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 186 παρ. 1 και 2 του ΠΚ (Ν. 4619/2019), όποιος δίνει ή υπόσχεται αμοιβή σε άλλον για να τελέσει ορισμένο κακούργημα ή πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, καθώς και όποιος αποδέχεται αυτήν την προσφορά και αναλαμβάνει την τέλεσή του τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή για την τέλεση κακουργήματος και με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας για την τέλεση πλημμελήματος, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 187 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη ή χρηματική ποινή.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Έτσι αν το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω εκκρεμοδικίας αν και δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι προς τούτο όροι τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε απαράδεκτη την κατά των κατηγορουμένων Κ. Α. και Σ. Κ. ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας για την αξιόποινη πράξη της πρόκλησης και παρότρυνσης κατά συναυτουργία για τη διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος και ειδικότερα του ότι: "Τον Απρίλιο του έτους 2012 με πρόθεση προκάλεσαν και παρότρυναν άλλον για τη διάπραξη κακουργήματος και πλημ/τος, πλέον δε συγκεκριμένα προκάλεσαν και 4" παρότρυναν την τεθείσα δυνάμει της υπ1 αριθ.
Ρ 1 α/13 από 30-Θ4-2Θ13 Διάταξης του Εισαγγελέως Πλημ/κων Αθηνών, σε καθεστώς-προστασίας μάρτυρα, υπάλληλο της εταιρίας με την-επωνυμία "..." ιδιοκτησίας του β' εγκαλούμενου Σ. Κ., με τα στοιχεία Μ. Π. να αγοράσει με τη συνέργεια του συζύγου αυτής ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και δη τουλάχιστον 110 γραμμαρίων ηρωίνης ή κοκαΐνης, ή χαπιών τύπου "ECSTASY" και στη συνέχεια αμφότεροι οι Π.
και ο σύζυγος αυτής μεταφέρουν τα ναρκωτικά αυτά στη νήσο .... και τοποθετήσουν σε χώρο ελεγχόμενο από την εγκαλούσα Α. Α. - Θ. του Θ., κάτοικο ..., και στη συνέχεια πραγματοποιήσουν ανώνυμο τηλεφώνημα στις αρχές προκειμένου με αυτό τον τρόπο να παιδευθεί η ως άνω εγκαλούσα και συλληφθεί για το αδίκημα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, υπεσχέθησαν δε σε αυτούς χρηματικά ανταλλάγματα κάλυψης εξόδων μετακίνησης στη νήσο ...
προς εκτέλεση του σχεδίου και πρόσθετη αμοιβή, ήτοι προκάλεσαν και παρότρυναν την Μ. Π. να τελέσει το μεν το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών πράξη που διώκεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των αρθ. 20 παρ. 1,2 Ν. 4139/2013 σε συνδ. με το αρθ. 1 παρ. 1,2 πιν.
Α αριθ. 5, πιν Β αριθ. 3, πιν Γ αριθ. 50 Ν. 3459/2006, το δε το πλημ/μα της ψευδούς καταμήνυσης πράξη που διώκεται και τιμωρείται από το αρθ. 229 παρ. 1ΠΚ, πράξεις όμως οι οποίες ουδέποτε τελέστηκαν, ούτε με πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης από την ως άνω υπάλληλο".
Στην κρίση του αυτή κατάληξε το παραπάνω δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το υπ' αριθ. 2031/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για το αδίκημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση για τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων προβλεπομένων από τη νομοθεσία περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα για το ότι "Στην ....
τουλάχιστον από του έτους 2004 έως και το έτος 2013 ομού μετά των συγκατηγορουμένων τους, όντες περισσότεροι των τριών, συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα και δη ενεργώντας μετά συναπόφαση, συγκρότησαν εγκληματική ομάδα με ιεραρχική διάρθρωση, της οποίας ο Κ. Α. ήταν ο επικεφαλής και μέλη με διακριτούς ρόλους οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του, επιδιώκοντας, με την κάτωθι περιγραφόμενη, διαρκή και σχεδιασμένη δράση της συγκεκριμένης ομάδας, τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, προβλεπομένων στη νομοθεσία περί ναρκωτικών.
Πλέον ειδικότερα, ενώ ήταν υπάλληλος της ΕΥΠ (Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών), διηύθυνε την ως άνω ομάδα καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και, ως επικεφαλής της, την οργάνωνε, παρέχων διαταγές, οδηγίες και εντολές προς τα μέλη της, ελέγχων απολύτως τη δράση αυτής και, προς επίτευξη των παρανόμων σκοπών της, την κάλυπτε με μέσα και τρόπους, που αντλούσε από την υπηρεσία του, ενώ παράλληλα στρατολογούσε τα ανώτερα μέλη της, δίνοντάς τους ακόμη και τη δυνατότητα να κινούνται άνετα με την παραχώρηση σε αυτά υπηρεσιακών ταυτοτήτων (ταυτοτήτων Ε.Υ.Π.), ο συγκατηγορούμενός του Σ.
Κ. φρόντιζε να προσδίδει στην ομάδα νομιμοφανή υπόσταση, μισθώνοντας γραφεία για τη λειτουργία ανύπαρκτης εταιρείας (... S.A. και θυγατρικές εταιρείες ... και ...) και εκδίδοντας επαγγελματικές κάρτες, προς κάλυψη στην πραγματικότητα της ομάδας, στρατολογούσε δε τα κατώτερα μέλη της ομάδας, και επίσης εκτελούσε τις παράνομες αποστολές της μαζί με τους συγκατηγορουμένους του Α.
Κ. και Α. Κ., οι οποίοι επιπλέον φέρονταν ως μέλη της προαναφερόμενης ανύπαρκτης εταιρείας μετά των θυγατρικών αυτής, η οποία κατ' ουσίαν κάλυπτε την παράνομη δραστηριότητα της ομάδας, καθώς και τους συγκατηγορουμένους του Γ. Π. και Γ. Δ.. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι είχαν οργανωθεί σε ομάδα, σχεδιάζοντας και επιδιώκοντας τη διάπραξη του κακουργήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, περί την άνοιξη - καλοκαίρι του έτους 2012, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1, 2 του ν. 4139/2013, τις οποίες (ναρκωτικές ουσίες) σκόπευαν να τις τοποθετήσουν σε χώρο ελεγχόμενο από την Α. - Θ.
Α., κάτοικο ..., προκειμένου η τελευταία να παγιδευτεί και να συλληφθεί για το αδίκημα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών".
Από την αντιπαραβολή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με το παραπεμπτικό βούλευμα προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης μεταξύ του αδικήματος της πρόκλησης για την τέλεση κακουργήματος και πλημμελήματος (άρθρο 186 ΠΚ), για το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας και του αδικήματος της σύστασης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παρ. 1 και 2 ΠΚ), για το οποίο παραπέμπονται να δικασθούν οι κατηγορούμενοι, καθόσον τα δύο αυτά εγκλήματα τόσο κατά την υποκειμενική όσο και κατά την αντικειμενική υπόσταση αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών και έχουν διαφορετικό χρόνο τέλεσης, συνίστανται δε το πρώτο στο ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού και κατόπιν συναπόφασης τον Απρίλιο 2012 παρότρυναν τη Μ.
Π. να τελέσει το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών και το πλημμέλημα της ψευδούς καταμήνυσης με το να τοποθετήσει αυτή και ο συνεργός σύζυγος της σε χώρο ελεγχόμενο από την Α.-Θ. Α. ναρκωτικές ουσίες και στη συνέχεια να καταγγείλουν την τελευταία για διακίνηση ναρκωτικών, πράξεις οι οποίες τελικά δεν τελέστηκαν, το δε δεύτερο συνίσταται στο ότι οι κατηγορούμενοι τουλάχιστον από του έτους 2004 έως το έτος 2013 συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη σε εγκληματική οργάνωση, στη δράση της οποίας περιλαμβανόταν, όπως ενδεικτικά αναφέρεται, η επιδίωξη της διάπραξης του κακουργήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες περί την άνοιξη-καλοκαίρι του έτους 2012 σκόπευαν να τοποθετήσουν σε χώρο ελεγχόμενο από την Α.-Θ.
Α. προκειμένου η τελευταία να παγιδευτεί και να συλληφθεί για το αδίκημα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, απαρτίζονται δηλαδή εξ αντικειμένου από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, η δε επικουρικότητα της διάταξης του άρθρου 186 ΠΚ, την οποία επικαλούνται με το υπόμνημά τους οι αναιρεσίβλητοι - κατηγορούμενοι, αφορά την ηθική αυτουργία ή την αυτουργία, η οποία έπεται χρονικά της πρόκλησης και προσφοράς για την τέλεση κάποιου εγκλήματος και τελείται αυτοτελώς από τον ίδιο δράστη έναντι των οποίων η εν λόγω διάταξη συνιστά μη τιμωρητή πρότερη πράξη (ΑΠ 565/2017) και όχι κάθε άλλη με διαφορετικά αντικειμενικά στοιχεία βαρύτερη εγκληματική πράξη και εξάλλου η ποινική δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω της γενόμενης δεκτής εκκρεμοδικίας και όχι λόγω της ρήτρας επικουρικότητας.
Εφόσον, λοιπόν, λείπει το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξης στις παραπάνω δύο περιπτώσεις, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο που κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη υπερέβη την εξουσία του υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Θ'του ΚΠΔ, κατά παραδοχή ως βάσιμου, αν και με διαφορετικές αιτιάσεις, του μοναδικού λόγου αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, λόγω εκκρεμοδικίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. ΒΜ800/2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω εκκρεμοδικίας, για την αξιόποινη πράξη της πρόκλησης και παρότρυνσης κατά συναυτουργία για τη διάπραξη κακουργήματος και πλημμελήματος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ