Supreme Court quashes defamation judgment due to failure to prove victim's knowledge of the crime within the statutory three-month period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the lower court's conviction for defamation because the trial record failed to establish when the victim learned of the alleged crime. The defendant argued the lower court erred by not proving the victim's knowledge within the mandatory three-month period required by law. The court ruled that without this specific fact, the prosecution could not proceed, necessitating a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 117(1) of the Penal Code and 368(1) of the Penal Code: For crimes prosecuted upon private complaint, the offense is extinguished if the entitled person fails to file a complaint within three months of learning of the act; the court must verify this timeline sua sponte.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1795 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1795/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση
της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ σύζυγο Ζ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κλούδα, περί αναιρέσεως της 1843/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στους από 20 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2010.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στις περιπτώσεις των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της", προκύπτει ότι η έγκληση πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε ορισμένο χρόνο, η άπρακτη παρέλευση του οποίου οδηγεί, προκειμένου περί εγκλήματος που διώκεται κατ' έγκληση, στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως.
Η ύπαρξη της εγκλήσεως συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση για την έγκυρη γένεση της ποινικής δίκης και η υποβολή της ή μη, για τα εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Έτσι, όταν πρόκειται για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, όπως είναι και η πράξη της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ), η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνει και το χρόνο που ο εγκαλών έλαβε γνώση της τελέσεως της πράξεως και του υπαιτίου ή κάποιου από τους συμμέτοχους της.
Αυτό όμως μόνον όταν η έγκληση έχει υποβληθεί μετά την παρέλευση της τρίμηνης εκ της αναφερόμενης διατάξεως (του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ.) προθεσμίας από την τέλεση της πράξεως, προκειμένου να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως. Γιατί αν η έγκληση έχει υποβληθεί μέσα στην αναφερόμενη τρίμηνη προθεσμία, αυτή είναι οπωσδήποτε εμπρόθεσμη και δεν γεννάται ζήτημα γνώσεως της τελέσεως της πράξεως από μέρους του δικαιούμενου να υποβάλλει την έγκληση (ΑΠ 1430/2006, 1304/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1843/2010 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εγκαλών είχε επιλεγεί εκ μέρους του Υπουργείου Υγείας ως προϊστάμενος του Γ' ΠΕ.ΣΥ.Π. ..., ενώ η κατηγορούμενη ήτο αναπληρώτρια Διευθύντρια του Γ' ΠΕ.ΣΥ.Π.
Ο εγκαλών, όμως, λόγω της αντιλήψεως του περί συγκεντρωτικού τρόπου διοικήσεως, δεν της είχε αναθέσει συγκεκριμένα καθήκοντα, παρίστατο, δε ως προσκεκλημένη στις Συνεδριάσεις του Δ. Σ, όπως ο ίδιος ανέφερε στην επιτροπή αξιολόγησης που έλαβε χώρα στις 16-10-2003. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής ήταν να έχουν δημιουργηθεί στις υπηρεσιακές τους σχέσεις, προστριβές και δυσλειτουργία σε τομείς που ανήκαν στον παραπάνω φορέα.
Η κατηγορούμενη, δεν είχε εκφράσει, όπως θα έπρεπε, τη διαφορετική της θέση, η οποία και να είχε καταγραφεί στα πρακτικά συνεδριάσεων. Όταν, πριν από τις 25 Σεπτεμβρίου 2003 ζητήθηκε από τον Υπουργό Υγείας η παραίτηση του πολιτικώς ενάγοντος από τη Διεύθυνση που κατείχε, αυτός αντέδρασε και ζητούσε, όπως προκύπτει από το ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ που εξέδωσε με ημερομηνία 25-9-2003, να του γνωρίσει ο ίδιος ο Υπουργός "με ποιο πολιτικό σκεπτικό έγινε η αναδιάταξη των στελεχών, την προάσπιση του νόμου που ανέλαβε να υπηρετεί και τι νόημα έχει όλη αυτή η αναστάτωση που επιχειρείται να παραβιασθεί η άσκηση πολιτικής υγείας, αξιοκρατία, αποκέντρωση, κ.λ.π." Επειδή, όμως, κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να γίνει από τον Υπουργό Υγείας, ζητήθηκε εκ μέρους της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας από ορισμένους Διευθυντές Μονάδων Υγείας, όπως και από την κατηγορούμενη, η έκθεση των απόψεων της επί των πράξεων και παραλείψεων στην εκτέλεση καθηκόντων του εγκαλούντα.
Πράγματι, αυτή υπέβαλε στις 27-9-2003 αναφορά προς τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας στην οποία, μεταξύ άλλων, (για τα οποία κρίθηκε πρωτοβαθμίως αθώα), ανέφερε τα κάτωθι: α) "Επέδειξε απαξιωτική και μειωτική συμπεριφορά προς τον Αντιπρόεδρο...", β)"...επισκέπτεται τα νοσοκομεία για να επιπλήξει τα στελέχη...", γ)"επικυρώνονται παράτυπες και πολλές φορές παράνομες αποφάσεις για προμήθειες...", δ) "ότι ορισμένοι υπάλληλοι που επέδειξαν ιδιαίτερη αφοσίωση-ημέτεροι με κομματικές και άλλες θλιβερότατες δουλειές- είχαν διακριτική μεταχείριση τόσο στη νομή της εξουσίας, (έγιναν Προϊστάμενοι), όσο και στην ευνοϊκή κατανομή των υπερωριών...".
Η παραπάνω αναφορά δεν είχε εμπιστευτικό χαρακτήρα, αλλά δόθηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην επιτροπή αξιολόγησης που έλαβε χώρα στις 16-10-2003 και έλαβαν γνώση τόσο τα μέλη αυτής αλλά και εν συνεχεία και άλλοι ενδιαφερόμενοι στο χώρο της υγείας και ελήφθη σοβαρώς υπόψη, με αποτέλεσμα να αποφασισθεί η πρόωρη λήξη της θητείας του Προέδρου του Γ' ΠΕ.ΣΥ.Π.
με σπουδαίο λόγο. Με τις παραπάνω περικοπές που αποτελούν γεγονότα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και δεν ήτο αληθινά, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα, αφού τον παρουσίαζαν ως άνθρωπο που ασκεί διοίκηση και εκδηλώνει απαξιωτική συμπεριφορά προς τον Αντιπρόεδρο (Αρεοπαγίτη επί τιμή Γ.
Βρέττα), ότι επισκέπτεται τα νοσοκομεία μόνο για να επιπλήξει τα στελέχη και όχι να τους παράσχει συμβουλές περί τη διοίκηση, αλλά και ότι επικυρώνει παράτυπες και παράνομες αποφάσεις για προμήθειες και ότι ευνοεί κομματικές συμπεριφορές. Ήτοι, εμφανίζεται ως ενεργών κομματικά, με ιδιοτέλεια και μεροληψία υπέρ των ημετέρων, αδιαφορώντας για την ομαλή και εποικοδομητική λειτουργία της υπηρεσίας του και συνεπώς εμφανίζεται ως ακατάλληλο άτομο για μία τόσο καίρια θέση στον χώρο της υγείας.
Εν προκειμένω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του άρθρου 363 Π.Κ., καθ' όσον η κατηγορούμενη δεν προέκυψε ότι γνώριζε το ψεύδος των γεγονότων και, ως εκ τούτου, κρίνει ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχη απλής δυσφήμισης, κατά το άρθρο 362 Π.Κ. Η ανωτέρω μπορούσε, λόγω γνώσεων και προσωπικότητας, να χρησιμοποιήσει επιεικέστερους χαρακτηρισμούς, και η υποβολή αναφοράς δεν εμπίπτει στον κύκλο των νομίμων καθηκόντων της, και δεν ενήργησε προς άσκηση νόμιμης εξουσίας ή προς διαφύλαξη δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά απέβλεψε στην παροχή βοήθειας προς νομιμοποίηση της απόλυσης του εγκαλούντος και, σε κάθε περίπτωση, υπήρχε σκοπός εξύβρισης. Επομένως, είναι απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός του άρθρου 367 Π.Κ. Ούτε βεβαίως αυτή τελούσε, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σε πλάνη ότι έχει δικαίωμα υποβολής της αναφοράς με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αφού σαφώς γνώριζε ότι το έγγραφο θα κυκλοφορούσε, με αποτέλεσμα να επιφέρει βλάβη στην τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Είναι επομένως απορριπτέος και ο ισχυρισμός που ερείδεται στο άρθρο 31 Π.Κ. ως αβάσιμος". Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, για την πράξη της απλής δυσφήμισης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη του ότι:
Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 2003 έως και 16/10/2003, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εγγράφως ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και είναι ψευδές, και συγκεκριμένα με την από 27/09/03 έγγραφη αναφορά της ισχυρίσθηκε ενώπιον του Υπουργού Υγείας, του Γ.Γ.
του Υπουργείου Υγείας και των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης και Επιλογής Ανωτέρων Στελεχών Υπηρεσιών, Υγείας και Πρόνοιας, για τον εγκαλούντα Ψ, πρόεδρο του Γ' ΠΕΣΥΠ ... ότι: α) "επέδειξε απαξιωτική και μειωτική συμπεριφορά προς τον Αντιπρόεδρο...", β)"...επισκέπτεται τα νοσοκομεία για να επιπλήξει τα στελέχη...", γ)"επικυρώνονται παράτυπες και πολλές φορές παράνομες αποφάσεις για προμήθειες...", δ) "ότι ορισμένοι υπάλληλοι που επέδειξαν ιδιαίτερη αφοσίωση-ημέτεροι με κομματικές και άλλες θλιβερότατες δουλειές- είχαν διακριτική μεταχείριση τόσο στη νομή της εξουσίας, (έγιναν Προϊστάμενοι), όσο και στην ευνοϊκή κατανομή των υπερωριών...".
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο χρόνος τέλεσης του άνω εγκλήματος είναι το χρονικό διάστημα από Αύγουστο έως τις 16-10-2003, η δε έγκληση του παθόντος Ψ υποβλήθηκε την 29-01-2004 όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη έκθεση εγχειρίσεως αυτής, ήτοι υποβλήθηκε μετά το νόμιμο τρίμηνο δεν εκτίθεται στην απόφαση αυτή ο χρόνος κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση του εγκλήματος τούτου και του δράστη αυτού.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1843/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ