Legislator Case Law & Legislation
1795/2012 AI generated

1795/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1795/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1108/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις από 10.9.2007, 21.11.2007 και 14.3.2008 τρεις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1560/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει, για ποσό 2.617,86 ευρώ, την από 27.7.2005 αγωγή της πρώτης κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και κατά της αναιρεσείουσας, καθώς και την από 13.12.2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) τόσο την κύρια όσο και την παρεμπίπτουσα αγωγή εν μέρει και υποχρέωσε στο πλαίσιο μεν της κύριας αγωγής τις εναγόμενες αλλοδαπές εταιρείες να καταβάλουν νομιμοτόκως στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.937,26 ευρώ, στο πλαίσιο δε της παρεμπίπτουσας αγωγής υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως το αυτό ποσό στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εφόσον αυτή το καταβάλει προηγουμένως στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την απώλεια του ασφαλισμένου σ' αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) φορτίου, που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της οδικής μεταφοράς του από τη Γαλλία στην Ελλάδα, κατά την οποία η πρώτη εναγομένη ενήργησε ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς και η δεύτερη ως μεταφορέας.

Legislator headnote

AI generated

1795/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
international carriage by road transport insurance consignment note drift matter freight carrier liability export credit insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1795 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1795/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Τ.R.S. RIAΝD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καυκά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (πρώην ALPHA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζέμπερη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "L.C.INTERNATIONAL" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 2005 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτης ως και την από 13 Δεκεμβρίου 2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1560/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1108/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 2 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3.12.2009 αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1108/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις από 10.9.2007, 21.11.2007 και 14.3.2008 τρεις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1560/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει, για ποσό 2.617,86 ευρώ, την από 27.7.2005 αγωγή της πρώτης κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και κατά της αναιρεσείουσας, καθώς και την από 13.12.2005 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) τόσο την κύρια όσο και την παρεμπίπτουσα αγωγή εν μέρει και υποχρέωσε στο πλαίσιο μεν της κύριας αγωγής τις εναγόμενες αλλοδαπές εταιρείες να καταβάλουν νομιμοτόκως στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.937,26 ευρώ, στο πλαίσιο δε της παρεμπίπτουσας αγωγής υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως το αυτό ποσό στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, εφόσον αυτή το καταβάλει προηγουμένως στην πρώτη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την απώλεια του ασφαλισμένου σ' αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) φορτίου, που καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της οδικής μεταφοράς του από τη Γαλλία στην Ελλάδα, κατά την οποία η πρώτη εναγομένη ενήργησε ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς και η δεύτερη ως μεταφορέας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Η Σύμβαση της Γενεύης για τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (C.M.R.), που υπογράφηκε στις 19.5.1956 και κυρώθηκε με το ν. 559/1977, ορίζει στο άρθρ. 1§1 αυτής ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της τη διενέργεια αμειβόμενης μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα.

Κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 17§§1&2 και 18§1 της Σύμβασης αυτής ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων, που συνέβη μεταξύ του χρόνου που παρέλαβε τα εμπορεύματα και του χρόνου της παράδοσής τους, εκτός αν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια δική του ή των προσώπων για τα οποία κατά το άρθρ. 4 της ίδιας Σύμβασης ευθύνεται, αλλά σε εσφαλμένη ενέργεια ή αμέλεια ή στις οδηγίες όποιου προβάλλει απαίτηση ή σε κρυμμένο ελάττωμα των εμπορευμάτων ή σε συνθήκες τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και ούτε να προλάβει τις συνέπειές τους (βλ.

και ΑΠ 1518/2001, 826/2004). Πρόκειται για συμβατική ευθύνη του μεταφορέα προς αποζημίωση εκείνου που είχε το δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα και ο οποίος μπορεί να είναι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης των εμπορευμάτων, αφού ο παραλήπτης, ακόμη και αν δεν συμβλήθηκε στη σύμβαση μεταφοράς, υπεισέρχεται σ' αυτή από τότε που θα ζητήσει την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 12§§1, 2&3, 13 και 14 της Σύμβασης C.M.R.

Η συμβατική αυτή ευθύνη ενδέχεται να συρρέει με αδικοπρακτική ευθύνη του μεταφορέα, που μπορεί κατά το άρθρ. 914 ΑΚ να υπάρχει έναντι του κυρίου μόνον των εμπορευμάτων, αν η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων, ως πράξη παράνομη, οφείλεται σε υπαιτιότητα του μεταφορέα (ΑΠ 420/2003, 1060/2003). Ωστόσο κατά το άρθρ. 28§1 της Σύμβασης C.M.R., ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί από τις ευνοϊκές γι' αυτόν διατάξεις της, που αποκλείουν την ευθύνη του ή ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη απ' αυτόν αποζημίωση και να αποκλείσει έτσι και την αδικοπρακτική ευθύνη του.

Όμως κατά το άρθρ. 29§1 της αυτής Σύμβασης, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεών της οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της απόδειξης, εάν η ζημία είναι αποτέλεσμα ηθελημένης κακής διαχείρισής του ή παράλειψής του, η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία (του κράτους) του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδύναμη με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

Ο όρος ηθελημένη κακή διαχείριση (willful misconduct κατά το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης) είναι άγνωστος ως βαθμός πταίσματος στο ελληνικό δίκαιο και περιλαμβάνει, εκτός από τον άμεσο ή ενδεχόμενο δόλο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα, κατά την οποία αυτός ενεργεί γνωρίζοντας ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει μεν αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1628/2001, 270/2002, 1885/2005, 1319/2011).

Η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά κατ' αρχήν τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, το μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη. Όμως πολλές φορές στη μεταφορά παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 90 - 107 του ΕμπΝ, προκειμένου για μεταφορά ειδικότερα πραγμάτων οδικώς, αναλαμβάνει με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη μ' αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 97 του ΕμπΝ ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για κάθε απώλεια ή φθορά των μεταφερόμενων πραγμάτων, ανεξάρτητα από πταίσμα του, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο ή υπήρξε "ακαταμάχητη δύναμη", νομιμοποιείται δε να στραφεί απ' ευθείας κατ' αυτού και ο παραλήπτης των πραγμάτων που δεν συμβλήθηκε μαζί του, αφού η σύμβαση παραγγελίας μεταξύ αποστολέα και παραγγελιοδόχου λειτουργεί ως γνήσια κατά το άρθρ. 411 ΑΚ σύμβαση υπέρ του παραλήπτη (ΟλΑΠ 33/1998, ΑΠ 998/2002).

Η ευθύνη δηλαδή του παραγγελιοδόχου μεταφοράς είναι κατά την παραπάνω έννοια εγγυητική και ευθύνεται εις ολόκληρο με το μεταφορέα για την καλή απ' αυτόν εκτέλεση της μεταφοράς, στο μέτρο βέβαια που και ο τελευταίος ευθύνεται (ΑΠ 304/ 2007). Επομένως ναι μεν η από 19.5.1956 Σύμβαση της Γενεύης ρυθμίζει μόνον τη σύμβαση μεταφοράς και όχι και τη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, όμως στο μέτρο που ανακύπτει κατά τη Σύμβαση αυτή ευθύνη του μεταφορέα, ευθύνεται εγγυητικά και εις ολόκληρο μ' αυτόν και ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς.

Δεν αποκλείεται βέβαια ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς να ευθύνεται και για δικές του προσωπικές πράξεις ή παραλείψεις, στην περίπτωση όμως αυτή η ευθύνη του θεμελιώνεται στις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΑΠ 304/2007, 1319/2011, πρβλ. και ΑΠ 1741/2008, 1909/2009). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Τον Απρίλιο του 2005 η μη διάδικος εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΕΝ ΦΑΣΙΟΝ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, αγόρασε με το υπ' αριθ.

L-2334094/14.4.2005 τιμολόγιο, 2755 τεμάχια γυναικείων εσωρούχων, συνολικής αξίας 33.937,26 ευρώ, από την αλλοδαπή εταιρεία "LESABY S.A.S.", που εδρεύει στην πόλη ... . Στη συνέχεια η ανωτέρω αλλοδαπή πωλήτρια εταιρεία (αποστολέας) κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη αλλοδαπή επίσης εταιρεία με την επωνυμία "L.C. INTERNASIONAL" (δεύτερη ήδη αναιρεσίβλητη), σύμβαση παραγγελίας διεθνούς οδικής μεταφοράς, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, έναντι κομίστρου, να πραγματοποιήσει ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, τη μεταφορά των ως άνω εμπορευμάτων από την πόλη ...

στην έδρα της αγοράστριας εταιρείας στην ... . Ακολούθως η πρώτη εναγομένη... ανέθεσε την εκτέλεση της οδικής μεταφοράς ... στη δεύτερη εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "T.R.S. RIAND" (αναιρεσείουσα), η οποία ... ανέλαβε την εκτέλεση της μεταφοράς με το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης φορτηγό αυτοκίνητό της.

Έτσι τα παραπάνω εμπορεύματα, συνολικού βάρους 273 κιλών, αφού συσκευάσθηκαν σε 56 χαρτοκιβώτια και τοποθετήθηκαν σε 4 παλέτες, μεταφέρθηκαν στις 15.4.2005 στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, στο ..., όπου και φορτώθηκαν αυθημερόν στο ως άνω αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης ..., προκειμένου με τον προστηθέντα απ' αυτή στην οδήγηση του αυτοκινήτου S. Z.

να μεταφέρονταν στην έδρα της αγοράστριας εταιρείας στην Αθήνα. Για τη μεταφορά των εμπορευμάτων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 830926/15.4.2005 φορτωτική C.M.R., στην οποία ως αποστολέας του φορτίου αναγράφεται η πρώτη των εναγομένων, ως παραλήπτρια η μεταφορική εταιρεία στην Ελλάδα T.R.S. C.C.T. και ως τόπος εκφόρτωσης ο Ασπρόπυργος Αττικής.

Η αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΕΝ ΦΑΣΙΟΝ ΑΒΕΕ" είχε από 22.4.2004 καταρτίσει με το υπ' αριθ. .../2004 ασφαλιστήριο συμβόλαιο σύμβαση ασφαλίσεως με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη), με την οποία αυτή ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου την υποχρέωση να καλύψει με το ασφάλισμα όλους τους κινδύνους κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας από την αλλοδαπή στην έδρα της, στην Αθήνα, για την ασφαλιστική περίοδο από 22.4.2004 έως 22.5.2005 ..., για τα επίδικα δε εμπορεύματα εκδόθηκε από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν συμφωνίας της με την αγοράστρια εταιρεία, η υπ' αριθ. .../2005 πρόσθετη πράξη στο ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με την οποία τα εν λόγω εμπορεύματα ασφαλίστηκαν για όλους τους κινδύνους της οδικής μεταφοράς τους από τη Γαλλία στην Αθήνα μέχρι του ποσού των 40.724,71 ευρώ.

Στις 03.00 ώρα της 16.4.2005 το παραπάνω με στοιχεία κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης με προστηθέντα απ' αυτή οδηγό τον S. Z., ενώ κινείτο σε γαλλικό έδαφος και συγκεκριμένα στο νούμερο 73 της οδού Saint Remy de Maurienne, έξω από το τούνελ του Frejous στις Άλπεις, στα γαλλοϊταλικά σύνορα, ανατράπηκε και ανεφλέγη λόγω μηχανικού προβλήματος και ειδικότερα λόγω θραύσης των ρουλεμάν ενός τροχού, με αποτέλεσμα το φορτηγό αυτοκίνητο μαζί με τα εμπορεύματα να τυλιχθούν στις φλόγες και να καταστραφούν ολοσχερώς.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ατύχημα ... οφείλεται στο γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη, η οποία ανέλαβε τη μεταφορά με το ως άνω φορτηγό ..., δεν κατέβαλε στη συγκεκριμένη περίπτωση την απαιτούμενη στις συναλλαγές αυτές επιμέλεια, αλλά αντιθέτως από μεγάλη απερισκεψία και αδιαφορία δεν έλαβε τα απαραίτητα και αναγκαία μέτρα για την ασφαλή μεταφορά των εμπορευμάτων, καθόσον διέθεσε για την εν λόγω μεταφορά ακατάλληλο όχημα, το οποίο ήταν παλιό με χρόνο πρώτης κυκλοφορίας την 24.12.1992 και είχε μηχανικό πρόβλημα στα φρένα, καθώς και στα ρουλεμάν των τροχών, τα οποία λόγω της παλαιότητας, αλλά και της συνεχούς χρήσεως είχαν φθαρεί, δεν είχε δε υποβληθεί (το φορτηγό) πρόσφατα σε τακτικό έλεγχο (service) τόσο των φρένων όσο και των κατώτερων τμημάτων των τροχών, όπως τα ρουλεμάν, προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητά τους και η ύπαρξη ή μη φθοράς σ' αυτά.

Συγκεκριμένα στην επίσκεψη με στοιχεία L 0606104300009155/ 10.11.2004 του ανωτέρω φορτηγού αναφέρεται ως ειδικό ζήτημα της επίσκεψης η ένδειξη "φρένα του service" 57%, ενώ στο υπ' αριθ. 40703473/15.12.2004 τιμολόγιο του καταστήματος BERNARD TRUCKS RENAULT ως περιγραφόμενες εργασίες αναφέρονται "εργατικά, μηχανικά, επισκευή διαρροής αέρα σε πιστόνι εμπρόσθιου αριστερού φρένου, πρώτος άξονας, επανύψωση πίσω φτερού, τρύπημα του δεξιού σκαλοπατιού για επιδιόρθωση, φως του μετρητή, σύνολο εργατικών 216,80 ευρώ + ΦΠΑ 42,49 και συνολικά 259,29 ευρώ".

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το συγκεκριμένο φορτηγό ήταν παλιό, είχε πολλά και σοβαρά μηχανολογικά προβλήματα, τα οποία, λαμβανομένου υπόψη του χαμηλού ποσού που δαπανήθηκε (259,29 ευρώ), δεν αποκαταστάθηκαν, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ελαττώματα να υπάρχουν στο εν λόγω όχημα και αυτό να αναφλεγεί λόγω θραύσης των ρουλεμάν ενός τροχού και να προκληθεί έτσι η ως άνω ζημία.

Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι "η καταστροφή του ρουλεμάν ξεκινά στις περισσότερες περιπτώσεις από φθορά που είναι θέμα χρόνου, φθορά σημαίνει κακή συντήρηση, μπορεί στο σέρβις να διαγνωστεί η φθορά ...". Επιπρόσθετα η δεύτερη εναγομένη δεν φρόντισε για την ύπαρξη συνοδηγού στο φορτηγό, παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν επιβεβλημένο λόγω της μεγάλης διάρκειας του ταξιδιού, αλλά και των παραπάνω μηχανολογικών προβλημάτων, ώστε να ελέγχεται καλλίτερα η συμπεριφορά του οχήματος κατά τη διαδρομή και να γίνει εγκαίρως αντιληπτή οποιαδήποτε βλάβη, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το φορτίο, όπως και επισυνέβη τελικώς.

Επομένως η δεύτερη εναγομένη αφενός μεν δεν έλαβε τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα ως προς το σωστό έλεγχο, τη συντήρηση και την αποκατάσταση των βλαβέντων τμημάτων - εξαρτημάτων του φορτηγού, αφετέρου δε, αν και γνώριζε την ακαταλληλότητα του εν λόγω οχήματος, φόρτωσε σ' αυτό τα επίδικα εμπορεύματα προς μεταφορά στην Αθήνα, διακινδυνεύοντας την ασφάλεια και την ακεραιότητά τους ..., δηλαδή η δεύτερη εναγομένη ενήργησε εν γνώσει της ότι η πράξη της οδηγούσε σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επέδειξε μεγάλη και σημαντική αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδεχθεί.

Συνεπώς η δεύτερη εναγομένη (μεταφορέας) ευθύνεται για τη ζημία που επήλθε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρ. 29§1 της C.M.R. ... Αντίθετα ο προστηθείς στην οδήγηση του φορτηγού από τη δεύτερη εναγομένη οδηγός δεν βαρύνεται με πταίσμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθόσον το ατύχημα προκλήθηκε από την ακαταλληλότητα του φορτηγού αυτοκινήτου και όχι από την αμελή συμπεριφορά του οδηγού του.

Έτσι δεν μπορεί να θεμελιωθεί εξωσυμβατική ευθύνη της δεύτερης εναγομένης λόγω πταίσματος του προστηθέντος οδηγού της ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ποσό ίσο προς την αγοραία συνήθη αξία των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, διότι δεν υπήρχε χρηματιστηριακή αξία και τιμή ούτε και τρέχουσα αξία αυτών κατά το χρόνο της παραλαβής τους.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα κατέβαλε δυνάμει της υπ' αριθ. 0000381335/15.6.2005 απόδειξης στην αγοράστρια των εμπορευμάτων (που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή της) το ποσό των 40.724,71 ευρώ ως ασφάλισμα ..., σύμφωνα με το περιεχόμενο της μεταξύ τους καταρτισθείσας συμβάσεως ασφαλίσεως ... Μετά την καταβολή του ασφαλίσματος η ενάγουσα υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στην αντίστοιχη αξίωση αποζημιώσεως της αγοράστριας εταιρείας ...

και συνεπώς δικαιούται να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστη η τελευταία (αγοράστρια) από την καταστροφή των μεταφερόμενων εμπορευμάτων ... μέχρι του ύψους της καταβληθείσας από αυτή ασφαλιστικής αποζημιώσεως ... Εξ άλλου και στην προαναφερόμενη απόδειξη καταβολής αποζημιώσεως η αγοράστρια δήλωσε ρητά...

ότι "με την καταβολή του ποσού αυτού εκχωρώ προς την καταβάλλουσα ασφαλιστική εταιρεία όλα τα δικαιώματα, αξιώσεις και αγωγές μου κατά οιουδήποτε τρίτου, ο οποίος υπέχει ευθύνη - υποχρέωση για τη ζημία που υπέστην και μέχρι του καταβληθέντος ποσού". Επομένως η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής αφενός μεν δυνάμει υποκατάστασης εκ του νόμου (άρθρ. 14§1 ν. 2496/1997), αφετέρου δε από τη σύμβαση εκχωρήσεως (άρθρ. 455 ΑΚ), που κατάρτισε με την ως άνω αγοράστρια των καταστραφέντων εμπορευμάτων ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση για τη ζημία που η ασφαλισμένη σ' αυτή αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία ΗΛΕΝ ΦΑΣΙΟΝ ΑΕΒΕ υπέστη από την καταστροφή των μεταφερόμενων για λογαριασμό της εμπορευμάτων, το ποσό μόνο των 2.617,86 ευρώ, κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι στο ποσό αυτό έπρεπε να περιορισθεί κατά το άρθρ. 23§3 της C.M.R.

η αξίωση αποζημίωσης της παραπάνω εταιρείας, στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη, δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε εις ολόκληρο την αναιρεσείουσα και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλουν νομιμοτόκως στην αντίδικό τους ασφαλιστική εταιρεία το μεγαλύτερο ποσό των 33.937,26 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συνολική τιμολογιακή αξία των καταστραφέντων εμπορευμάτων χωρίς τον ως άνω ποσοτικό περιορισμό, αφού υπήρξε ηθελημένη κακή διαχείριση της μεταφοράς από την πλευρά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την έννοια της ηθελημένης κακής διαχείρισης της μεταφοράς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 29 της C.M.R. και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταστροφή των εμπορευμάτων (γυναικείων εσωρούχων), που μετέφερε από τη Γαλλία στην Ελλάδα για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας ΗΛΕΝ ΦΑΣΙΟΝ ΑΕΒΕ η αναιρεσείουσα ύστερα από σχετική προς αυτή παραγγελία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, οφειλόταν στην ακαταλληλότητα του φορτηγού αυτοκινήτου που χρησιμοποίησε για τη μεταφορά και ότι παρόλο που γνώριζε σαφώς την ακαταλληλότητα του αυτοκινήτου της συμπεριφέρθηκε με μεγάλη απερισκεψία, αδιαφορία και αμέλεια και διενήργησε τη μεταφορά των εμπορευμάτων με το ακατάλληλο αυτό αυτοκίνητο εν γνώσει της ότι έτσι αυξανόταν ο κίνδυνος επέλευσης της ζημίας που τελικώς επήλθε, έστω και αν δεν την είχε εκ των προτέρων αποδεχθεί.

Οι παραδοχές αυτές του Εφετείου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτες, αφού αφορούν την ουσία της υπόθεσης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), καλύπτουν πλήρως κατά το υποκειμενικό στοιχείο την έννοια της ηθελημένης κακής διαχείρισης της όλης μεταφοράς, που έκρινε το Εφετείο ότι υπήρξε από την πλευρά της αναιρεσείουσας και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, προφασιζόμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αιτιάται στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση για την ουσιαστική κρίση της ως προς τα πράγματα, ισχυριζόμενη ότι κακώς έγινε δεκτό με την απόφαση αυτή ότι δεν είχε δήθεν προβεί σε ικανοποιητική συντήρηση του φορτηγού αυτοκινήτου, με το οποίο διενήργησε τη μεταφορά των εμπορευμάτων και μάλιστα εν γνώσει της ότι η σχετική παράλειψή της οδηγούσε σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος που τελικώς επήλθε.

Εξ άλλου αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που με επίκληση παραδεκτά προσκόμισε στο Εφετείο, αφού, αντίθετα με όσα αυτή υποστηρίζει, το Εφετείο ειδικά εκτίμησε τόσο την από 10.11.2004 βεβαίωση για τον τεχνικό έλεγχο του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου της όσο και το από 15.12.2004 τιμολόγιο του συνεργείου που φρόντιζε για τη συντήρησή του, επομένως στο πλαίσιο αυτό συνεκτίμησε, έστω και χωρίς ειδικότερη αναφορά, και το από 20.5.2005 απόσπασμα του βιβλίου ελέγχου του ίδιου αυτοκινήτου, ενώ ως προς τα λοιπά έγγραφα, για τα οποία η αναιρεσείουσα επίσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή αποδείξεις και τιμολόγια από εξουσιοδοτημένα συνεργεία της RENAULT, δεν γίνεται η αναγκαία εξειδίκευση στο αναιρετήριο και συνεπώς ως προς τα έγγραφα αυτά ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επίσης απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρ. 26 ΑΚ εφάρμοσε το ελληνικό και όχι το γαλλικό δίκαιο προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης της, αλλά και την ύπαρξη ηθελημένης κακής απ' αυτή διαχείρισης της μεταφοράς, αφού, αντίθετα με όσα η ίδια υποστηρίζει, το Εφετείο θεμελίωσε την υποχρέωσή της προς αποζημίωση της αγοράστριας εταιρείας και κατ' επέκταση και της υποκατασταθείσας στη θέση αυτής ασφαλιστικής εταιρείας (πρώτης αναιρεσίβλητης) αποκλειστικά στη συμβατική ευθύνη της και στην ηθελημένη κακή διαχείριση απ' αυτή της μεταφοράς, η οποία ως έννοια ερμηνεύεται κατά τη νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, δηλαδή εν προκειμένω κατά την ελληνική νομοθεσία, όπως ρητά ορίζεται με το άρθρ. 29§1 της C.M.R. 3.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, που ικανοποίησε τον παραλήπτη των μεταφερόμενων εμπορευμάτων ή τον ασφαλιστή, που υποκαταστάθηκε κατά το άρθρο 14§1 του ν. 2496/1997 στην αξίωση του παραλήπτη προς αποζημίωση για την απώλεια ή τη φθορά των εμπορευμάτων, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του μεταφορέα, στον οποίο ανέθεσε τη μεταφορά και με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο έναντι του παραλήπτη.

Το δικαίωμα αυτό αναγωγής ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 487, 488 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις της σύμβασης μεταφοράς, η οποία ως εσωτερική σχέση συνδέει τον παραγγελιοδόχο με τον μεταφορέα και επιτρέπει σ' αυτόν να αναζητήσει από τον μεταφορέα, κατά το άρθρ. 17§1 της C.M.R., το σύνολο του ποσού που κατέβαλε ο ίδιος ως αποζημίωση στον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων ή στον τυχόν ασφαλιστή και υποκαταστάθηκε έκτοτε στα δικαιώματά τους (ΑΠ 998/2002).

Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση και αυτή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Έτσι στην αγωγή, με την οποία ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, που αποζημίωσε τον παραλήπτη ή τον τυχόν ασφαλιστή του φορτίου για την απώλειά του κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, ζητεί αναγωγικά από τον συνοφειλέτη αυτού μεταφορέα να του αποδώσει το ποσό που κατέβαλε ως αποζημίωση και για το οποίο από το νόμο υποκαταστάθηκε στη θέση του παραλήπτη ή του ασφαλιστή, είναι ορισμένη όταν στην ιστορική της βάση γίνεται αναφορά στα παραπάνω στοιχεία και ειδικότερα πρέπει να προσδιορίζεται σ' αυτή (α) η σύμβαση παραγγελίας σε εκτέλεση της οποίας ο παραγγελιοδόχος ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο τη μεταφορά, (β) η σύμβαση μεταφοράς μεταξύ του παραγγελιοδόχου και του μεταφορέα, (γ) η απώλεια του φορτίου κατά τη μεταφορά του και οι συνθήκες που αυτή συνέβη και (δ) το ποσό με το οποίο ο παραγγελιοδόχος αποζημίωσε τον παραλήπτη ή τον ασφαλιστή του φορτίου για τη ζημία από την απώλεια του φορτίου και για το οποίο (ποσό) υποκαταστάθηκε από το νόμο στη θέση τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της παρεμπίπτουσας αγωγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας για την απώλεια του φορτίου κατά τη μεταφορά του, που με εντολή της διενεργήθηκε από την αναιρεσείουσα μεταφορική εταιρεία, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει αναγωγικά κάθε ποσό που η ίδια (η δεύτερη αναιρεσίβλητη) θα υποχρεωθεί στο πλαίσιο της κύριας αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης και θα καταβάλει σ' αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία αποζημίωσε ήδη την παραλήπτρια του φορτίου αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία ΗΛΕΝ ΦΑΣΙΟΝ ΑΕΒΕ και υποκαταστάθηκε έκτοτε στα δικαιώματά της.

Το αναγωγικό της δικαίωμα η δεύτερη αναιρεσίβλητη το στηρίζει στην υποκατάστασή της από το νόμο (άρθρ. 488 ΑΚ) στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης και στην ευθύνη της αναιρεσείουσας που ανακύπτει από τη Σύμβαση C.M.R. για την απώλεια του φορτίου κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή είναι ορισμένη, αφού έχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση του αναγωγικού δικαιώματος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με δεδομένο άλλωστε ότι σ' αυτή έχει ενσωματωθεί και το κείμενο της κύριας ένδικης αγωγής.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 1 (και όχι 19) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν προσδιορίζεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή η έννομη σχέση που τη συνδέει με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού, αντίθετα με όσα αυτή υποστηρίζει, η σχέση αυτή, δηλαδή της μεταφοράς που της ανατέθηκε από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, σαφώς προσδιορίζεται και αναλύεται κατά τα στοιχεία της στην ένδικη αγωγή. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.12.2009 αίτηση της αλλοδαπής εταιρείας T.R.S. RIAND για αναίρεση της υπ' αριθ. 1108/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν την πρώτη αυτών, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ